Νικήτας Σινιόσογλου – Λεωφόρος ΝΑΤΟ. Δοκιμή περιπλάνησης

Η δίπλευρη περιπλάνηση

Γέμισαν τα βιβλία των τελευταίων χρόνων με πλάνητες και περιπλανητές, με υμνητές των πόλεων των δικών μας και των εξωτερικών, που ταυτόχρονα γίνονται και ερευνητές μυστικών σημείων και ανείδωτων ιδιοτήτων μιας πολεοδομίας ή μιας φύσης που μας διαφεύγει. Ελάχιστοι όμως επιλέγουν ως πυρήνα της περιπλάνησής τους ένα σημείο χωρίς αισθητική, χωρίς παράδοση, χωρίς καν κάτι το ελκυστικό. Εξαίρεση των εξαιρέσεων, ο συγγραφέας βγαίνει στην λεωφόρο που αποτελεί τον μεγαλύτερο οδικό άξονα της Δυτικής Αττικής, την ταχεία αρτηρία μεταξύ Ασπρόπυργου και Ελευσίνας. Εδώ δεν ισχύει το ερώτημα «τι έχει να δει κανείς;». Κάθε περιπλάνηση περικλείει εντός της και απελευθερώνει την ίδια στιγμή μια δεύτερη περιπλάνηση, ψυχική, εσωτερική, απόλυτα προσωπική. Κι έχει πραγματικά ενδιαφέρον να δει κανείς πώς μεταγράφεται αυτή η δίπλευρη οδοιπορεία.

Τι συναντά κανείς λοιπόν στην λεωφόρο ΝΑΤΟ; Πρώτα νέες «θέσεις» -αυτός είναι ο πολεοδομικός όρος– με παράξενα ονόματα και αμφίβολη διάρκεια, που οδηγούν στην την σκέψη ότι τελικά είναι δύσκολο να βρει κανείς τις εσχατιές της Αθήνας, καθώς η πόλη δεν περικλείεται πουθενά και τα όρια της πόλης κινούνται ολοένα παραέξω. Η Αθήνα ζει τη σύγχυση της εσχατιάς της, η οποία συμπίπτει με την τελεσίδικη αποχύρωσή της. Όμως… τι είναι μια πόλη χωρίς τείχη και πύλες, δίχως οχυρώσεις; Άλλοτε η πύλη συμπίεζε τον οδοιπόρο προτού τον ελευθερώσει σαν έλασμα και τον ρίξει με ορμή στην οδοιπλανία, ενώ τα τείχη όριζαν ένα πολιτικό σχήμα σαν εκμαγείο. Σήμερα οι μόνες πύλες βρίσκονται στα αεροδρόμια και στα διόδια, εκτός αν θεωρήσουμε τέτοιες και τα θυροτηλέφωνα ή τις οθόνες…

Εκκρεμείς εργοστασιακές μονάδες και μολυσμένα βοσκοτόπια· υπαίθριοι ή κλειστοί αποθηκευτικοί χώροι· μάντρες αυτοκινήτων και υπερφυών ανταλλακτικών· ημιτελείς κατασκευές και χαλάσματα κάθε είδους, προκατασκευασμένα σπίτια και περιφράξεις. Καφετέριες και καντίνες με μουσαμάδες, πλαστικά διαφημιστικά σταντ και συνθετικούς χλοοτάπητες στραβοκομμένους με κοπίδι. Παράδρομοι που εξαχνώνονται σε σημεία εκτός σχεδίου, αυτοσχέδια χαραγμένοι, χωρίς πεζοδρόμια, χωρίς τεχνική ονομασία, μέχρι κι ένα απόκρυφο βοσκοτόπι. Μιζεριασμένες ελιές, πυλώνες της ΔΕΗ, μάντρες και βιοτεχνίες, ακόμα και μια εκκλησία νάνος και δη ρωσικού ρυθμού, η πλέον «απρόβλεπτη» εικόνα. Σύγχρονα χαλάσματα που δεν κουβαλούν κανένα συμβολισμό, μόνο χάσκουν δύσμορφα. Αυτά τα ερείπια δεν θα γοητεύσουν κανέναν περιπατητή, όπως συνέβαινε με τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της αρχαίας ομορφιάς.

