Στο αίθριο του Πανδοχείου, 104. Μαρία Σούμπερτ

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο, ‘Η συμμορία της Τήλας’, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πάπυρος το 2010. Ήταν ένα βιβλίο χωρίς πόρτες και παράθυρα, ήταν ένα βιβλίο κήπου και βεράντας. Μια ‘συμμορία’ ηλικιωμένων γυναικών συνωμοτούν για να γλιτώσουν τη φίλη τους από το γηροκομείο. Τις αγαπώ πολύ τις γιαγιάδες αυτές, μου έκαναν πολύ καλή παρέα όσο γραφόταν το βιβλίο.

Των γιαγιάδων προηγήθηκε η ιστορία ενός κακόμοιρου εν δυνάμει συγγραφέα –τον οποίο με την απόσταση του χρόνου τώρα πια τον λυπάμαι-. ‘Η Ρόζα στη μέση’ (εκδόσεις Μελάνι, 2008) ήταν οι απεγνωσμένες του προσπάθειες να γίνει ο καλύτερος συγγραφέας όλων των εποχών, χωρίς να έχει γράψει ποτέ του τίποτα. Αφορμή για την δημιουργία της πρώτης ιστορίας –στην οποία βασίστηκε όλο το βιβλίο- ήταν μια συζήτηση περί ‘σοβαρής λογοτεχνίας’ σε μια από τις ετήσιες συναντήσεις που διοργάνωνε το περιοδικό ‘Να ένα μήλο’. Το τι είναι κλασική λογοτεχνία και κατά πόσο πρέπει ο συγγραφέας να έχει εντρυφήσει σε αυτήν υπήρξε το εναρκτήριο λάκτισμα, για να προχωρήσω σε διάφορες άλλες απορίες που προέκυπταν σχετικά με το ρόλο του συγγραφέα.

Αφηγηματικά προϋπήρξε το ‘Club Κυλικείο’, από τις εκδόσεις Κέδρος το 2003, μια φοιτητική απόπειρα να περιγράψω τον τρόπο ζωής στο ελληνικό πανεπιστήμιο.

Και όλα ξεκίνησαν με ‘Τα πράσινα, τα καστανά και τα μαύρα μάτια’, το πρώτο μου βιβλίο, που κυκλοφόρησε στις εκδόσεις Πόλις το 1998. Το βιβλίο αυτό προέκυψε σαν εσωτερική έκρηξη απέναντι στην καταπίεση και το άγχος των πανελληνίων εξετάσεων. Ευτυχώς στη δική μου περίπτωση αυτό εκφράστηκε δημιουργικά…

Ανάμεσα σε όλες αυτές τις πόρτες ξεπήδησε το 2009 και μια θεατρική πόρτα, με το ‘Invitation to a party – not another fairytale’, το οποίο ανέβηκε από τις Black Dots στο Θέατρο του Ήλιου το 2009 και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος. Στο έργο αυτό ένας παραμυθάς κατεβαίνει στον κάτω κόσμο των παραμυθιών για να συναντήσει όλους τους ήρωες, οι οποίοι έχουν πια πεθάνει. Πρόκειται για μια κωμικοκτραγική γκροτέσκα ιστορία, που γεννήθηκε σε έναν ατελείωτο καφέ στο Φίλιον, στο Κολωνάκι, όταν με τη σκηνοθέτη Ζωή Μαντά εμπνεόμασταν τρώγοντας κέικ.

Παράθυρα άνοιξαν και με τη συλλογή διηγημάτων ‘Η απουσία του έρωτα’ (Modern Times, 2011, σε επιμέλεια Χρύσας Σπυροπούλου), όπου συμμετείχα με ένα διήγημα, καθώς και με τη συμμετοχή μου στη συλλογή ‘Αμ’ έπος ανέργων’ (σε επιμέλεια Μαρίας Κατσοπούλου), που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Βακχικόν σε ebook.

Φεγγίτες που βλέπουν σε αυτή την αυλή ήταν και διηγήματα σε περιοδικά λογοτεχνικά (Να ένα μήλο, Εντευκτήριο, Μανδραγόρας, (δε)κατα, Το Δέντρο).

Φιλοδοξία μου είναι να αργήσει να τελειώσει το κτίσμα αυτό και όταν αυτό γίνει να είναι μεγάλο, ευάερο και ευήλιο, χωρίς σοφίτες και υπόγεια – ίσως μερικούς απαραίτητους αποθηκευτικούς χώρους.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Τα εφηβικά μου αναγνώσματα αφορούσαν κατά κύριο λόγο τον Τόλκιν και τον Στέφεν Κινγκ. Μεγαλώνοντας ανακάλυψα τον Καμύ –τον οποίο και αγαπώ απεριόριστα-, τον Ντέμπλιν, τον Γκρας, τον Μπελ, τον Τζόναθαν Κόου.

