Γιώργος Γιαννουλόπουλος – Ο μοντερνισμός και οι Δοκιμές του Σεφέρη

Η στενή σχέση του Σεφέρη με τον αγγλοσαξονικό μοντερνισμό και ιδιαίτερα τον Έλιοτ, είτε χαρακτηριζόμενη ως απλή μίμηση και εισαγωγή ξένων προτύπων είτε ως γόνιμη έμπνευση και επιρροή, είναι δεδομένη, αναμφισβήτητα όσον αφορά το ποιητικό του έργο. Ισχύει όμως το ίδιο και με τις Δοκιμές του; Ο Γ. Γιαννουλόπουλος (Τρίπολη, 1942) διαβάζει προσεκτικά το έργο και το αντιπαραβάλλει με αντίστοιχα κριτικά κείμενα των Eliot και Pound διαπιστώνοντας ενδιαφέρουσες αποκλίσεις και διαφοροποιήσεις.

Διόλου τυχαία ο μελετητής εκκινεί από την Επιστολή του λόρδου Chandos (1902) του Αυστριακού ποιητή και δραματουργού Hugo von Hofmannstahl που υποτίθεται ότι απευθύνεται στον ελισαβετιανό φιλόσοφο και πολιτικό Francis Bacon ενώ ο αποστολέας είναι δημιούργημα της φαντασίας του ποιητή. Ο τελευταίος προσπαθεί να εξηγήσεις την απόφασή του να εγκαταλείψει ένα τεράστιο έργο όπου σκόπευε να καταγράψει όλες τις εκφάνσεις του ευρωπαϊκού πνεύματος. Ο επιστολογράφος εξομολογείται πως έχει οριστικά απολέσει την ικανότητα να σκέφτεται και να μιλά, επειδή οι αφηρημένες λέξεις «διαλύονται στο στόμα του σαν σαπισμένα μανιτάρια». Το περίφημο χάσμα ανάμεσα στη γλώσσα και τα πράγματα, ανάμεσα στον ποιητή και στον κόσμο είχε μόλις ανοίξει. Και ο ήρωας μετέβη από ένα ειδυλλιακό πριν σ’ ένα αγχογόνο μετά. Κάπου ανάμεσα, μια τελευταία έκλαμψη:

Ένα ποτιστήρι, μια αξίνα παρατημένη στον κάμπο, ένα σκυλί ξαπλωμένο στον ήλιο, ένα ταπεινό κοιμητήρι, ένας ανάπηρος, ένα μικρό χωριάτικο σπιτάκι, όλα αυτά μπορούν να μεταμορφωθούν σε δοχεία της αποκάλυψής μου. Κάθε ένα από ετούτα τα αντικείμενα και χίλια άλλα παρόμοια, πάνω από τα οποία περνούν συνήθως με φυσική αδιαφορία βιαστικά τα μάτια, μπορούν να αποκτήσουν ξαφνικά – σε μια στιγμή που δεν διαθέτω την ελάχιστη εξουσία να την προκαλέσω – χαρακτήρα τόσο ανώτερο και συγκινητικό ώστε όλες οι λέξεις να μου φαίνονται φτωχές να τον εκφράσω.

Η κατά Joyce Επιφάνεια δεν αρκεί – τα αντικείμενα είναι υπολείμματα μιας αλλοτινής ενότητας και ο χαρακτήρας αποφασίζει να εγκαταλείψει οριστικά τη λογοτεχνία. Ο μελετητής εκθέτει τις διαφορετικές ερμηνείες της Επιστολής. Για τον Hermann Broch η γλώσσα δεν διασώζει μόνο τη στιγμιαία εντύπωση των πραγμάτων αλλά και αναδεικνύει την ουσία τους, συνεπώς προϋποθέτει την ταύτιση με τα πράγματα, την μυστική ενότητα του Εγώ, της έκφρασης και του αντικειμένου. Ο Thomas A. Kovach μίλησε για μια μελαγχολική συνειδητοποίηση ενός φευγαλέου παρελθόντος, για τους συμβολιστές από τον Baudelaire μέχρι τον Mallarmé η καθημερινή γλώσσα θεωρείται ανεπανόρθωτα μολυσμένη και ακατάλληλη για τον ποιητή.