Αυτός ο τόπος είναι άπλαστος, γράφει ο συγγραφέας, κι ο φλανέρ απάνω του ένα ξένο σώμα. Δεν μένει παρά ν’ αρχίσει να κάνει τις δικές του εγγραφές σε κάθε βήμα, ακόμα και να αποτολμά αυθαίρετες προεκτάσεις ή διαχρονικές παραβολές: Τα φορτηγά που περνούν με θόρυβο από την Λεωφόρο ΝΑΤΟ καταλήγουν σε τόπους όπου ξεστράτιζαν τα πιο ατίθασα μέλη της πομπής των Ελευσίνιων μυστηρίων, ενώ η άσφαλτος πάλι μοιάζει να έχει μια ιδιάζουσα πλαστικότητα που απελευθερώνει στοιχεία κρατημένα από τα πιο σιβυλλικά φορτία. Ή να επιστρέφει στην παρατηρητικότητα ενός μικρού παιδιού: ο ογκώδης κάδος μιας μπετονιέρας άτσαλα βαμμένος μπεζ με ζωηρές γαλάζιες λωρίδες του θυμίζει την παιδική του επιθυμία να γίνει οδηγός μπετονιέρας, περιοριζόμενος τότε αναγκαστικά στις μικρές πλαστικές απομιμήσεις (είμαστε λοιπόν τόσοι πολλοί;). Και βέβαια να συνταιριάζει τις περιφερειακές σκέψεις του με την ενήλικη πια ματιά: η συνειδητοποίηση πως η μπετονιέρα είναι συναρπαστική επειδή το σκυρόδεμα δεν αποθηκεύεται σαν τα άλλα δομικά υλικά, αλλά καθώς βρίσκεται διαρκώς σε ρευστή κατάσταση απαιτεί ακριβώς έναν τέτοιο άοκνο κύλινδρο.

Και άλλες εικόνες αποτελούν αφορμή για μια επιστροφή στο προσωπικό του παρελθόν. Ο άνθρωπος της Michelin, για παράδειγμα, του πρωτοεμφανίστηκε στο πίσω κάθισμα μιας ολόμαυρης Giulietta του 1973, σαν ένα αέρινο φάντασμα, τώρα δεν είναι ο αυθεντικός δηλαδή μια λαστιχένια κόπια από εκείνες που χορηγεί η πολυεθνική στα βουλκανιζατέρ αλλά κάποιος που του μοιάζει, ζωγραφισμένος και κομμένος με το χέρι, ίσα για να ξεγελά τους οδηγούς. Κι αν σκεφτεί κανείς ότι ο Αντρέ Μισελέν συνέλαβε την ιδέα του λογότυπου της εταιρείας βλέποντας μια στοίβα με ελαστικά σε μια έκθεση το 1894, τότε «υπάρχουν, φαίνεται, τρόποι να ξαναζεί κανείς τις πιο φευγαλέες στιγμές, και ίσως ενδοξότερα από τις πρωτότυπες».

Σ’ ένα νεκροταφείο λυόμενων οικίσκων και τροχόσπιτων (ορισμένα με πινακίδες από χώρες που δεν υπάρχουν πια) ο συγγραφέας εύχεται να επιταχυνθεί η διάλυση της χαμερπούς ύλης τους. Ισχύει άραγε εδώ η σκέψη του Σπινόζα πως καθετί στον κόσμο επιδιώκει την παράταση της ύπαρξής του; Στα νεκροταφεία αυτοκινήτων και σκαφών η φθορά ακολουθεί πάντως τροχιά αντίθετη από κείνη που παρατηρείς σ’ εκείνα των ανθρώπων, όπου η ζωή συνεχίζεται χάρις στο νοιάξιμο των επισκεπτών και στη θύμηση που νοτίζουν καθημερινά το παν. Κάπου εδώ γύρω ο ήρωας Θριάσιος θα κάνει ξέπνοος το πέρασμά του σε κάποια θερινή πολιτιστική εκδήλωση από την μνήμη των ηθοποιών για μια βραδιά. Καμιά παράδοση δεν αναπνέει εδώ. Ολόγυμνη η Λεωφόρος από παρελθόν και ιστορία, αρνείται θα θησαυρίσει κάτι που ν’ αξίζει. Εδώ η γη δεν γεωργείται, ούτε αρδεύεται η μνήμη.Αν κάτι χαρακτηρίζει αυτή την γη είναι το ανεπανόρθωτο πότισμα από λύματα δεκαετιών.