Αγαπώ τον Ξανθούλη, τον Μάτεση.

Είναι πολλοί ακόμα, τους οποίους θα θυμηθώ μόλις στείλω τις απαντήσεις και πω… ‘κρίμα, τον ξέχασα αυτόν…’

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αγαπώ τον ‘Πρώτο άνθρωπο’ του Καμύ, την τριλογία του Τόλκιν, το ‘Λοιμό’ του Ανδρέα Φραγκιά, το ‘Βερολίνο Αλεξάντερπλατς’ του Ντέμπλιν και πολλά άλλα βιβλία που αν τα φέρει η κουβέντα θα πω ‘πω πω… ήταν φοβερό’. Δυστυχώς η μνήμη μου δεν ανήκει στα προτερήματά μου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Οι «Γάμοι στην Τιπαζά» του Καμύ είναι το αγαπημένο μου. Εκεί μέσα υπάρχει η πιο όμορφη και απλή περιγραφή που έχω διαβάσει ποτέ, με τον ήρωα να βγαίνει από τη θάλασσα και να κάθεται στην παραλία. Μια εξαιρετική παράγραφος.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Δεν μου είναι εύκολο να με γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος λογοτέχνης –κυρίως όταν ‘διαβάζω’ σε αυτόν κοινές αδυναμίες με τις δικές μου. Προς το παρόν με έχουν θαμπώσει μεγάλοι παγκόσμιοι συγγραφείς και δυσκολεύομαι να δω μπροστά μου…

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όχι, συνήθως οι σχέσεις μας τελειώνουν όταν μπει η τελική τελεία. Στη συνέχεια ζητούν περιοριστικά μέτρα εναντίον μου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Δεν ξέρω… Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να σκεφτώ κανέναν. Είναι σαν την ερώτηση με τους αγαπημένους λογοτέχνες. Σίγουρα θα μου έρθουν ποικίλες απαντήσεις πολλές μέρες αργότερα…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Δεν με ενδιαφέρει το που βρίσκομαι για να γράψω. Εφόσον έχω στη διάθεσή μου έναν υπολογιστή, μπορώ να γράψω παντού. Καμιά φορά το σπίτι μου ή το γραφείο είναι αρκετά περιοριστικοί χώροι για το γράψιμο. Ένα ωραίο μπαλκόνι, μια ωραία θέα μπορούν κατ’ εμέ να αναπτύξουν τόσο το συναίσθημα, όσο και τη σκέψη. Μερικές φορές είναι απαραίτητα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οι ιδέες απλώς έρχονται με βάση κάποιο ερέθισμα. Είτε πρόκειται για μια είδηση στην τηλεόραση, είτε για μια συζήτηση ανάμεσα σε φίλους, είτε για κάτι που παρατηρώ και βλέπω, ή κάποια ιδέα που έρχεται διαβάζοντας ένα βιβλίο. Μετά τη συζητάω με φίλους και γνωστούς και την αφήνω να ωριμάσει. Συνήθως οι καλύτερες στιγμές είναι πριν τον ύπνο. Μόλις ξαπλώσω και κλείσω τα μάτια, έχω τις περισσότερες φορές έτοιμη την αρχή, μια καλή συνέχεια, το τέλος. Αν τα απομονώσουμε όλα αυτά καταλήγουμε πως το σύστημά μου είναι: περιβάλλον – συζήτηση – ωρίμανση – ύπνος. Είναι απλό και σίγουρο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν έχω συγκεκριμένη τελετουργία. Εφόσον έχει λειτουργήσει μέσα μου η ιδέα και είναι πλέον έτοιμη να εκφραστεί, τα υπόλοιπα συμβαίνουν αρκετά γρήγορα. Μου αρκεί ένας υπολογιστής, οι απαραίτητες συνθήκες (θερμοκρασία, σκίαση, φαγητό και νερό κτλ.) επιβίωσης του ανθρώπου, και σχετική ησυχία. Δεν ακούω συνήθως μουσική, γιατί δεν την προσέχω όταν γράφω. Αυτό ίσως να οφείλεται στο ότι τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο είμαι άνευ μουσικών προτιμήσεων. Η πορεία μου από τη Britpop των τελών του ’90, στην σύγχρονη ελληνική και το επονομαζόμενο σύγχρονο ‘έντεχνο’, περνώντας στο μεταξύ από το ρεμπέτικο και το παραδοσιακό, με έχει κουράσει.

