Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 105. Γιώργος Μπαρουξής

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Είναι περίπου η σχέση του ηθοποιού με τον ρόλο του. Ο μεταφραστής καλείται «να μπει στο πετσί του συγγραφέα» και να απαντήσει στο ερώτημα: Αν ο συγγραφέας ήταν Έλληνας, πώς θα έλεγε το ίδιο πράγμα στα ελληνικά;

Υπό αυτή την οπτική, το «σενάριο» που πρέπει να αποδώσει ο μεταφραστής (το πρωτότυπο κείμενο) αποτελεί ένα οικοδόμημα νοημάτων (στα δοκίμια) ή νοημάτων-συμβάντων-συναισθημάτων-βιωμάτων (στην πεζογραφία και την ποίηση) φτιαγμένο με «δομικά υλικά» (λέξεις-εκφράσεις) μιας άλλης γλώσσας και κουλτούρας. Και ο μεταφραστής καλείται να χτίσει με τα δομικά υλικά της δικής του γλώσσας και κουλτούρας ένα οικοδόμημα που να προσεγγίζει στο μέγιστο δυνατό το πρωτότυπο. Αυτό μπορεί να ενέχει διάφορους βαθμούς δυσκολίας, καθώς οι γλώσσες διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τους τρόπους, την διεξοδικότητα και την έκταση με την οποία καλύπτουν διάφορους τομείς και πτυχές της ζωής.

Η δυσκολία έρχεται όταν ένας «δομικός λίθος» της γλώσσας ή της κουλτούρας του συγγραφέα δεν υπάρχει στη γλώσσα του μεταφραστή, ο οποίος τότε καλείται να μπαλώσει την «τρύπα» σε εκείνο το σημείο με «δομικούς λίθους» της δικής του γλώσσας και κουλτούρας, και να καλύψει το κενό χωρίς να φαίνονται «ραφές» στις οποίες μπορεί να «σκαλώσει» ο αναγνώστης νιώθοντας ότι σπάει η ροή (seamlessly που λένε και οι αγγλόφωνοι.) Υπό αυτή την οπτική, της αναπαραγωγής ή μεταφοράς ενός λεκτικού-νοηματικού-βιωματικού οικοδομήματος από μια γλώσσα σε μια άλλη, ο μεταφραστής λειτουργεί ως νόμιμος αντιγραφέας έργων τέχνης (για την πεζογραφία και την ποίηση) ή «έργων σκέψης» (για τα δοκίμια).

Σε αυτή την προσπάθεια, εκείνο που πρέπει να κάνει ουσιαστικά είναι να αφήσει το κείμενο να τον οδηγήσει. Είναι μια διεργασία που θυμίζει λίγο το λεγόμενο «τσάνελινγκ». Κι αυτός είναι ένας άλλος τρόπος για να περιγράψουμε τη σχέση του μεταφραστή με τον συγγραφέα. Ο μεταφραστής κάνει τσάνελινγκ τον συγγραφέα (ή τις σκέψεις του συγγραφέα που εκφράζονται από το βιβλίο αν προτιμάτε), με τη διαφορά ότι «επικοινωνεί με το πνεύμα του συγγραφέα» όχι ως μέντιουμ αλλά μέσω του κειμένου. :-)

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Αν πρέπει να ξεχωρίσω μία μετάφραση από όλες ως την πιο δύσκολη, θα ήταν τα κεφάλαια ενός πανεπιστημιακού εγχειριδίου που αφορούσαν το έργο του Αλτουσέρ και του Φουκό. Πάντως, κάθε βιβλίο μπορεί να έχει τη δυσκολία του, στην απόδοση του ύφους, στην πυκνότητα της γραφής, στην έρευνα που χρειάζεται, κλπ.

Το βασικό όμως είναι να σου κάνει καλή παρέα, έστω κι αν σε δυσκολεύει. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Κάθεσαι το πρωί να δουλέψεις, και ουσιαστικά για αυτές τις 8, 10 ή και παραπάνω ώρες σου κάνει παρέα ένας άνθρωπος που σου εξηγεί τις σκέψεις του ή σου αφηγείται την ιστορία του, κι εσύ τον ακούς, τον καταλαβαίνεις, και γράφεις ταυτόχρονα, σαν διαμεσολαβητής που αφηγείσαι κι εσύ με τη σειρά σου αυτές τις σκέψεις και τις ιστορίες σε ένα άλλο κοινό.