… χαμένος σ’ ένα κομμάτι αναπάντεχα στιβαρού πεζοδρομίου της Λεωφόρου ΝΑΤΟ, εύρημα ανέλπιστο αλλά μάταιο· γιατί δυο βήματα πιο κάτω ρημαγμένες πλάκες λοξεύουν σαν μισοβγαλμένα λέπια, ανάκατες με χόρτα και σκατά σκύλων, χωρίς ποτέ να έχουν ρουφήξει αγάπη, μόχθο ή μια ανθρώπινη ματιά παρά μόνο κραδασμούς από πόδια και τροχούς που επείγονται να φύγουν από δω… [σ. 62]

Κι αν κανείς αναρωτιέται αν σε όλα αυτά υπάρχει πολιτική διάσταση, ας σκεφτεί ότι η διάνοιξη λεωφόρων θεωρήθηκε άψογο μέσο καταστολής των μαζών και αποτροπής των οδομαχιών. Άλλωστε τι είναι ένας αντάρτης χωρίς την κόγχη του; H περίπτωση του Παρισιού είναι ενδεικτική. Ο Walter Benjamin παρατήρησε ότι απώτερος σκοπός της τεχνητής ένωσης των μικρών πόλεων που είχαν αναπτυχθεί οργανικά μες στον χρόνο δεν ήταν μόνο η αποτροπή των οδομαχιών όσο η κατασκευή ενός νέου προλεταριάτου, απολύτως εξαρτημένου από το κράτος. Ιδού λοιπόν μια πολεοδομική ευγονική που όμως ενέπνεε και την ανησυχία για το ενδεχόμενο συσπείρωσης της ευερέθιστης μάζας των εργατών. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι αυλές ισοπεδώθηκαν προς όφελος του δημόσιου χώρου που προορίζεται για όλους και για κανέναν. Γιατί και από αισθητική άποψη οι λεωφόροι είναι ξερές ευθείες που ενώνουν απομακρυσμένες γειτονιές αμβλύνοντας την ιδιαίτερη φυσιογνωμία τους. Και τελικά φωτίζουν τις πόλεις ή τις στραγγίζουν από ψυχικές διακυμάνσεις και ζωή;

Όμως οι ιδεαλιστές της πολεοδομικής και της νομικής επιστήμης συμφωνούν πως η κοινόχρηστη οδός οφείλει να είναι κάτι παραπάνω από ένας τεχνητά διαμορφωμένος χώρος που συνδέει τοποθεσίες· μπορεί να ενθαρρύνει την ανάπτυξη της κοινωνικής συνείδησης, να ευνοεί την απροσδόκητη γειτνίαση με άλλους πολίτες και να συντηρεί την αίσθηση του ανήκειν και του συνανήκειν. Την ίδια στιγμή ξεπροβάλλει η αντίθεση που πιθανώς οδηγεί σε κάποια ισορροπία: ο περιπατητής διατηρεί το δικαίωμά του να παραμείνει ανώνυμος και να κινείται ως ξένος μέσα σε οποιοδήποτε πλήθος. Καταγράφεται μάλιστα εδώ μια δικαστική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου όπου αναφέρεται «το δικαίωμα να είσαι αποσυνάγωγος» (the right to be an outsider)! Και προσπαθώ ο ίδιος να θυμηθώ μια σχετική αναφορά σε σκεπτικό απόφασης όταν ακόμα υπήρχε το ποινικό αδίκημα της αλητείας στο άρθρο 408 του Ποινικού Κώδικα, για το οποίο είχα την αγαστή τύχη ως δικηγόρος τότε να παρακολουθήσω δυο σχετικές δίκες, προτού καταργηθεί, το 1994.