Νομίζω πως η λύση μου είναι να καταφύγω στην κλασική μουσική.

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ. στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Οι σπουδές μου αφορούν κατά κύριο λόγο τη Θεατρολογία και τη Δραματοθεραπεία. Η σχέση που έχω βρει σε αυτές με τη συγγραφή είναι η επαφή με το θέατρο, η ανακάλυψη της ευρωπαϊκής και ελληνικής ιστορίας μέσω του θεάτρου –μέσω ενός συγκεκριμένου αφηγηματικού μοντέλου. Από την άλλη, η Δραματοθεραπεία προϋποθέτει ειδική φοίτηση στο αντικείμενο αυτό. Ήρθα σε επαφή με την ψυχολογία και την ανθρώπινη ψυχή. Θέλω να πιστεύω πως μου επέτρεψε ένα βαθύτερο βλέμμα στην ανθρώπινη κατάσταση.

Πώς βιοπορίζεστε;

Βιοπορίζομαι στο χώρο της επικοινωνίας πολιτιστικών γεγονότων. Κάνω αυτό, που όταν βγάζω ένα βιβλίο, κάνουν οι άλλοι για μένα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το ‘Να ένα μήλο’ ήταν από τα αγαπημένα μου, μας έδινε βήμα για να μιλήσουμε, όταν δεν είχαμε την ευκαιρία από αλλού.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Παρ’ ότι δεν θα είμαι πρωτότυπη, θα πω τον Καμύ. Δεν τον είχα διαβάσει για πολλά χρόνια και αφορμή στάθηκε το βιβλίο του Δημήτρη Στεφανάκη ‘Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι’. Έκτοτε διάβασα πολύ Καμύ και μπορώ να πω με σιγουριά πως τον θεωρώ τον μεγαλύτερο συγγραφέα όλων των εποχών. Νομίζω πως για αυτόν θα ήθελα να κάνω κάποια μονογραφία, παρ’ ότι οι γνώσεις μου τη συγκεκριμένη στιγμή θα ήταν ελλιπείς και η επάρκεια στη γαλλική γλώσσα σκανδαλωδώς ανύπαρκτη.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ κινηματογράφο και θέατρο. Κινηματογράφο δεν πηγαίνω συχνά, κυρίως για ταινίες του Tim Burton. Μου αρέσει η σύνδεση του παραμυθιού που δίνει με την πραγματικότητα και το υπερφυσικό με το απλό.

Όσο αφορά στο θέατρο πηγαίνω αρκετά συχνά, αλλά κι εκεί παρατηρώ καλλιτεχνικά μια γενική αμηχανία. Με συγκινεί πολύ ο Δήμος Αβδελιώδης και ο τελετουργικός τρόπος που αντιμετωπίζει το λόγο και τη θεατρική παράσταση.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Δυσκολεύομαι να κατανοήσω την ποίηση, πόσο μάλλον να τη γράψω…

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τελείωσα την ‘Ασφυκτική Προστασία’ του Χάινριχ Μπελλ, από τις εκδόσεις Πόλις. Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο για την τρομοκρατία στη Γερμανία του ’70 και την ‘ασφυκτική προστασία’ υψηλά ιστάμενων προσώπων και των οικογενειών τους. Με έναν περίεργο, ανάστροφο και αρκετά περίπλοκο τρόπο μιλάει και για το σήμερα. Για την δαιμονοποίηση της αριστεράς, τον φόβο των ΜΜΕ για κάθε τι ‘έξω από το σύστημα’.

Τι γράφετε τώρα; 

Αν σας πω, μετά θα πρέπει να σκοτώσω.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Η διαδικτύωση –το fb στη δική μου περίπτωση, καθώς δεν γράφω σε blog ή κάποιο site- έχει τα καλά του και τα κακά του. Έχει το καλό του να μπορεί να μεταφέρει μια είδηση, ένα γεγονός, να ‘επικοινωνήσει’ το οτιδήποτε σε πολύ κόσμο, σε πολύ λίγο χρόνο. Με τον τρόπο αυτό μπορεί κανείς να γράψει τις σκέψεις του, να πληροφορήσει για κάποια παράσταση, για ένα βιβλίο, να βρει παλιούς φίλους, να κάνει καινούργιους.