Η Επιστολή, γράφει ο Γιαννουλόπουλος, είναι η σύγχρονη, μοντερνιστική εκδοχή ενός αρχέγονου μύθου. Η ειδοποιός διαφορά που της προσδίδει τον χαρακτήρα ετούτο είναι ακριβώς το χάσμα που για πρώτη φορά παρεμβάλλεται ανάμεσα στη γλώσσα και τον κόσμο, συνεπώς «η έκβαση της αφήγησης είναι είτε η επινόηση ενός νέου τρόπου γραφής που θα το γεφυρώσει, αποκαθιστώντας την απολεσθείσα ενότητα, είτε η τραγική συνειδητοποίηση ότι ο σύγχρονος ποιητής υποχρεούται να μιλάει μια γλώσσα που ξέρει ότι αδυνατεί εξορισμού να αποδώσει εκείνο που πραγματικά θέλει να πει, οδηγώντας τον εαυτό του στη σιωπή». Είναι ακριβώς οι δύο πόλοι ανάμεσα στους οποίους κινήθηκε η ποιητική των μοντερνιστών.

Σύμφωνα με τον George Steiner η αίσθηση ότι η κοινόχρηστη λέξη αδυνατεί να μεταφέρει επακριβώς το δικό μας συγκεκριμένο νόημα δεν είναι καινοφανής· ακόμα και οι πιο σκοτεινοί και ιδιωματικοί ποιητές «κατοικούσαν» στην κοινή γλώσσα – ο Steiner μνημονεύει μέχρι και τους Hölderlin, Nerval, Rimbaud, ενώ η επανάσταση ή κρίση της γλώσσας που έγινε στην Κεντρική Ευρώπη το πρώτο τέταρτο του εικοστού αιώνα δεν στρεφόταν εναντίον κάποιας συγκεκριμένης γλωσσικής πρακτικής αλλά αμφισβητούσε την βασική της επικοινωνιακή λειτουργία. Μόνη εναλλακτική λύση αποτελούσε η απόλυτη ανατροπή ή η σιωπή – οι αγγλόφωνοι μοντερνιστές επέλεξαν την πρώτη, οι Κεντροευρωπαίοι τη δεύτερη.

Βρισκόμαστε ακόμα στην εκτενέστατη εισαγωγή αλλά το νήμα της πορείας σε τούτο το θεωρητικό ταξίδι είναι μακρύ και όλες οι αφετηρίες, οι στάσεις και τα οδόσημά της έχουν τη σημασία τους μέχρι τον πυρήνα του βασικού θέματος. Ο μελετητής συμπληρώνει την εισαγωγή με σειρά ανάλογων προδρομικών ερωτημάτων, συνεχίζει με μια πρώτη ματιά στον μοντερνισμό, επιτονίζοντας τις αντιφάσεις της αμφίθυμης στάσης της ταυτόχρονης απόρριψης και χρήσης του παρελθόντος αλλά και την ρεαλιστική του διάσταση, και προχωρά σε βραχύ χρονικό του μοντερνισμού στην Αγγλία. Η ανεπάρκεια της γλώσσας (που με την έλευση της νεωτερικότητας δεν διατυπώνεται μόνο κριτικά ή θεωρητικά αλλά και από τα ίδια τα κείμενα, ήδη από τον Cervantes και τον Laurence Sterne), η ποιητική των εικονιστών, η μεταφυσική ποιητική του Ezra Pound, το ιδεόγραμμα του Fenollosa και η Επιφάνεια του Joyce αναπτύσσονται σε αυτόνομα κεφάλαια του δεύτερου μέρους. To τρίτο μέρος συνοψίζει τα ρεύματα και τις περιόδους πριν από το ρομαντισμό, κατά τον ρομαντισμό, κατά την μετάβαση από τον ρομαντισμό στον μοντερνισμό, αλλά και την αφαίρεση, την ενσυναίσθηση, την χωρική μορφή και τον μύθο, ενώ ολοκληρώνεται με την έννοια του ταυτόχρονου και την παράδοση στον Ezra Pound και τον T.S. Eliot.