Εκεί που ταυτιζόμαστε άμεσα με τον συγγραφέα είναι η κατά την περιπλάνηση αναζήτηση μιας αφορμής ικανής να τονώσει την παρουσία του, κάτι να τον συνδέσει με τον τόπο ή τους ανθρώπους. Αλλά τίποτα, τα ερεθίσματα θα αντληθούν ξανά από μέσα του. Στην θέα των κοντέινερ «που αποκρύβουν ό,τι διασώζουν» συλλογίζεται: Πιεσμένος ανάμεσα στα κοντέινερ και στη μάντρα, βλέπω αλλιώς, επιτέλους, τα περασμένα λόγια των εραστών όλων. Στην ώρα τους είναι το πιο διάφανο πράγμα στον κόσμο· με τον καιρό αποδεικνύονται άξια μόνο για την ασφυξία. Κρημνίζονται μέσα μας κι ούτε η μνήμη δεν τα βρίσκει. [σ. 60]

Αυτός ο συνειρμικός συρμός αλλεπάλληλων σκέψεων που εκκινούν από εικόνες και δίνουν ζωή σε άλλες εικόνες, αποτελεί ένα ιδιαίτερο στοχαστικό ημερολόγιο περιπλάνησης όπου καταγράφονται τα πάντα: αποστροφές συγγραφέων (από τον Μιχαήλ Μητσάκη και τον Edmont About μέχρι τον Oswald Spengler και τους στοχαστές της περιπλάνησης, όπως ο Georg Simmel), φιλοσοφημένες ή αυθόρμητες σκέψεις (για την όραση του ανθρώπου που ατρόφησε στις πόλεις ή την φύση της ηδονής και της ανηδονίας), εικονοπλαστικές παράγραφοι, προβληματισμοί για την αισθητική εμπειρία, απολύτως προσωπικές συνδέσεις. Δοκίμιο και δοκιμή σε 102 κομμάτια αυτόνομων στοχασμών, κειμενική φωτογράφηση ενός «ασύντακτου» δρόμου, περίπατος φιλοσοφίας σε θλιβερό τοπίο, ό,τι και να είναι αυτό το βιβλίο εκπλήσσει με το γεγονός ότι συνομιλεί με τόσους τρόπους με το τοπίο. Γιατί όσο κι αν «είναι ο πλάνης που μετατρέπει με την ματιά του την φύση σε τοπίο», απαιτείται μια τέτοια εμβάθυνση σε πλείστες ψυχικές, λογοτεχνικές και άλλες προεκτάσεις για να το κάνει τόσο ενδιαφέρον. Θα μπορούσε να συνεχίζεται για δεκάδες άλλες σελίδες και να κρύβει διαρκώς εκπλήξεις. Και θα ήταν πραγματικά συναρπαστικό να εκδοθεί κάποια στιγμή ένα μεγάλο συλλογικό εγχείρημα κειμενικών περιπλανήσεων σε όλους αυτούς τους αντιαισθητικούς αστικούς τόπους, που θα τους δούμε, πλέον, και με άλλη ματιά.

Εκδ. Κίχλη, 2020, σελ. 95 με τρεις σελίδες βιβλιογραφικών αναφορών και (εκτός σελιδαρίθμησης) τριάντα μαυρόασπρες φωτογραφίες.

Στις εικόνες: φωτογραφίες του συγγραφέα από το βιβλίο.

Δημοσίευση και στο Mic.gr, Βιβλιοπανδοχείο αρ. 234, με τίτλο The wanderer, ως ταιριαστό με το τραγούδι του Jackie Leven.

