Φρέαρ τεύχος 19 (Ιούλιος 2017)

Είναι πλάνη να αναζητούμε την αντικειμενικότητα στην Ιστορία. Και αυτό, διότι όταν μελετάμε, ερευνούμε ή γράφουμε την Ιστορία, δεν είμαστε αεροστεγώς κλεισμένοι σε ένα γραφείο, αλλά αντιθέτως μέλη του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι. Είναι προτιμότερο να αναζητήσουμε την επιστημονική επάρκεια και την εγκυρότητα του κειμένου ή του εκάστοτε γράφοντος…

… γράφει ο Δημήτρης Μαλέσης σε κείμενό του για την διδασκαλία της Ιστορίας τη Μέση Εκπαίδευση, όπου και καταθέτει δέκα συν μια προτάσεις για συζήτηση. Πρόκειται για μια από τις καταθέσεις του αφιερώματος στα «σπουδαία άχρηστα», δηλαδή στη διδασκαλία των ανθρωπιστικών μαθημάτων στο σύγχρονο σχολείο και στην κρίση που διέρχονται. Μετά το εισαγωγικό σημείωμα του Μιχάλη Πάγκαλου, ο Κώστας Ανδρουλιδάκης ανοίγει έναν διάλογο για την φιλολογική κατάρτιση και την επάρκεια των μελλοντικών φιλολόγων, όπου περιγράφει δυο από τα κυριότερα σχετικά προβλήματα, ερευνά τα γενικά και τα ειδικότερα αίτια και διατυπώνει ενδεικτικές – προκαταρκτικές προτάσεις.

Μεγάλωσα με την Αντιγόνη, όχι με αποκόμματα φυλλαδίων, μας θυμίζει τα λόγια της Jacqueline de Romilly η Νατάσα Μερκούρη, αναφερόμενη στον «αθέατο κόσμο των ανθρωπιστικών μαθημάτων στο σχολείο». Εδώ αποδεικνύεται χρήσιμος ο ορισμός του Sir Ken Robinson για την δημιουργικότητα ως εφαρμοσμένη φαντασία και την εξειδικεύει ως την δεξιότητα που θα βοηθήσει τα παιδιά να ακολουθούν με ευκολία στην κάθε αλλαγή, ενώ η καινοτομία με την σειρά της είναι εφαρμοσμένη δημιουργικότητα, η υλοποίηση νέων ιδεών, ωφέλιμων, που πιθανώς θα έρθουν σε ρήξη με προηγούμενες κατεστημένες ιδέες. Ο Μιχάλης Πάγκαλος επανέρχεται με ένα εκτενές κείμενο που μελετά σχέσεις και συνδέσεις μεταξύ Φιλοσοφίας και Δημοκρατίας κ.ά.

Ο ποιητικός φάκελος του τεύχους περιλαμβάνει μια ανθολογία της σύγχρονης μεξικανικής ποίησης από τον σημαντικότερο εν ζωή Μεξικανό ποιητή Εντουάρντο Λισάλντε (1929) ως τον νεότατο Ανταλαμπέρτο Γκαρσία Λόπες (1991), ανθολογία που ετοίμασε ειδικά για το Φρέαρ ο ποιητής Αλί Καλντερόν και προλογίζει ο σπουδαίος ποιητής και κριτικός Μάρκο Αντόνιο Κάμπος. Διηγήματα καταθέτουν οι Ανδρέας Μήτσου, Γιώργος Χαβουτσάς, Θεόδωρος Ε. Παντούλας, Θεοδόσης Ν. Νικολαΐδης, Νατάσα Κεσμέτη, Νατάσα Ζαχαροπούλου, Ελένη Αναστασοπούλου. Στα ράφια της ποίησης βρίσκουμε ένα ανέκδοτο ποίημα της Όλγας Σεντάκοβα που παραχώρησε ειδικά για το Φρέαρ και πολλές άλλες ποιητικές εγγραφές (Πάνος Κυπαρίσσης, Αγγελική Σιδηρά, Χάιμε Σίλες, Σίντνεϋ Κίηζ, Τατιάνα Ζίτκοβα, Γουώλτερ Κουρονίσι).

