Διαβάζω, τεύχος 528 (Απρίλιος 2012)

Αφιέρωμα Άλκη Ζέη

Με τρυφερότητα και ρεαλισμό υποτιτλίζεται το αφιέρωμα του περιοδικού στην Άλκη Ζέη, δυο θεμελιώδη στοιχεία του πεζογραφικού της έργο, για το σύνολο του οποίου περιλαμβάνονται εδώ κρίσεις και εκτιμήσεις. Σε σχέση, ειδικότερα, με την Αρραβωνιαστικά του Αχιλλέα ο Γιάννης Παπαθεοδώρου αναρωτιέται: Πώς (ξανα)διαβάζουμε σήμερα, την εποχή των «μεγάλων καταρρεύσεων» ένα βιβλίο που βγαίνει από την εποχή των «μεγάλων διαψεύσεων»; Και πώς μπορούμε να μιλήσουμε σήμερα για εκείνους τους «επίμονους κομπάρσους» που διηγούνται τις ιστορίες τους, όταν  η Ιστορία – έτσι, τουλάχιστον, όπως εκείνοι τη θέλησαν και τη νοηματοδότησαν – άλλαξε δραματικά σε μια κατεύθυνση που οι ίδιοι ποτέ δεν είχαν φανταστεί;

Ένα πρόσθετο δεδομένο καθιστά αυτά τα ερωτήματα ακόμα πιο επιτακτικά: Οι ζωές, οι γραφές και οι μαρτυρίες των ελλήνων αριστερών πολιτών αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά κεφάλαια της νεοελληνικής κουλτούρας, ακριβώς επειδή αποτυπώνουν όχι μόνο «το βάρος της ιστορίας» αλλά τις διαρκείς απόπειρες για τη μετάπλαση αυτών των βιωμάτων σε καλλιτεχνική δημιουργία και μάλιστα συχνά με όρους αισθητικής καινοτομίας και ιδεολογικής ανανέωσης. Στην περίπλοκη σχέση λοιπόν ιστορίας και λογοτεχνίας, με αφορμή το συγκεκριμένο βιβλίο, αφιερώνει το κείμενό του ο Γ.Π. ενώ το αφιέρωμα εμπλουτίζεται με από τους Αγγελική Βουλουμάνου, Άντα Γκίβαλου, Ξένια Καλογεροπούλου, Γιάννη Κοντό, Μαρίζα Ντεκάστρο, Θανάση Νιάρχος, Τίτο Πατρίκιος και Μαρία Στασινοπούλου. Επιπλέον, δημοσιεύονται, δύο συνεντεύξεις της ίδιας, η μία από έναν Θούριο του 1975. Το αφιέρωμα επιμελήθηκε ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος.

Ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης μας ξεναγεί  στην ιστορία και το ταξίδι του Μεγάλου Ανατολικού του Ανδρέα Εμπειρίκου, με αφορμή την έκδοση του Ανθολογίου του ηδονικού υπερωκεανίου. Πώς λειτούργησε ως ανθολόγος; Επιθυμώντας να υπάρχει ένας συνεκτικός ιστός, να μπορεί κανείς να διαβάσει τις πιο βαρβάτες σκηνές, τα πιο συγκλονιστικά σμιξίματα, αλλά ταυτόχρονα να παρακολουθεί και ό,τι συμβαίνει. Η βασική ιδέα ήταν να τρέξει το κείμενο, να αναγνωσθεί όλο κι ύστερα ο αναγνώστης να επανέλθει, αν επιθυμεί, στους οκτώ τόμους. Για τον συγγραφέα η ωριμότητα του αναγνώστη δεν έχει πάντα σχέση με την ηλικία του: ώριμος αναγνώστης μπορεί να είναι και ένα παιδί δεκαπέντε χρόνων, ενώ ένας εξηνταπεντάρης μπορεί να είναι ανώριμος απέναντι στον Μεγάλο Ανατολικό. Και σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιος για το εξής: Με την έκδοση του Μεγάλου Ανατολικού και του Ανθολογίου ενεργούμε (ο εκδότης, ο επιμελητής, όλοι μας) πολιτικά.

Ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος συναντά τη Μάρω Δούκα στη Στοά της Όπερας, ο Παναγιώτης Γαβριήλογλου προτείνει για μετάφραση εμβληματικά βιβλία και ολοκληρώνοντας με την …εισαγωγή, μοιραζόμαστε με τον Γιάννη Ν. Μπασκόζο κοινές διαπιστώσεις για το ηλεκτρονικό βιβλίο, ιδίως το γεγονός ότι πολλοί σχολιαστές μπλέκουν το μέσο με το περιεχόμενο, πιστεύοντας ότι η μεγαλύτερη χρήση ηλεκτρονικών αναγνωστών θα διευκολύνει την πρόσβαση του βιβλίου στο ευρύ κοινό. Εξασφαλίζει όμως αυτόματα η χρήση ενός νέου μέσου τη βαθύτερη σχέση του αναγνώστη με το κείμενο; Μήπως πάντα αυτό που θα ξεχωρίζει θα είναι το κείμενο, τα λόγια του συγγραφέα, οι δικές μας σκέψεις μετά την ανάγνωση; Αν θα διαβάζουμε Σαίξπηρ, Όμηρο ή Φράνζεν και Κούντερα, γράφει ο Γ.Ν.Μ. αυτό θα εξαρτηθεί από το περιεχόμενο και όχι το μέσον. Ακόμα κι αν η ψηφιακή εποχή επηρεάσει ακόμα περισσότερο την γραφή και τον τρόπο σύλληψης και απόδοσης της πραγματικότητας, το περιεχόμενο θα είναι πάντα το κέντρο της προσπάθειας του νου να κατανοήσει τι συμβαίνει γύρω του. [128 σελ.]

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 88. Γιώργος Μητάς

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία

Η λίστα με τα αγαπημένα βιβλία φοβάμαι ότι  είναι πολύ μεγάλη, οπότε θα περιοριστώ σε κάποια που έχουν μια τελείως  δική τους θέση στην καρδιά μου, ανεξάρτητα από την λογοτεχνική τους αξία: Ο Κόμης Μοντεχρήστος, Οι περιπέτειες του Τομ Σώγερ,  Κάτω απ’ το βλέμμα του Βούδα, Ο Τελευταίος των Μοϊκανών, Δον Κιχώτης, Αλλόκοτες Ιστορίες, Ντέιβιντ Κόππερφηλντ, Ανεμοδαρμένα Ύψη, Μάρτιν Ήντεν, Ο Χθεσινός Κόσμος, Το Παιχνίδι με τις Χάντρες, Θάνατος στη Βενετία, Ερενγκαρντ – Το χρονικό μιας αποπλάνησης, Νιλς Λυν,  Οι Ευρωπαίοι, Υπερίων ή Ο Ερημίτης στην Ελλάδα, Άννα Καρένινα, Ουσία και Βάθος (The heart of the matter), Ο Αφρός των Ημερών, Ο Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου, Τέσσερα Σύγχρονα Έργα Νο, Δέκα Μικροί Νέγροι, Εκατό Χρόνια Μοναξιάς, Το Τούνελ, Η Εφεύρεση του Μορέλ, Φύλλα Χλόης, Σονέτα του Σκοτεινού Έρωτα, Ο Θάνατος θα ’ρθει και θα ’χει τα Μάτια σου, Μη μ’ Αφήσεις Ποτέ, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου,  Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία, Αιολική Γη, Λεμονοδάσος,  Οι Τέσσερις Τοίχοι.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς

Θερβάντες, Χαίλντερλιν, Γκαίτε, Λεοπάρντι, Ντίκενς, Εμιλυ Μπροντέ, Φλομπέρ, Πόε,  Τολστόυ, Χ. Τζαίημς, Ουέλς, Μάνσφηλντ, Μαν, Τσβάιχ, Έσσε, Λόντον, Μέλβιλ, Λόρκα, Κάφκα, Γκράχαμ Γκρην, Ντυ Μωριέ, Μισίμα, Κούντερα, Άιρις Μέρντοχ, Γιουρσενάρ,  Μάρκες, Μπόρχες, Μπέρνχαρντ, Ολιβιέ Ρολάν, Ουελμπέκ, Ιζιγκούρο, Ζέμπαλντ, Παδούρα, Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Βενέζης, Εμπειρίκος, Πολίτης, Τσίρκας, Χατζηγιαννίδης.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος Έλληνας λογοτέχνης;