Θανάσης Λάμπρου – Κάτω απ’ τον ανοιχτό ουρανό. Εισαγωγή στον Γκαίτε. Η τραγωδία του Φάουστ. Η αγαλλιαστική περιπλάνηση του Βίλχελμ Μάιστερ

Μπορούμε να φτάσουμε στην αληθινή και ουσιαστική γνώση; Ή μήπως αυτό που θεωρούμε γνώση δεν είναι παρά μια αυταπάτη που μας κάνει να πλανιόμαστε στην επιφάνεια των πραγμάτων; αναρωτιέται ο Φάουστ που δεν πιστεύει ούτε στην χριστιανική θρησκεία ούτε στην Ανάσταση του Χριστού αλλά σε μια ακαριαία μέθεξη στην θεϊκή μακαριότητα με το βίαιο μέσον της αυτοκτονίας. Χάρη σ’ ένα όραμα πριν την αυτοκτονία του διαπιστώνει πως η αγάπη αποτελεί την μεγαλύτερη δοκιμασία που αν την περάσει κανείς θα οδηγηθεί στην ίδια την ανάσταση. Η αγάπη είναι η δύναμη που όλα τα δημιουργεί, όλα τα συνέχει και τα συγκρατεί. Αυτό το χαρμόσυνο άγγελμα τον έκανε να νιώσει ότι γύρισε πίσω στα χρόνια που ήταν παιδί, τότε που ακόμη ψηλαφούσε και μάντευε τον κόσμο. Αυτό που του έσωσε την ζωή δεν ήταν η πίστη αλλά η ανάμνηση. Η καταφυγή στα παιδικά χρόνια, στην παιδική ηλικία: η κρυφή και ανεξάντλητη πηγή από την οποία τρέφεται ολοένα και πιο πολύ η τέχνη του ποιητή όσο περνούν τα χρόνια.

Όμως πριν από την εμφάνιση του Φάουστ στο μυθιστόρημα προηγείται ένας Πρόλογος στον ουρανό, όπου ο Μεφιστοφελής συναντά τον ίδιο τον Κύριο. Ο χώρος του Μεφίστο είναι ο κόσμος των ανθρώπων· οι άνθρωποι και τα βάσανά τους είναι το ιδιαίτερο έργο του (εδώ ο Γκαίτε ακολουθεί στην χριστιανική θρησκεία σύμφωνα με την οποία ο Διάβολος είναι ο άρχων του κόσμου τούτου). Μολονότι ο άνθρωπος είναι κάτοχος του ουράνιου φωτός, έχει καταφέρει από την αρχή της εμφάνισής του επάνω στη γη μέχρι σήμερα, να είναι χειρότερος, αγριότερος και από το πιο άγριο ζώο. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει ο Μεφίστο ύστερα από μακρόχρονη σπουδή του ανθρώπινου είδους. Ο Λόγος είναι η σωτηρία του ανθρώπου αλλά, επειδή ακριβώς δεν τον χρησιμοποιεί  οδηγείται αργά ή γρήγορα στην καταστροφή και στην αυτοκαταστροφή. Στον διάλογο που διαμείβεται στον ουρανό ανάμεσα στον Κύριο και στον Μεφιστοφελή, εν αγνοία του Φάουστ, ο Μεφιστοφελής επιθυμεί να στοιχηματίσει με τον ίδιο τον Κύριο πάνω στον ίδιο τον Φάουστ. Ο Μεφίστο θεωρεί πως ο Κύριος θα απωλέσει τον Φάουστ, φτάνει ο Κύριος να επιτρέψει στον Μεφίστο να οδηγήσει τον Φάουστ στον δικό το δρόμο. Θρασύς και πανούργος προτείνει ένα στοίχημα στον ίδιο τον Κύριο, ο οποίος τελικά του δίνει την άδεια υπό τον όρο όλα αυτά να συμβούν μόνο για όσο καιρό ζει ο Φάουστ στη γη.