Χρειαζόμαστε μια φιλοσοφία που θα είναι πιο κοντά στην επιστήμη παρά στην λογοτεχνία, διατείνεται (επιτέλους) ο Ρίτσαρντ Σουίνμπερν σε συνομιλία του με τον Διονύση Σκλήρη), ενώ σε μια άλλη απολαυστικό συνέντευξη (στον Αλέξανδρο Αηδώνη) ο Νάνος Βαλαωρίτης μιλά περί παντός επιστητού, από την ειρωνεία του θανάτου και της αιωνιότητας στα ποιήματά του μέχρι τις μουσικές του ανησυχίες. Δημοσιεύοται ακόμα μια ξεχασμένη (δημοσιευμένη) συνέντευξη του Γιώργου Σεφέρη στον Στέλιο Αρτεμάκη κι ένα ανέκδοτο κείμενο του Γιάννη Κοντού.

Το Φρέαρ προβληματίζεται για την κατάπτωση της σύγχρονης Αμερικής του Τραμπ, ο Γιώργος Κεντρωτής εκφράζει τις σκέψεις του μετά την νέα ανάγνωση του βιβλίου Αθλιότητα και αίγλη της μετάφρασης του Χοσέ Ορτέγκα υ Γκασέτ, ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος μοιράζεται ένα ενδιαφέρον περιστατικό διορθωτικής συμβολής των αναγνωστών, ο Λάκης Παπαστάθης μας γνωρίζει ένα άγνωστο φετινό περί θεάτρου βιβλίο για τον Ίψεν στην ελληνική σκηνή, ο Κώστας Θεριανός εκκινεί το κείμενό του από την ρήση του Καρλ Κράους Ένα ποίημα είναι καλό έως ότου μάθεις ποιος το έγραψε. Οι εκλιπόντες του 2017 (Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, Σπύρος Ευαγγελάτος, Πιερρέττα Λορεντζάτου, Τάσος Καρβέλης) συνεχίζουν να υπάρχουν σε κείμενα που τους θυμούνται.

Σε ένα από τα πλέον φορτισμένα κείμενα του περιοδικού ο Δημήτρης Αγγελής καταθέτει το δεύτερο μέρος από τις Σελίδες του Ημερολογίου του την γνωριμία του και την μαθητεία του δίπλα στον Κώστα Ε. Τσιρόπουλο. Εκτός από τιμητική σπονδή το κείμενο αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον χρονικό για το πώς λειτούργησε ένας πνευματικός κύκλος ανθρώπων αλλά κυρίως παρουσιάζει ένα υπόδειγμα μιας διδασκαλικής και μυητικής σχέσης που σήμερα φοβάμαι πως δεν υπάρχει.

[σελ. 231 – 458]

Στις εικόνες: Eduardo Lizarde, Κώστας Ε. Τσιρόπουλος.

Πανοπτικόν, τεύχος 20 (Οκτώβριος 2015, επανέκδοση Ιανουάριος 2017). Αφιέρωμα στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

Ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ταξιδιώτης, εκδότης, επιμελητής εκδόσεων και ψυχή ενός ορισμένου πνευματικού κύκλου, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος αποτελεί μια μοναδική περίπτωση δημιουργού και στοχαστή  που με ήθος ασκητή και αναχωρητή έχει εδώ και χρόνια στρέψει τα νώτα του στα κανάλια της δημοσιότητας και της «αγοράς», όπως γράφει ο Κώστας Δεσποινιάδης στο εισαγωγικό του σημείωμα. Τα φαινομενικά χαμηλόφωνα γραπτά του είναι το όπλο ενός άοπλου και απαρηγόρητου κόσμου, κι ας αριθμεί μόνο μερικές εκατοντάδες αναγνώστες τούτος ο κόσμος. Θα συνοψίσω, όσο γίνεται, τις πυκνές, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες σελίδες του ολοκληρωμένου αυτού αφιερώματος.

«Ανάμεσα στην εξέγερση και τη φυγή» τον τοποθετεί ο Φώτης Τερζάκης, όπως τιτλοφορεί το εκτενές κείμενό του, μια επαρκέστατη εισαγωγή στον βίο και το έργο του τιμώμενου. Η ποίησή του διαβάζεται σαν ένα αδιάσπαστο υπαρξιακό αφήγημα, περιστρεφόμενη πάντα γύρω από την τραγική αντινομία «ξενότητα» / «πατρίδα» αλλά τελικά ο στοχασμός και η κριτική σκέψη θα γίνουν η δική του πατρίδα: με τα κριτικά του γραπτά θα χαράξει το θεωρητικό στίγμα του περιοδικού Σημειώσεις και θα παραμένει αξεπέραστος στην χαρτογράφηση της πάλης των ιδεών.