Με αφορμή την ημερολογιακή εγγραφή του Σεφέρη για το μουσείο της Ακρόπολης o Γιαννουλόπουλος επιστρέφει στην επιστολή του Chandos που σε μια ύστατη προσπάθεια στράφηκε στους αρχαίους κλασικούς με την ελπίδα ότι θα του χάριζαν τη λύση. Το ατελέσφορο της προσφυγής ήταν αναμενόμενο: η επιστροφή στο ανθρωπιστικό ιδεώδες ήταν ανέφικτη και η αναντιστοιχία γλώσσας και πραγμάτων ήταν αδιανόητη στην αρχαιότητα. Ο Σεφέρης αισθάνεται πως «όλα μέσα εκεί του μιλούσαν και μιλούσαν αναμεταξύ τους», ενώ ο Hofmannstahl έγραφε πως «ένοιωθε σαν φυλακισμένος σ’ έναν κήπο γεμάτο αόμματα αγάλματα». Έτσι ο μελετητής κρίνει πως τα σεφερικά λόγια αποτελούν τον ελληνικό αντίλογο στην επιστολή (κι ας μην γνωρίζουμε αν την είχε υπόψη του ο ποιητής). Στο μουσείο ο Σεφέρης ανακαλύπτει πως διατηρεί μια ουσιαστική επαφή με τους αρχαίους προγόνους του, η οποία, παρά τη διπλομανταλωμένη σιωπή που επέβαλε επί χιλιετίες η τεχνητή καθαρεύουσα, έχει επιβιώσει χάρη στη ζωντανή γλώσσα του λαού., μια γλώσσα που είναι η ίδια η φύση του.

Ο Σεφέρης αναπαράγει την θεωρία των μοντερνιστών αλλά την προεκτείνει για να συμπεριλάβει και την «εθνική» διάσταση. Συνδυάζει το βάθος και τη συγκινησιακή χρήση της γλώσσας που έχει πάρει από τους μοντερνιστές με την έννοια της ρίζας, σ’ ένα μείγμα ιδιαίτερα γόνιμο. Ο ενάρετος απλός λαός που κυριαρχεί στο δοκιμιακό έργο του πρόσφερε το σταθερό έδαφος όπου στηρίχτηκε για να κατακτήσει τη διαύγεια που οι μοντερνιστές νοστάλγησαν, ενώ ταυτόχρονα έγινε και το θεμέλιο της ιδεολογίας του για την  αδιάλειπτη συνέχεια του ελληνισμού. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει το πρόβλημα του βάθους:

Ενώ για τους μοντερνιστές το εσώτερο εγώ είναι η άμεση εμπειρία που ο ποιητής προσπαθεί να αναδείξει επιλέγοντας τη μία και μόνη λέξη, που την αποδίδει επακριβώς, ή ο τόπος των αρχέγονων μύθων οι οποίοι μπορούν να προσδώσουν σχήμα και σημασία στην άναρχη σύγχρονη ζωή, η εκδοχή του Σεφέρη αλλού στοχεύει. Και ενίοτε το παραδέχεται. Γιατί το εθνικό υποσυνείδητο δεν παράγει μόνο νόημα που τόσο χρειάζεται η σύγχρονη ανερμάτιστη ζωή μας, αλλά παράγει και την ομοιογένεια η οποία συνδέει τον Έλληνα ως σημερινό ιστορικό υποκείμενο με την αρχική εκδοχή του. Έτσι, το άβολο γεγονός ότι δεν καταλαβαίνουμε τη γλώσσα τον προγόνων μας, ή ότι οι νοηματοδοτήσεις μας διαφέρουν ριζικά από τις δικές τους επειδή μεσολάβησαν οι χιλιετίες της ιστορίας, παρακάμπτεται επειδή, κατά τον Σεφέρη, όλα αυτά λειτουργούν ακόμα μέσα μας, λειτουργούν ωστόσο υπόγεια, πιστοποιώντας την ελληνική διάρκεια διαγράφοντας την ιστορία. Όταν ο Σεφέρης ισχυρίζεται ότι την Μεγάλη Παρασκευή δυσκολεύεται να αποφασίσει «αν ο Θεός που κηδεύεται είναι ο Χριστός ή ο Άδωνις» [Δοκιμές, 2, 14] δεν εννοεί ότι προσπάθησε και δεν  τα κατάφερε αλλά ότι πριν πάει στον Επιτάφιο είχε ήδη αποφασίσει ότι καμιά από τις παραδόσεις μας, χριστιανικές ή προχριστιανικές, δεν έχει πραγματικά πεθάνει. Και δεν έχουν πεθάνει επειδή επιβιώνουν στο εθνικό υποσυνείδητο. [σ. 549 – 550]