Ο Μεφιστοφελής με την όψη ενός περιπλανώμενου φοιτητή εμφανίζεται στον Σπουδαστήριο όπου μελετά ο Φάουστ, στον τόπο που τον απομονώνει από τον έξω κόσμο αλλά την ίδια στιγμή είναι σαν να τον εγκαθιστά στο κέντρο του κόσμου. Η άρνηση είναι το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του Μεφίστο – Είμαι το πνεύμα που διαρκώς αρνείται! Η συμφωνία τους είναι θέμα χρόνου· αυτός θα τον κάνει να καταλάβει τι είναι η ζωή, να του επιστραφεί η χαμένη νεότητα, τα τριάντα ολόκληρα χρόνια που έχασε μελετώντας, να ελευθερωθεί απ’ όλα και προπαντός από την μέχρι τώρα έγκλειστη ζωή του, να του δώσει όλα όσα δεν είδε κανένας άνθρωπος μέχρι τώρα. Στον πρώτο του έρωτα με την δεκατετράχρονη παιδίσκη Μαργαρίτα (Γκρέτχεν) ο Φάουστ παρακαλεί και ικετεύει να μπορέσει να βρει καταφυγή στην αγκαλιά της, αυτός που έζησε μέχρι τώρα σαν άστεγος πάνω στη γη, ένας μη άνθρωπος. Φυσικά το τραγικό τέλος αυτού του έρωτα είναι δεδομένο.

Όμως ο απόλυτος έρωτας έρχεται στην Τρίτη Πράξη του Δεύτερου Μέρους η οποία συμπυκνώνει τον ιστορικό χρόνο τριών χιλιάδων χρόνων και αποτελεί έναν οριστικό αποχαιρετισμό στον παλαιό κόσμο. Αν για τον Φάουστ όσο πιο αδύνατο είναι κάτι, τόσο περισσότερο ζητά να το φτάσει, τότε η επιθυμία του να κερδίσει την ίδια την Ωραία Ελένη, το αρχέτυπο σύμβολο της γυναικείας ομορφιάς, είναι απόλυτη και επιτακτική. Ο Γκαίτε διάλεξε την Ελένη όχι μόνο επειδή ήθελε να διατηρήσει ένα από τα σταθερά στοιχεία του θρύλου, ούτε γιατί απέβλεπε στο «πάντρεμα» του αρχαίου και του μεσαιωνικού κόσμου. Οι λόγοι ήταν πολύ βαθύτεροι, όπως βαθύτερος είναι ο συμβολισμός που φέρνει στο φως η μορφή της Ωραίας Ελένης, όπου σμίγει όλη η λαχτάρα και η νοσταλγία του αρχαίου κόσμου. Ο δρόμος προς την Ελένη είναι ο δρόμος που διανύει ο κάθε δημιουργός αναζητώντας την ομορφιά. Η ομορφιά του έρωτα και ο έρωτας της ομορφιάς μεταμορφώνουν τον άνθρωπο εσωτερικά. Όλα είναι παρόν, δεν υπάρχει ούτε το παρελθόν ούτε το μέλλον. Η Ελένη είναι η ενσάρκωση της ωραιότητας, το άχρονο, αιώνιο σύμβολο τόσο του ωραίου όσο και του έρωτα. Όταν στο τέλος της Πράξης ο Φάουστ μένει να κρατά στα χέρια του μόνο το πέπλο της, η ίδια η ομορφιά έχει χαθεί για πάντα. Το έργο τέχνης ως φορέας της ομορφιάς, γίνεται πλέον ένα άσαρκο σχήμα, ένα άδειο ρούχο για το οποίο θα ερίζουν εσαεί οι «καλλιτέχνες».

Ακολουθεί η βαθιά λαχτάρα για εξουσία, ιδιοκτησία και πλούτο η οποία δεν αποτελεί μια αόριστη επιθυμία που ποθεί ο Φάουστ αλλά ένα συγκεκριμένο σχέδιο για την πραγματοποίηση του οποίου δεν ορρωδεί προ ουδενός. Αναρωτιέμαι πώς μπορεί κανείς να μείνει ασυγκίνητος στην Πέμπτη Πράξη με τον νέο που οδηγείται στην  ταπεινή καλύβα όπου ένα γεροντικό ζευγάρι, ο Φιλήμων και η Βαυκίς, έχει περάσει όλη του τη ζωή με βαθιά απλότητα, μη ζητώντας παρά τα λίγα που χρειάζεται ο άνθρωπος για να ζήσει πάνω σ’ ένα ελάχιστο κομμάτι γης; Η καλύβα, ένα μικρό ξωκλήσι και μια παραλία βρίσκονται σε κίνδυνο καθώς εκεί κοντά έχει εγκατασταθεί ο Φάουστ με το παλάτι του, τα αποξηραντικά έργα κι ένα τεράστιο τεχνητό λιμάνι που έχουν αλλάξει ολότελα την φυσιογνωμία του τόπου. Ό,τι χαρίζει δύναμη και ανάπαυση στο γεροντικό ζευγάρι τον εξοργίζει· οι γέροι, λέει κοφτά, πρέπει να βγουν από την μέση· τα μέρη τους του χαλάνε την παγκόσμια επικράτηση.