Ο Τερζάκης διατρέχει μερικά από τα σημαντικότερα κείμενα από τα θεωρητικά βιβλία του Λυκιαρδόπουλο για να επανακαταγράψει μερικές από τις πλέον ενδιαφέρουσες θέσεις του, ιδίως από τις Αναφορές, που αποτελούν ορόσημο στην σύγχρονη κριτικογραφία. Υπάρχει μια έμμονη ιδιοσυγκρασιακή προσήλωση του Γ.Λ. στο συγκεκριμένο, μια αποστροφή για την μεγαλοστομία και τις υποστασιοποιημένες αφαιρέσεις – πρόκειται για μια διαλεκτική αίσθηση στην καλύτερη μορφή της. Οι φιλοσοφικής εμβέλειας κρίσεις του, οι οποίες αστράφτουν μέσα από την συζήτηση ακόμα και του πιο ταπεινού υλικού, συγγενεύουν αβίαστα με την σκέψη του Αντόρντο, του Λούκατς, του Κίρκεγκωρ, του Χέγκελ, του Μαρξ

Στο ίδιο κείμενο παρουσιάζονται και οι βασικότερες πτυχές του φορτισμένου διαλόγου με τον Παναγιώτη Κονδύλη στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όπου ο τελευταίος υποστήριξε την θέση ότι η φράση «επαναστατική ιδεολογία είναι αντίφαση εν τοις όροις» και την γενικότερη καχυποψία απέναντι σε όλες τις επαναστατικές ή απελευθερωσιακές βλέψεις, εξισώνοντας τον μαρξισμό με όλες τις παλαιότερες θρησκευτικές πεποιθήσεις που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει, με μια μεταφυσική που παραγνώριζε τους ανυπέρβατους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει.

Ο Λυκιαρδόπουλος από την πλευρά του, θα επιμείνει στο μη αναγώγιμο της επαναστατικής επιθυμίας και τους οράματος της απελευθέρωσης σε οποιοδήποτε «δια ταύτα» της επίσημης ιστορικής ετυμηγορίας. Μέσα από την μεταμαρξιστική παράδοση, τις κιρκεγκωριανές φωτοσκιάσεις, τις μπενγιαμινικές θέσεις για την Ιστορία, ακόμα και μια διαδρομή από τον Νίτσε και τον Ντοστογιέφσκι μέχρι τον Μαγιακόβσκι και τον Τσε, προβαίνει σε μια αντι-εγελιανή, αντι-προοδευτική υπεράσπιση της επανάστασης. Είναι μοναδική η ικανότητα του Λυκιαρδόπουλου, γράφει ο Τερζάκης, «να ξεκλειδώνει τις άρρηκτες συνάψεις των ιδεών με τις λογοτεχνικές μορφές και να διαβάζει τους μεγάλους ανέμους τω εποχών και της ιστορίας μέσα σε ποιητικούς τρόπους και μυθιστορηματικές φιγούρες».

Ο Λυκιαρδόπουλος υπήρξε και εκδότης του περιοδικού Σημειώσεις και ο Φώτης Τερζάκης σ’ ένα άλλο κείμενο (που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Πλανόδιον το 1996) παρουσιάζει μια περιεκτική επιτομή της πνευματική διαδρομής τους. Φάρος σε αυτή την πορεία υπήρξε η Σχολή της Φρανκφούρτης στη Γερμανία και ο αντίστοιχος χώρος ζυμώσεων που ανοίχτηκε από την κριτική αποδόμηση ενός «ορθόδοξου» μαρξισμού, χώρος από τον οποίο προέκυψαν όλα τα ανάλογα πολιτικά και θεωρητικά ρεύματα της Ευρώπης. Μέχρι τότε στην Ελλάδα η επαναστατική κουλτούρα αποτέλεσε μονοπώλιο για το άκρως σταλινικό και γραφειοκρατικό κομμουνιστικό κόμμα, του οποίου η ηγεσία από το 1931 και ύστερα έπνιξε στην γέννησή της κάθε αριστερή αντιπολίτευση. Αυτή η αριστερά δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει έναν γόνιμο αντίποδα στην συντηρητική πτέρυγα της ελληνικής διανόησης, ενώ εκεί που η αριστερή σκέψη αποδείχθηκε τραγικότερα τυφλή ήταν το πεδίο του αισθητικού στοχασμού. Παρά το γεγονός ότι είχε από την αρχή στους κόλπους της προικισμένους αισθητικούς και καινοτόμους δημιουργούς (π.χ. Αυγέρης, Βάρναλης), έχασε νωρίς τη μάχη του μοντερνισμού προσκολλώμενη σ’ έναν «σοσιαλιστικό ρεαλισμό», μένοντας μακριά και από τον σουρεαλισμό καταδικάζοντας την «παρακμιακή» γενιά του ’20