Από την άλλη –και το είδαμε τώρα πρόσφατα με τον Γέροντα Παστίτσιο- η επίφαση ανωνυμίας που προσφέρει πολλές φορές οδηγεί σε εκφράσεις που κάτω από άλλες συνθήκες δεν θα γίνονταν. Η ευκολία με την οποία το διαδικτυακό μέσο ‘περνάει’ ως αληθές το κάθε του μήνυμα, θυμίζει λίγο την τηλεόραση στις δεκαετίες 70-80, όπου αν το έλεγαν στις ειδήσεις ήταν σίγουρα αλήθεια. Θέλουμε ακόμα εκπαίδευση κατά κύριο λόγο στον τομέα της ελευθερίας της έκφρασης. Μετά βλέπουμε…

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Λόγω δουλειάς διάβαζα πολλές παρουσιάσεις και κριτικές. Έντυπες και ηλεκτρονικές. Τον τελευταίο καιρό έχω απομακρυνθεί.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Αν προσπαθήσω να διαβάσω οτιδήποτε στα μέσα μεταφοράς με πιάνει ναυτία. Ως αποτέλεσμα πρέπει να παίρνω δραμαμίνη με συνέπεια να με πιάνει υπνηλία. Είναι φαύλος κύκλος…

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ευτυχώς που αναπτύσσονται τα audio books!

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Θα έλεγα πως σε γενικές γραμμές με έχετε καλύψει πλήρως.

Στις εικόνες: Albert Camus, Alfred Doeblin, Gunter Grass, Heinrich Boell, Jonathan Coe.

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 52 (Ιούνιος 2012)

Ελληνικό Μπονζάι. 50 Μικρά Διηγήματα Ελλήνων Συγγραφέων. [Δεύτερο Μέρος (2/2)]

Κοιτώντας τον τέτοιες στιγμές μού φαίνεται πως η γειτονιά μας κάτι παίρνει από την παρουσία του. Τα σπίτια σαν να ψηλώνουν λιγάκι κι οι δρόμοι σαν να πλαταίνουν. Ίσως ολόκληρη η πόλη. Δύσκολο μου φαίνεται να βρίσκεται τέτοιες στιγμές, στην ίδια γειτονιά. Πιο ταιριαστό θα ήταν να βρίσκεται κάπου αλλού. Κάπου με σπίτια μέσα σε κήπους γεμάτους λουλούδια και δέντρα. Σπίτια μεγάλα με σιδερένιες καγκελωτές αυλόθυρες, με φανάρια πάνω στις πέτρινες κολόνες τους.[…] Αφού τα φαντάζεται κανείς, μπορεί να υπάρχουν όλα αυτά. Κι ίσως ο κυριακάτικος γείτονας να το ’ χει στο νου του να φτάσει μέσα στη μέρα σ’ έναν τέτοιο τόπο…

… γράφει ο Γιώργος Αράγης [«Ο γείτονας», σ. 902] μεταφέροντας τις σκέψεις ενός ανθρώπου που παρατηρεί από το παράθυρο του γραφείου του τον γείτονά του απέναντι διώροφου σπιτιού μπροστά σε μικρή ρομβοειδή πλατεία και βρισκόμαστε στο δεύτερο και τελευταίο μέρος της αφιερωματικής συλλογής μικρών ελληνικών διηγημάτων (παρουσίαση του πρώτου μέρους στο προηγούμενο τεύχος του περιοδικού εδώ). Οι Γιάννης Πατίλης, Ηρώ Νικοπούλου και Βασίλης Μανουσάκης επιμελούνται και αυτό το τεύχος, η Ηρώ Νικοπούλου φιλοτεχνεί και το υπέροχο έργο του εξώφυλλου. Και βέβαια και ετούτα τα μικρά κομψοτεχνήματα θα προστεθούν την αχανή αποθήκη των ελληνικών αλλά και ξένων μικροδιηγημάτων παντός καιρού και εποχής που εδώ και καιρό συγκεντρώνονται και τακτοποιούνται στην οικεία διαδικτυακή σελίδα.

Σε πολλές περιπτώσεις αρκεί μια ενδιαφέρουσα ιδέα αποτελεί τη ψίχα ταχυτάτων πλην ευφάνταστων ιστοριών. Οι «Ξέφρενοι ιοί» του Δημοσθένη Αγραφιώτη λευκαίνουν τις σελίδες των βιβλίων και στις ποικίλες αντιδράσεις· Πολλοί χαίρονται γιατί νιώθουν σαν τον Μαλλαρμέ μπροστά στην λευκή σελίδα. Άλλοι κλαίνε για την απώλεια της μνήμης. Μερικοί χαίρονται γιατί η ανθρωπότητα θ’ αρχίσει πάλι από την αρχή. Η Νατάσα Κεσμέτη μας οδηγεί σ’ έναν [μη] αξιομνημόνευτο δρόμο προς τιμή Αγνώστων Μαρτύρων και πάντα γεμάτο Σούλες, η Μάρτυ Λάμπρου στην τραγική εξομολόγηση μιας …κούκλας, η Παναγιώτα Παπαθανασίου σε μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή ενός καθιερωμένου μαλώματος (που αυτή τη φορά το ασκούν τα παιδιά πάνω στους γονείς τους), ο Δημήτρης Πετσετίδης σε κωμικοτραγική ιστορία διαδικτύου, ο Βασίλης Τσιαμπούσης σε μια ακόμα σκληρή όψη του σαρκοβόρου χρόνου.