Θαυμάζω τα πεζογραφήματα του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη και του Σωτήρη Δημητρίου και τα ποιήματα του Βαγγέλη Κάσσου. Βρίσκω πολύ όμορφα τα βιβλία του Γιάννη Ατζακά, ζηλεύω τον Θείο Πέτρο και την Εικασία του Γκόλντμπαχ του Δοξιάδη ενώ πρόσφατα «ανακάλυψα»  τον Παναγιώτη Κουσαθανά, η γραφή του οποίου με καταγοήτευσε. Διαβάζω και παρακολουθώ τη δουλειά της Αμάντας Μιχαλοπούλου, του Χρήστου Χρυσόπουλου, του Μιχάλη Μοδινού, της Ερσης Σωτηροπούλου, της Βερονίκης Δαλακούρα και του Φαίδωνα Ταμβακάκη (ο οποίος έχει πολύ καιρό να μας δώσει κάτι καινούργιο!). Μια πολύ ξεχωριστή φωνή ήταν αυτή της Μαργαρίτας Καραπάνου. Υπάρχουν πολλοί νέοι – και λιγότερο νέοι-  συγγραφείς που δεν έχω προλάβει να διαβάσω, αλλά είναι στο καλεντάρι μου – ελπίζω δε πάντα στην επόμενη αναγνωστική έκπληξη.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση  να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας, ή γενικότερα, ποιόν θα επιλέγατε;

Η πρώτη μου σκέψη πηγαίνει στην ιδιαίτερη ζωή – την τόσο αξεχώριστη από την ποίησή της – της Εμιλυ Ντίκινσον. Η δεύτερη σε μία ακόμα Εμιλυ, τη δημιουργό του Χήθκλιφ και της Κάθριν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας / σπιτιού σας;

Το Ένα Ποτήρι Μπύρα, η τρίτη ιστορία του Χαλ, γράφτηκε εξ’ ολοκλήρου στην Ίο, σε ένα πολύ όμορφο δωμάτιο με θέα τη θάλασσα και παρέα τη Μίκα, μια υπέροχη κεραμιδόγατα, μεταξύ Ιουνίου – Σεπτεμβρίου του 2009. Όλα τα άλλα έχουν γραφτεί στο δωμάτιό μου. Γενικά, για να γράψω θέλω την ησυχία του γραφείου μου και τον υπολογιστή μου.

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα του βιβλίου σας;

Οι Ιστορίες του Χαλ είναι το πρώτο μου βιβλίο. Κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2011 από τις εκδόσεις Κίχλη, σε επιμέλεια Γιώτας Κριτσέλη. Είναι τρία μεγάλα διηγήματα που γεννήθηκαν τον χειμώνα του 1992, ενόσω έκανα το μεταπτυχιακό μου στην Αγγλία. Πρωταγωνιστής, πέραν των ηρώων του βιβλίου, είναι η πόλη του Χαλ, τόπος συναισθηματικής δοκιμασίας και μοναξιάς για τον (τότε) νεαρό συγγραφέα, αλλά ταυτόχρονα πεδίο μεθυστικής ελπίδας και προοπτικής. Για να κλείσει η οφειλή μου στην πόλη και τα δώρα της χρειάστηκε να περάσουν δέκα έξι ολόκληρα χρόνια (το βιβλίο γράφτηκε μεταξύ Οκτωβρίου 2008 και Σεπτεμβρίου 2009). Το ότι η κα Ρότζερς, ο Ντόναλντ, η Τζόυ και ο Στηβ, όλοι δημιουργήματα της φαντασίας, έμειναν ζωντανοί για τόσο καιρό στο μυαλό μου, ήταν η απόδειξη ότι άξιζε να τους δώσω την ευκαιρία – και αυτοί με αντάμειψαν με το μεγαλύτερο δώρο!

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας  τρόπος συγγραφής; Πως και που παγιδεύετε τις ιδέες σας; 

Γράφω στο γραφείο μου, στον υπολογιστή, σε συνθήκες απόλυτης ησυχίας. Ιδανικά, σε μια ελεύθερη μέρα, θα περάσω με το κείμενό μου 6-8 ώρες, από το πρωί έως αργά το βράδυ, με μερικά διαλείμματα ενδιάμεσα. Οι μέρες όμως αυτές είναι ελάχιστες μέσα στη χρονιά,   παλεύω λοιπόν να αφιερώνω στη γραφή μια-δυο ώρες το βράδυ, δυο-τρεις φορές την εβδομάδα, ανάλογα με την ένταση και την κούραση που έχει μαζευτεί από τη δουλειά της ημέρας, και όσο πιο πολύ χρόνο μπορώ τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες. Αυτό βέβαια έχει δραματικές συνέπειες στην κοινωνική μου ζωή!