Συμπλέοντας λοιπόν με τις αισθητικές επιλογές του αγγλοσαξονικού μοντερνισμού, ο Σεφέρης εισάγει στις Δοκιμές του ένα δικό του στοιχείο: εκεί που οι μοντερνιστές τοποθετούν την ποίηση, εκείνος βάζει και την ελληνικότητα. Ουσιαστικό σημείο επαφής των δύο αποτελεί η πεποίθηση ότι ποίηση και ελληνικότητα παραμένουν «πιστές στον εαυτό τους», κοινώς κατά βάθος δεν αλλάζουν ποτέ. Η κυρία διαφορά υπήρχε στη στόχευση: «ο Σεφέρης πίστευε στη «φυσική» γλώσσα του απλού λαού, που διατήρησε το νήμα της ελληνικότητας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, ενώ οι μοντερνιστές, περισσότερο κοσμοπολίτες, απέρριψαν την ομιλούμενη από όλους γλώσσα για να κατακτήσουν την ακριβολογία και να προσδώσουν στην ποίηση τη φορμαλιστική συνοχή, το μόνο αντίδοτο στο αγχογόνο χάος της σύγχρονης ζωής»

Εκδ. Πόλις, 2011, σελ. 597, με ευρετήριο και εικοσασέλιδη βιβλιογραφία.

Στις εικόνες, εκτός του Γ.Σ.:  Hugo von Hofmannstahl, Ezra Pound, T.S. Eliot, James Joyce.

Αργύρης Χιόνης – Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες

Παραμυθίες στα χώματα

Το ταπεινό χορτάρι που φυτρώνει
Ανάμεσα στις πλάκες των πεζοδρομίων μας
Δεν είναι διόλου ταπεινό
Είναι το δάσος που επιστρέφει
Είναι η ζούγκλα που ποτέ δεν παραιτήθηκε
Από αυτό που της ανήκει
Και που της πήραμε με τόσο δόλο

Η γάτα που μας γδέρνει τάχα παίζοντας το χέρι
Δεν παίζει καθόλου
Είναι το αιλουροειδές που εκδικείται
Για όλ’ αυτά τα χάδια ανάμεσα στα μάτια
Για όλ’ αυτά τα αποφάγια της ζωφιλίας μας
Είναι η τίγρη που τη σάρκα μας γυρεύει.

…έγραφε ο Αργύρης Χιόνης στη «Μικρή φυσική ιστορία», ένα ποίημα που εμπνεύστηκε από την σύντομη ιστορία «Ο ανδριάντας» και που ο ίδιος το παραθέτει στις σημειώσεις του για να καταδείξει, όπως γράφει, την υπεροχή της ποίησης έναντι της πεζογραφίας, καθώς, «ενώ η δεύτερη περιγράφει ή αναπαριστά την πραγματικότητα, η πρώτη με ελάχιστα μέσα και άκρα λιτότητα αναδημιουργεί τον κόσμο». Ο ανδριάντας, πρωτοδημοσιευμένος στο περιοδικό Φάσμα (τεύχος 2, 1982) είναι ένα απολαυστικό διήγημα με επίκεντρο τον ανδριάντα ενός εθνικού ευεργέτη που στήνεται με μοντέλο έναν κτηνοτρόφο που του έμοιαζε και που κατάκοιτος ων, συνεπώς ακίνητος, διευκολύνει τον καλλιτέχνη. Ο συγγραφέας διατρέχει με ειρωνική σκωπτικότητα όλες τις περιόδους του αγάλματος μέχρι το ανεξήγητο πρασίνισμά του  και τις σχετικές λαϊκές εκδοχές, την αποκάλυψη της αηδιαστικής χαλκοπράσινης σάρκας, τις βόλτες του στην πλατεία και την επιθυμία των περιπατητών να απαλλαγούν από τον πρώην ευεργέτη και νυν μπαμπούλα.