Οι ΖΔ. Αϊναλής, Ιάκωβος Ανυφαντάκης, Αλέξανδρος Βαναργιώτης, Βασίλης Γκουρογιάννης, Χρίστος Δάλκος, Γεράσιμος Δεδρινός, Σωτήρης Δημητρίου, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Ιωάννα Καρατζαφέρη, Κατερίνα Κοντοπούλου, Χλόη Κουτσουμπέλη, Δ.Γ. Μαγριπλής, Βασίλης Μανουσάκης, Έλενα Μαρούτσου, Μιχαήλ Μήτρας, Αμάντα Μιχαλοπούλου, Ελένη Μπουραντάνη, Ηρώ Νικοπούλου, Ιωάννα Ντούμπρου, Μάκης Πανώριος, Γιάννης Παπαγιάννης, Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Κατερίνα Παπαντωνίου, Λάκης Παπαστάθης, Βασίλης Ρούβαλης, Χρίστος Ρουμελιωτάκης, Άννα Σιγανού, Τάκης Σιδέρης, Αγγελική Σιδηρά, Χριστίνα Συμβουλίδου, Κλαίτη Σωτηριάδου, Αρίστη Τριανταφυλλίδου Τρεντέλ, Γιάννης Τσίγκρας, Μαρία Τσολακούδη, Στρατής Χαβιαράς, Γιάννης Χαιρετάκης, Κατερίνα Χαραλαμποπούλου, Παυλίνα Χατζηγεωργίου, Γιώργος Χουλιάρας, Δήμητρα Ι. Χριστοδούλου και Χάρης Ψαρράς συμπληρώνουν την σχετική συλλογή.

Το Πλανόδιον βέβαια δεν διαθέτει μόνο τις πενήντα μικρές κουκέτες για τους ακαριαίους συγγραφείς του αλλά και ειδικά δωμάτια σε μπροστινούς και πίσω χώρους: στην Ποίηση οι Αντώνης Ζέρβας, Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, Κλαίτη Σωτηριάδου, Κώστας Ριζάκης, Δημήτρης Αλεξίου, στην οι Ευάγγελος Τζάνος και Φοίβος Πιομπίνος, στις Αναφορές και τα Δοκίμια οι Χάρης Βρόντος, Λευτέρης Παπαλεοντίου, Γιώργος Αράγης, Γιώργος Βαρθαλίτης, Φώτης Τερζάκης, στους Μονόλογους ο Αντώνης Ζέρβας, στις Εκθέσεις Ιδεών ο Άγγελος Καλογερόπουλος, στα Δυσπώλητα ο Κώστας Κουτσουρέλης, στο Αντιληξιαρχείο ο Γιώργος Ζεβέλάκης (για τον Μιχάλη Κατσαρό ως κριτικό της λογοτεχνίας), Επιστολογραφείο κ.ά.

«Δεν πρόκειται γι’ ανταγωνισμό αντιπαλότητα ή ανταρσία» συλλογιέται «και καμμιάς πλευράς η μάχη δεν είναι χαμένη ή κερδισμένη· ίσως αυτό που μπορεί να δικαιώσει τη ζωή είναι να ολοκληρώσομε ολιγαρκείς αλλά πλούσιοι τον βιολογικό μας κύκλο ξεδιψώντας τον εαυτό μας και τον συνταξιδιώτη μας όπως η βροχή το χώμα· ύστερα να παραμερίσομε κόσμια ή ανεπίληπτα και ειρηνικά για να πάρει σειρά άλλος»…γράφει και ο Παναγιώτης Κουσαθανάς («Η σινιόρα Διοτίμα», σ. 928) πάνω στις σκέψεις του Αναστάση που, ξένος απόψε στο ξενοδοχείο μετά τόσων χρόνων απουσία από το νησί, αναρωτιέται προτού πλαγιάσει «πόσων συμπτώσεων κατάληξη είναι η βροχή, πόσων συμπτώσεων κατάληξη είναι η ζωή». [σελ. 851 – 1136]