Έτσι, καλή παρέα μού έχουν κάνει οι συνήθεις ύποπτοι που έχουν περάσει κατά καιρούς από τα χέρια μου. Χωρίς συγκεκριμένη σειρά, Τομ Ρόμπινς, Ντέιβιντ Λοτζ, Τ.Ρ.Ρ. Τόλκιν, Γουίλιαμ Γκίμπσον, Στίβεν Κινγκ, Ρόμπερτ Άντον Γουίλσον (της τριλογίας Ιλουμινάτους), Βίκραμ Τσάντρα, Ρουθ Ρέντελ, Τζον Λε Καρέ, Άρθουρ Κλαρκ, Τζέιμς Κλάβελ. Και προφανώς οι κλασικοί που είχα την τύχη να μεταφράσω (έστω και σε διηγήματά τους), Τζέιν Όστεν, Τσαρλς Ντίκενς, σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, Ναθάνιελ Χόθορν, Έντγκαρ Άλαν Πόε, Όσκαρ Ουάιλντ, Ουάσινγκτον Ίρβινγκ, Τζακ Λόντον, Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον, Ρούντιαρντ Κίπλινγκ.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Είναι πολλά. Για να αναφέρω μερικά, Αγριεμένοι Ανάπηροι, Θεραπεία, Αναγνώριση Προτύπων, Αϋπνία, Ιλουμινάτους, Υφαντόκοσμος, Κόκκινο Χώμα και Ραγδαία Βροχή, κλπ.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν νομίζω ότι ο μεταφραστής αδικείται. Το έργο του είναι σημαντικό και συχνά δύσκολο, αλλά ο κύριος δημιουργός είναι ο συγγραφέας. Όσο πιο απαρατήρητη περνά η παρουσία του μεταφραστή στο κείμενο τόσο καλύτερα έχει κάνει τη δουλειά του. Μπορούν να του αποδοθούν εύσημα, αλλά αναγκαστικά θα είναι διαφορετικής τάξης μεγέθους από εκείνα του συγγραφέα.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε;

Πάντα σε ακολουθούν οι ήρωες ενός καλού βιβλίου. Όχι απλώς οι ήρωες αλλά ολόκληρο το βιβλίο, ο κόσμος του, η πλοκή του, τα όσα ξύπνησε μέσα σου. Αυτό όμως συμβαίνει γενικότερα σε όποιον διαβάζει ένα καλό βιβλίο και όχι μόνο στον μεταφραστή του, έστω και αν ο μεταφραστής εμβαθύνει περισσότερο και γνωρίζει το βιβλίο στο πρωτότυπο, ενώ ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή μόνο με τη μετάφρασή του.

Πώς βιοπορίζεστε;

Αποκλειστικά από τη μετάφραση.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής;

Ο πειρασμός υπάρχει πάντα αλλά δεν έχω ενδώσει ακόμη, κυρίως λόγω έλλειψης χρόνου.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Η χαρά του μεταφραστή. Κάποτε τρέχαμε στις βιβλιοθήκες και τα βγάζαμε πέρα με την Μπριτάνικα, την Υδρία και το τετράτομο αγγλοελληνικό λεξικό των Εκδόσεων Οδυσσεύς. Σήμερα έχουμε απείρως περισσότερες πληροφορίες στη διάθεσή μας χωρίς να βγούμε από το γραφείο μας.

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 102. Γιώργος Λαμπράκος

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των βιβλίου σας;