Τι ενώνει έντεκα ιστορίες ύψους οριζοντίου; Πρώτα η έμφυτη μυθοπρακτική του συγγραφέα: η κατασκευή ιστοριών από το τίποτα ή το σχεδόν, ο εμποτισμός τους με πολύτιμη σοφία ζωής, η γλυκόπικρη ανάσταση και αποκαθήλωση των αυτονόητων. Όπως η μνήμη του συγκρατεί την γιαγιά του στην περίκλειστη αυλή με τον μικρό λαχανόκηπο να διαβάζει τη Βίβλο, διασκευάζοντας μες στο μυαλό της τα Ιερά Κείμενα σε παραμύθια, έτσι κι εκείνος επαληθεύει την προς αυτόν προτροπή της Ζυράνας Ζατέλη «να γράφει στα χώματα», στο σημείο που όσοι βρίσκονται κάτω από αυτά γειτνιάζουν με όσους βρίσκονται από πάνω. Μόνο που αυτές οι γραφές έχουν έναν βαθύτατο ιαματικό προορισμό: η αποσταγμένη παραμυθία των παραμυθιών του υπήρξε πρώτιστα για εκείνον βαθιά ψυχική ανάγκη να ξεγελάσει τον χρόνο και να κοροϊδέψει τα υπαρξιακά του άλγη.

Περνούσανε, λοιπόν, πλάι απ’ την παπαρούνα, σαν να μην είχε τίποτε συμβεί, γιατί, όσο κι αν φαίνεται τρελό, οι άνθρωποι της πολιτείας κοιτούσαν, μα δεν βλέπανε. Παράξενο πράγμα όμως· ενώ όλοι τους βαδίζαν στα τυφλά, κανένας δεν την πάτησε, λες κι είχε σηκωθεί τριγύρω της αόρατο περίφραγμα, για να την προστατέψει απ’ όλες αυτές τις στρατιές πελμάτων που την απειλούσαν με ισοπέδωσε κι έτσι να συνεχίσει να υπάρχει η ομορφιά στη μέση της ασκήμιας, κι ας ήτανε αόρατη, μια που κανένας δεν την έβλεπε, κι ας μην ήτανε παρηγοριά για κανέναν, μια που κανένας δεν την αποζητούσε. [«Η ομορφιά που γεννιόταν και πέθαινε απαρατήρητη και που, παρ’ όλ’ αυτά, ποτέ δεν το’ βαλε κάτω», σ. 56]

Γι’ αυτό κι εδώ συνυπάρχουν ο διάχυτος εξομολογητικός τόνος ενός εργάτη των εννοιών που κολυμπά ανάμεσα στην αοριστία, τη σύγχυση και την άγνοια εγκυκλοπαιδικών λημμάτων, προβαίνει σε – συγχωρήστε μου τον όρο – αστυνομική αρχαιολογία και διαπιστώνει την ματαιότητα της έρευνας («Αλφηός συν Αρέθωνι») και η περιπέτεια μιας πέτρας που ζει ειρηνικά την πέτρινη ζωή της, χωρίς να ενοχλείται από τη μονοτονία της αφού δεν γνωρίζει τι είναι μονοτονία, αλλά γνωρίζει ξαφνικά τόσο τον παράδεισο (χάρη στην σφεντόνα ενός αγοριού βρίσκεται σ’ έναν κήπο), όσο και την κόλαση (παγιδεύεται στην άσφαλτο από το ανέμελο χέρι ενός κοριτσιού) («Μια πέτρα που δεν είχε τίποτα να χάσει»). Το επιμύθιο που ολοκληρώνει την κάθε ιστορία αλλά και οι απολαυστικές περί αυτών σημειώσεις δεν μας θρέφουν μόνο με πολύτιμα συμπεράσματα που μοιάζουν δεδομένα μα είναι πάντα φευγαλέα αλλά και μας προσκαλούν στον δικό του δημιουργικό κόσμο.