Σε αυτά τα λίγα λόγια (και δεν είναι τυχαίο που τα εξομολογείται στον Μεφιστοφελή) εντοπίζεται το αθέατο κέντρο όλου του έργου. Εδώ εκφράζεται η βαθύτερη λαχτάρα του Φάουστ που μέχρι τώρα διάλεγε μόνο πλάγιους δρόμους. Μπορεί η επικράτειά του να είναι απέραντη αλλά τώρα θέλει να μπορεί, λέει, να κοιτάζει από εκεί ψηλά όλα όσα έφτιαξε μέχρι τώρα. Όποιος προβάλλει αντίσταση στην ισχυρότατη θέλησή του, θέληση η οποία αποβλέπει στο καλό όλων, καθώς τα μεγαλεπήβολα έργα του είναι κέρδος για όλους, τον εξοργίζει και θεωρείται εχθρός του. Το ζευγάρι βγαίνει από την μέση με τρόπο βίαιο, απάνθρωπο και ανίερο.

Αλλά στο απέραντο παλάτι του, κυρίαρχος πια όλου του κόσμου, κι ενώ δε νιώθει να του λείπει τίποτα, ο Φάουστ έχει μια βαριά έγνοια: δεν έφτασε σ’ εκείνον τον ελεύθερο, ανοιχτό χώρο, στην εσωτερική ελευθερία που απελευθερώνει τα πράγματα και φέρνει στο φως την αλήθεια τους. Όλες οι κινήσεις του τείνουν προς έναν και μοναδικό σκοπό: την παγκόσμια κυριαρχία, μια επιδίωξη που θεμελιώνεται στην πεποίθησή του πως με τον τρόπο αυτόν η ανθρωπότητα οδηγείται σε νέους κόσμους και διανοίγονται ορίζοντες που πριν κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί. Αλλά ο Φάουστ δεν θέτει ποτέ στον εαυτό του το ερώτημα εάν η ανθρωπότητα, για την οποία τόσο πασχίζει και κόπτεται, επιθυμεί να ζήσει σε αυτό τον νέο κόσμο.

Φτάσαμε σε μια διατομή των καιρών, γράφει ο συγγραφέας, όπου ο άνθρωπος φυλακίστηκε εκούσια σε έναν ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο κόσμο με απάνθρωπα χαρακτηριστικά που αναιρούν την ανθρώπινη ουσία του. Η πανταχού παρουσία του θεϊκού, ανήκει πια στο παρελθόν. Πανταχού παρόν είναι πλέον το ανθρώπινο είδος που επεμβαίνει με βιαιότητα παντού. Ο Φάουστ κατέληξε να γίνει εν ζωή ένας μη άνθρωπος, χωρίς σκοπό και ησυχία. Είναι ακριβώς όπως ο σημερινός άνθρωπος, που δεν βρίσκει ησυχία πουθενά, που όλες οι επιθυμίες του γεννούν άλλες με τις επιθυμίες και αυτές με την σειρά τους άλλες επιθυμίες. ο άνθρωπος που είναι ακόρεστος, εγωπαθής και αχαλίνωτος, όλο πλεονεξία και απληστία, διψώντας, επιθυμώντας με μανία την άβυσσο και, τέλος χιμώντας ίσια κατά την άβυσσο. Η τραγωδία του Φάουστ είναι ακριβώς η τραγωδία του σύγχρονου πολιτισμού μας.