Οι ιδέες, στην μεγάλη τους πλειοψηφία, με επισκέπτονται εν κινήσει. Το ταξίδι, το νέο περιβάλλον, ο ανοίκειος τόπος, οι νέες εικόνες και η εγρήγορση της περιήγησης ή της γνωριμίας, ακόμα και η απλή έξοδος από το σπίτι, πολύ συχνά ανταμείβουν με απροσδόκητες, δυνατές εικόνες της φαντασίας, ερεθιστικές ιδέες ή γοητευτικά  πρόσωπα. Εκεί απαιτείται η καταγραφή, η αποτύπωση της έμπνευσης της στιγμής στο μικρό μπλοκ που σχεδόν πάντα κουβαλώ μαζί μου. Κάποιες φορές, η αναβολή της καταγραφής οδηγεί στο σκοτάδι ιδέες που δεν πρόλαβαν να κρατηθούν γερά από τους νευρώνες που τις «γέννησαν» – η προσπάθεια ανάκτησής τους μερικές φορές με ταλαιπωρεί για μήνες ολόκληρους.  Πιστεύω πάντως ότι οι πολύ δυνατές ιδέες γίνονται άμεσα αντιληπτές ως τέτοιες και, άπαξ και έρθουν στο φως, σπάνια χάνονται,«απαιτούν» δε τον χρόνο και τον κόπο του συγγραφέα, προκειμένου να ζωντανέψουν στο χαρτί: τελικά είναι τα θέματα, οι ιστορίες που επιλέγουν τον δημιουργό, και όχι το αντίθετο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όπως είπα, γράφω –  αλλά και διαβάζω –  σε συνθήκες απόλυτης ησυχίας.  Την ώρα εκείνη είσαι μόνο εσύ και το κείμενο. Σπανιότατα, σε φάση διόρθωσης, θα βάλω μουσική σε χαμηλή ένταση. αυτή τότε θα είναι ορχηστρική, και σχεδόν πάντα τζαζ. Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις: η πολύχρονη, νεανική αγάπη για το ροκ και την ποπ υποχωρεί ολοένα (μένουν ελάχιστα, πολυαγαπημένα σχήματα όπως οι Smiths, οι This Mortal Coil, οι Go-Betweens, οι Tindersticks ή οι Nits, σε νοσταλγικές μουσικές ρετροσπεκτίβες),  η αγάπη για την soul και την jazz-funk παραμένει σταθερή, όπως σταθερή παραμένει και η αγάπη για την μουσική της Κούβας (το ταξίδι στη χώρα αυτή ήταν καθοριστικό).Αυτή που μεγαλώνει ολοένα είναι η αγάπη για την τζαζ, κλασική και σύγχρονη. Τέλος, διαχρονική αποδεικνύεται η σχέση με τους μεγάλους τραγουδοποιούς : ο Ντύλαν, ο Χάμιλλ, ο Κέιλ, ο Κοστέλο, ο Γουέλλερ,  με κορυφαίο όλων τον Λέοναρντ Κόεν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μεταξύ δεκάδων  αγαπημένων λογοτεχνικών χαρακτήρων, οι πρώτες μου σκέψεις πηγαίνουν στον Βέρθερο, στον παθιασμένο Μάρτιν Ήντεν, στον  τρομαχτικό Μπάρτλεμπυ (I’ d rather not!), στον φυγά / θύμα της Εφεύρεσης  του Μορέλ, στον ερωτευμένο Άχενμπαχ, στον δύσμοιρο μικρό κύριο Φρήντεμαν  και σχεδόν σε όλους τους ήρωες / ηρωίδες του Χένρυ Τζαίημς.

Σας ακολούθησαν ποτέ οι ήρωες των βιβλίων σας;  Μάθατε τα νέα τους;

Ζω ακόμα με τους ήρωες  των Ιστοριών. Μαθαίνω τη γνώμη των αναγνωστών γι’ αυτούς, τους συζητάω, συγκινούμαι, ξαναδιαβάζω τις περιπέτειές τους από το τυπωμένο κείμενο.

Αγαπημένα σας  διηγήματα.