Από τα Σεπόλια στις ευρωπαϊκές πόλεις και πίσω σε απομονωμένο ορεινό χωριό, βιοπαλαιστής στην Αθήνα και στο Παρίσι, δάσκαλος και μεταφραστής στο Άμστερναμ, κοινοτικός μεταφραστής στις Βρυξέλλες, πάντα ποιητής αλλά και υποκύψας στον δαίμονα της πεζογραφίας, κάποτε και της μετάφρασης (μετέφρασε μεταξύ άλλων Octavio Paz, Henri Michaux, Roberto Juarroz, Nicanor Parra και Jane Austen), ο συγγραφέας τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής του είχε αποσυρθεί στο Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας – αυτή ίσως είναι η ιδανική κατάληξη της πορείας ενός λογο – τεχνίτη που υπήρξε ταυτόχρονα απλός άνθρωπος και ανήσυχος στοχαστής, μάστορας παραμυθιών και φιλόσοφος ουσίας. Γιατί, όπως γράφεται κάπου σε μια ιστορία, μπορεί να μην υψώνεσαι στα ύψη αλλά να απλώνεσαι στα πλάτη.

… η Απουσία δεν είναι πουλί αλλά θηρία ανήμερο που, σιωπηλό και άφαντο, τρώει τα σωθικά μας, ώσπου να γίνουμε κενά τεμένη, μαυσωλεία θαμπών αναμνήσεων. Επιμύθιο: Η Απουσία είναι το μοναδικό θηρίο που ο άνθρωπος όχι μονάχα δεν κατάφερε ποτέ να εξημερώσει, αλλ’ ούτε να συλλάβει καν. Βέβαια, πάντα ελπίζει ότι θα τα καταφέρει, γι’ αυτό και σ’ όλους τους ζωολογικούς κήπους υπάρχει εν’ αδειανό κλουβί γι’ αυτήν. [«Η απουσία», σ. 48]

Η συλλογή κλείνει με την απόλυτη παραμυθία μιας υπερρεαλιστικής αντιστροφής που όλοι ονειρευτήκαμε μικροί: μια ζωόφιλη και ζωοποιό κρεατομηχανή, μια ανώμαλη αντάρτισσα από την οποία ξεπηδούν αγελάδες, βόδια, μοσχάρια και ταύροι που χαιρετούν τον παράξενο, καλό χασάπη και ξεχύνονται προς τα δάση. Αν όμως εκείνος επιχειρήσει να την επιδιορθώσει, παραγεμίζοντάς την με κιμά, τότε κινδυνεύει από μέσα της να ξεπηδήσει μια άγρια πεινασμένη τίγρη… Ο Χιόνης εδώ ξανάγραψε την ιστορία, πράγμα που, όπως για άλλη μια φορά μας αποκαλύπτει στις σχετικές σημειώσεις, θα επιθυμούσε να κάνει με όλο το έργο του, προσθέτοντας: Η αίσθηση, ωστόσο, ότι ζω με δάνειο χρόνο, βαίνοντα σταθερά προς τη λήξη του, με πανικοβάλλει και, αντί να κάτσω με ηρεμία και σύνεση, να διορθώσω τα λάθη του παρελθόντος, με απελπισμένη ανυπομονησία σε νέα λάθη προβαίνω. Ευτυχώς για μας, ο αξέχαστος συγγραφέας προέβη κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του σε πολλά τέτοια «λάθη», να έχουμε να διαβάζουμε και να απολαμβάνουμε, παραμυθιάζοντας τη δική μας ζωή, όσο διαρκεί. Και να ρίχνουμε στα ελάχιστα δικά μας χώματα λίγο κρασί, σπονδή στη μνήμη του, στο λόγο του και στη μνήμη κάθε λόγου άξιου μνήμης.

Εκδ. Κίχλη, 2008 [Ε΄ έκδ. Σεπτ. 2011], σελ. 126. Με τα σχέδια της Εύης Τσακνιά που δίνουν στην ούτως ή άλλως προσεγμένη έκδοση μια παλαιά εκδοτική ωραιότητα…

όπως, άλλωστε, κι η εμπνευσμένη, πιστή γριά μου Remington που, με τρόπο μαγικό, μεταποιεί σε ποίηση τα βάρβαρα πλήγματα που καταφέρω στα ευαίσθητα πλήκτρα της. [Οι τελευταίες λέξεις του βιβλίου]

Σημ. 1η φωτ. του συγγραφέα: Βασίλης Ψαρρός, 3η φωτ. του συγγραφέα: Μιχάλης Βιρβιδάκης.