Το τελευταίο μέρος του βιβλίου αφορά το τέταρτο μυθιστόρημα του Γκαίτε Τα χρόνια περιπλάνησης του Βίλχελμ Μάιστερ, που, σε αντίθεση με το πρώτο του, Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου, που τον έκανε γνωστό σε μια νύχτα σε ολόκληρο τον γερμανόφωνο κόσμο, πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Είναι το μυθιστόρημα που θα μπορούσε να ιδωθεί ως η άλλη όψη της τραγωδίας του Φάουστ, ως η άλλη, διαφορετική δυνατότητα στην αδιέξοδη μεγαλομανία του Φάουστ, μια προσπάθεια να φανεί ένας άλλος δρόμος. Σε αυτό το αντι-μυθιστόρημα δεν κυριαρχούν η πλοκή ή τα πρόσωπα αλλά τρεις έννοιες: η περιπλάνηση, η αποταγή και απάρνηση του εαυτού και ο σεβασμός.

Ο Βίλχελμ Μάιστερ ανήκει στην κοινότητα των περιπλανώμενων, των οδοιπορούντων, που ακολουθούν μια θεμελιώδη αρχή: Να μη μένουν στον ίδιο τόπο πάνω από τρεις μέρες και ο επόμενος να βρίσκεται μίλια μακριά από τον προηγούμενο. Ο άνθρωπος είναι κατά βάθος ένας περιπλανώμενος αυτού του κόσμου, και ολόκληρη η ζωή δεν είναι παρά μια οδοιπορία, όπου τίποτα δεν γίνεται δυο φορές· όλα συμβαίνουν μια και μοναδική φορά. Η περιπλάνηση αποτελεί για όλους τους περιπλανώμενους το μέσον εποπτείας του εαυτού τους και μια αγχιβασίη, μια προσέγγιση της κίνησης του κόσμου. Όσον αφορά την αποταγή, εδώ δεν σημαίνει τη απάρνηση των εγκοσμίων, αλλά, αντίθετα, την πλήρη και ενθουσιαστική τους κατάφαση. Η αποταγή σημαίνει περιορισμό και αυτοπεριορισμό, χάραξη ορίων, τιθάσευση και χαλιναγώγηση της σφοδρότητας του Εγώ, που οδηγούν στην αυτογνωσία. Αρνούμενος τον εαυτό του ο Βίλχελμ Μάιστερ πηγαίνει πέρα από τον εαυτό του και βλέπει καθαρά τον κόσμο.

Πρόκειται για ένα συναρπαστικό βιβλίο που δεν αναλύει ούτε σχολιάζει φιλολογικά τα δυο έργα του Γκαίτε αλλά εμβαθύνει στην πολύπλευρη θεματολογία τους, προβληματίζεται πάνω στην φιλοσοφία τους και στοχάζεται πάνω στις αλήθειες τους· μια πραγματεία που μας χαρίζει μια διπλή απόλαυση: αφενός μας παραμερίζει το βαρύ παραπέτασμα που μας κρατά αμήχανους και φοβισμένους μπροστά στα κλασικά έργα του μακρινού (;) παρελθόντος και μας προσκαλεί να εξοικειωθούμε και να οικειωθούμε με τα δυο μείζονα λογοτεχνικά έργα του Γκαίτε, και αφετέρου, μας προσφέρει ένα σπάνιο κείμενο, αυτό καθεαυτό, γραμμένο με υπέροχη γλώσσα και μια έξοχη δοκιμιακή πλοκή. Μια κατάβαση και ανάβαση μαζί, σ’ ένα συναρπαστικό λογοτεχνικό και εξωλογοτεχνικό σύμπαν.

Εκδ. Περισπωμένη, 2014, σελ. 428. Περιλαμβάνεται εξασέλιδη βιβλιογραφία.

Στις εικόνες: έργα των Georg Melchior Kraus, Harry Clarke [Εικονογράφηση για το Faust], Ary Scheffe [Faust and Marguerite in the Garden], Johann Heinrich Wilhelm Tischbein, 2 έργα αγνώστου, Harry Clarke [Εικονογράφηση για το Faust], Karl Bauer.