Ο κύκλος των Σημειώσεων ξέσπασε στους κόλπους μιας ορισμένης αριστερής διανόησης κυρίως σαν ένα ρεύμα αισθητικής αντιπολίτευσης συνδέοντας σε μια αόρατη γενεαλογική γραμμή τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τον Παναγιώτη Κονδύλη, τον Αντώνη Λαυραντώνη και τον Μανώλη Λαμπρίδη – με τον τελευταίο εκδηλώνεται πλήρης εκτίμηση των σχέσεων μεταξύ αισθητικής καινοτομίας και πολιτικού ριζοσπαστισμού. Η σύνθεση μετά την μεταπολίτευση περιλάμβανε, εκτός του Λυκιαρδόπουλου, τον Βύρωνα Λεοντάρη, τον Μάριο Μαρκίδη, τον Στέφανο Ροζάνη, αργότερα τον ποιητή Τάσο Πορφύρη κ.ά.

Η σχέση με την Σχολή της Φρανκφούρτης, η οποία γαλουχήθηκε μέσα στην μεγάλη παράδοση του ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος, δεν αφορά μόνο την μετάφραση, την έκδοση και την ενσωμάτωση σε κείμενα κλπ. μεγάλου μέρους του έργου της  αλλά και μια ευρύτερη υπαρξιακή, κοσμοθεωρητική και αισθητική συγγένεια. Οι συγγραφείς των Σημειώσεων έκαναν την σκέψη το έσχατο όπλο της απελπισίας, εστιάζοντας μεταξύ άλλων στην απολυτρωτική σημασία που κλείνει μέσα της η αυθεντική αισθητική μορφή. Ο αγώνας για την αισθητική έκφραση γίνεται όχι υποκατάστατο αλλά η ίδια η καρδιά, η πεμπτουσία του πολιτικού αγώνα, όταν αφορά την ανθρώπινη ελευθερία και την ανθρώπινη ευτυχία.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης παρουσιάζει τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο ως εκδότη και την περίπτωση των εκδόσεων «Έρασμος». Μέσα στα περίφημα λευκά, ομοιόμορφα εξώφυλλα (μια σαφής «ασκητικότητα» της μορφής) ξεδιπλωνόταν ένα ευρύ φάσμα στοχασμού και λογοτεχνικής έκφρασης, με έμφαση σε μια λακωνικότητα που γνωρίζει ότι το ουσιώδες δεν χρειάζεται πολύ χώρο για να εκφραστεί. Ο εκδοτικός οδικός χάρτης των Σημειώσεων συνιστά ένα φάσμα εκλεκτικών συγγενικών, αναφορών και «προτάσεων» του Λυκιαρδόπουλου και προσφέρει σημαντικά και κρίσιμα κείμενα της αιρετικής ευρωπαϊκής σκέψης του 20ού αιώνα, από την Σχολή της Φρανκφούρτης (Αντόρνο, Χορκχάϊμερ, Μαρκούζε, Μπένγιαμιν),  αιρετικούς και αποκλίοντες μαρξιστές (Λούκατς, Μπλοχ, Λεφέβρ), λαμπρούς στοχαστές και φιλοσόφους (Κασίρερ, Άρεντ, Φουκώ, Μερλώ – Ποντύ, Ζίμελ, Σόλεμ), θεωρητικούς της λογοτεχνίας (Μπέλυ, Σκλόβσκι, Στάινερ) κ.ά.

Οι Στέφανος Ροζάνης και Τάσος Πορφύρης καταθέτουν κείμενα για την ποίηση του Λυκιαρδόπουλου, οι Μάρκος Μέσκος και Γιάννης Πατίλης του γράφουν γι’ αυτόν από ένα ποίημα, ενώ περιλαμβάνονται ακόμα τα κείμενα των Βασίλη Αλεξίου Η ά-νοστος πατριδογνωσία του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, Γιώργου Μερτίκας Ο χρόνος του ονείρου και η αλήθεια του βίου. Στο δεύτερο μέρος αναδημοσιεύονται κείμενα του ίδιου του Λυκιαρδόπουλου από παλαιότερα βιβλία του και από τεύχη των Σημειώσεων, καθώς και είκοσι ποιήματα και πλήρης εργογραφία. Ένα πλήρες αφιέρωμα.

[σελ. 143]