Αυτά των Στήβενσον, Πόε, Τσέχωφ, Τζόυς,  Μάνσφηλντ, Σακί, Λάβκραφτ,  Γιουρσενάρ, Μπόρχες, Παπαδιαμάντη, Βιζυηνού, Εμπειρίκου.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό  περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες  λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το Διαβάζω γιατί ήταν το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό που αγόρασα στην εφηβεία μου – και μάλιστα το πρώτο τεύχος του! Μεγάλωσα με τα εκτενή του αφιερώματα της πρώτης περιόδου. Επίσης Η Λέξη και Το Δέντρο για την συνέπεια και την αισθητική τους, αλλά και, πιο πρόσφατα, η Ποίηση που μου γνώρισε αμέτρητους ποιητές και ποιητικά έργα / δοκίμια, σε πρώτες μεταφράσεις. Θαυμάζω επίσης την αγάπη, το σθένος και την αφοσίωση που κρύβεται πίσω από την μακρόχρονη εκδοτική περιπέτεια του Εντευκτηρίου,  του Πλανόδιου και της Οδού Πανός, ενώ καμαρώνω τους ανθρώπους που οδηγούν την Νέα Εστία προς τα 80στά γενέθλιά της!

Πως βιοπορίζεστε;

Δουλεύω σε ιατρικό τμήμα  φαρμακευτικής εταιρίας.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας  ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δυστυχώς τα τελευταία  χρόνια βλέπω όλο και λιγότερο κινηματογράφο. Από τους ενεργούς σκηνοθέτες μεγάλες αδυναμίες παραμένουν ο Λόουτς, ο Γούντυ Αλλεν,  ο Ντ. Λυντς και οι Κόεν. Με το θέατρο τα έχω καταφέρει ακόμα χειρότερα – αλλά δεν είναι εύκολο να συγκρίνεις μία σημερινή θεατρική σκηνή με αυτήν π.χ. του Εμπρός της δεκαετία του 80. Παρακολουθώ ανελλιπώς τη δουλειά του Λευτέρη Βογιατζή.

Τι διαβάζετε και τι γράφετε  αυτόν τον καιρό;

Διαβάζω την  καινούργια μελέτη του Νίκου Σιγάλα για τον ελληνικό υπερρεαλισμό, τις Αξιοσημείωτες Συναντήσεις του Παναγιώτη Κουσαθανά και το Αούστερλιτς του Ζέμπαλντ, ενώ παλεύω να ολοκληρώσω  ένα μυθιστόρημα.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το διαδίκτυο  αποδεικνύεται ένα εξαιρετικά χρήσιμο  εργαλείο πληροφόρησης, γνώσης και δουλειάς, ενώ προσφέρει και κάποιες τελείως νέες δυνατότητες επικοινωνίας.  Την ίδια στιγμή ευνοεί την βιαστική, αποσπασματική, αναποτελεσματική ανάγνωση / περιήγηση, ενώ βρίθει απορριμμάτων.  Η καλή του χρήση εναπόκειται λοιπόν στην παιδεία, τον αυτοέλεγχο και την αντίληψη του χρήστη. Θα χρειαστούν πιστεύω πολλά χρόνια για να εκτιμήσουμε στις πραγματικές του διαστάσεις τον τρόπο που επηρεάζει (αλλάζει) τη ζωή μας.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Νομίζω ότι έχω απαντήσει ήδη πολλές ενδιαφέρουσες ερωτήσεις!

Αν κάποιος σας χάριζε την  αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια  της συγγραφικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Σαν πρόταση, το χάρισμα της αιώνιας νιότης ακούγεται σε πρώτο χρόνο ακαταμάχητη, ανεξαρτήτως αντιτίμου . σε δεύτερη όμως σκέψη, τα πράγματα μπερδεύονται λίγο. Από την άλλη, η αναγνωστική εμπειρία υπήρξε τεράστιο μέρος της δικής μου νιότης, ενώ το (προσωπικό) βίωμα του κόσμου αποκτήθηκε σε μεγάλο βαθμό σαν συνάρτηση και συνέπεια της εμπειρίας αυτής.  Όσο για την συγγραφική ιδιότητα, την τόσο πολύτιμη, χρειάστηκαν τριάντα χρόνια – και όλη μου η νιότη – για να την αποκτήσω.  Νομίζω ότι απάντησα στην ερώτησή σας!

Παρουσίαση των Ιστοριών του Χαλ εδώ. Στις εικόνες: Emily Dickinson, Herman Melville, Emily Bronte, Frantz Kafka, Katherine Mansfield, Yukio Mishima, Jack London, Iris Murdoch, W.G. Sebald, Henry James.