Οι Αναμνήσεις από το Ρετιρέ (2009) είναι το πρώτο μου βιβλίο: το «μαύρο» βιβλίο ανατέμνει τη ζωή ενός μετανθρώπινου χαρακτήρα, ο οποίος ζει στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στον οργανικό και τον ψηφιακό κόσμο. Ο Αγνοούμενος (2010) είναι το δεύτερο βιβλίο μου: το «κόκκινο» βιβλίο είναι ένα θεατρικό έργο με θέμα τον έρωτα στη ζωή τριών νέων της εποχής μας, έναν έρωτα που αγνοείται, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχει. Η Υπογείωση (2012) είναι το τρίτο μου βιβλίο: στο «βυσσινί» βιβλίο ακούμε μια ξεπεσμένη μεσήλικη ηθοποιό να μας διηγείται την πλούσια ιστορία της από το κρεβάτι του άπονου πόνου της. Και τα τρία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης». Κι επειδή βαρέθηκα τις μονοχρωμίες, το επόμενο βιβλίο θα είναι πλουμιστό.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω κάποιον προσφιλή τρόπο συγγραφής. Λίγο σκοτάδι να υπάρχει… Όσο για τις ιδέες, πρέπει να πω το κοινότοπο: αυτές με παγιδεύουν, όταν το θελήσουν, όπου κι αν βρεθώ.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Συνήθως δουλεύω στο γραφείο και διαβάζω στο κρεβάτι. Αλλά συχνά συμβαίνει και το ανάποδο. Το βασικό είναι να γίνονται όλα με άνεση, γι’ αυτό δουλεύω μόνο με το σώβρακο. Μουσική ακούω όλη μέρα: κλασική, ηλεκτρονική, ποστ ροκ. Επομένως, υπολογιστής-μουσική-σώβρακο είναι το τελετουργικό τρίπτυχο της δουλειάς μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σπάνια.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Είχα μια τέτοια πρόταση στις αρχές του χρόνου, και γι’ αυτό καταπιάστηκα με έναν συγγραφέα που γουστάρω από παλιά, τον Μισέλ Ουελμπέκ. Η μονογραφία ολοκληρώθηκε πρόσφατα, οπότε αν όλα πάνε καλά και υπάρχει ακόμα αγορά τους επόμενους μήνες, θα εκδοθεί.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Θα περιοριστώ σε δημιουργούς της νεωτερικότητας και εξής: Μπέκετ, Τζόις, Φλομπέρ, Σελίν, Πεσσόα, Τσέχοφ, Ρεμπό, Ιονέσκο, Ουέλς, Μπάλαρντ, Μπέρνχαρντ, Καμύ, Μπόρχες, Κάμινγκς, Ζενέ, Μπουκόφσκι, αλλά και στοχαστές όπως ο Σοπενχάουερ, ο Δαρβίνος, ο Νίτσε, ο Φρόιντ, ο Σιοράν, ο Μποντριγιάρ. Από Έλληνες προτιμώ κυρίως ποιητές, Ελύτη, Καρούζο, Χιόνη, αλλά και πεζογράφους όπως ο Ροΐδης, ο Σκαρίμπας, ο Χειμωνάς, και από θεωρητικούς τον Κονδύλη. Από σύγχρονους συγγραφείς προκρίνω τον Πίντσον, τον Ουελμπέκ, τη Γέλινεκ, τον Αντούνες, τον Κουτσί.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μερικά λίγο παλαιότερα λογοτεχνικά βιβλία που μου έρχονται ανάκατα στο νου και τα οποία θεωρώ εντελώς «σύγχρονα»: τα Κύματα της Γουλφ, η Άντα του Ναμπόκοφ, η Κοινή ανθρώπινη μοίρα του Μπάτλερ, το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ, ο Θαυμαστός καινούριος κόσμος του Χάξλεϊ, ο Αιώνας των φώτων του Καρπεντιέρ, ο Φράνκενσταϊν της Σέλεϊ, το Εμείς του Ζαμιάτιν, οι Πρεσβευτές του Τζέιμς, το Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι, ο Μαλντορόρ του Λοτρεαμόν, η Κοκαΐνα του Πιτιγκρίλι, το Ηλεκτρικό πρόβατο του Ντικ… Σταματώ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Κάφκα, του Φιτζέραλντ, του Αντρέγεφ, του Σαλάμοφ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Επειδή γνωρίζω αρκετούς προσωπικά, θα ήταν κρίμα να αναφέρω έναν και να στενοχωρήσω κάποιους άλλους. (Άσε που το καλλιτεχνικό συνάφι είναι συχνά ανελέητο…) Θα αναφέρω λοιπόν έναν νέο λογοτέχνη με τον οποίον γνωριζόμαστε μόνο εκ μεγάλης αποστάσεως, τον Γιώργο Γεωργίου, του οποίου το βιβλίο Αιώνια ύλη με είχε συναρπάσει όταν το διάβασα πριν από τρία χρόνια. Όπου κι αν βρίσκεται, μακάρι να είναι εξίσου δημιουργικός.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.  

Ο «άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» Ούλριχ, ο κεντρικός χαρακτήρας στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μούζιλ. Ένας ευφυής άνθρωπος που αδυνατεί να βρει στόχο και νόημα, καθώς ζει σε έναν χαοτικό και νευρόσπαστο κόσμο που απαιτεί από τους ανθρώπους να διαθέτουν ένα γνώρισμα αρκετά οξύμωρο: ρευστές ιδιότητες. Αυτό είναι ευλογία και μαζί κατάρα. Στην εποχή μας εξακολουθεί να υπάρχει αυτός ο «χαρακτήρας», αλλά όπως γράφει ωραία και θλιβερά ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν, ο μοντέρνος άνθρωπος χωρίς ιδιότητες (Mann ohne Eigenschaften) έχει σε μεγάλο βαθμό μετατραπεί στον μεταμοντέρνο άνθρωπο χωρίς δεσμούς (Mann ohne Verwandtschaften).

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το πρόβλημα με τα λογοτεχνικά περιοδικά είναι πως είτε μυρίζουν φορμόλη, είτε επιδίδονται σε μεταμοντερνιές χωρίς κανένα έρεισμα. Πιστεύω πως η «Ποιητική» είναι το περιοδικό που κρατά τις πιο γερές ισορροπίες ανάμεσα στο παλαιό και στο καινούριο.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Θυμάμαι να διαβάζω τις Επικίνδυνες σχέσεις του Λακλό στο στρατιωτικό λεωφορείο, πηγαίνοντας από τον Αυλώνα στο 401 Νοσοκομείο το 1999. Η μισητή θητεία, ο εκνευριστικός πόνος, οι δυσώδεις αρβύλες, η απουσία γυναικών, όλα συνδυάστηκαν αμετάκλητα με το αριστούργημα έρωτα, σαγήνης και εξουσίας του στρατηγού Λακλό.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Η σχέση συγγραφέα και μεταφραστή είναι πολύπλοκη, όπως κάθε σχέση. Καταρχάς, δεν μπορεί κανείς να διαλέγει πάντα ό,τι του αρέσει: έτσι, από τα βιβλία που μεταφράζω, υπάρχουν κάποια που μάλλον δεν θα τα διάβαζα, και άλλα τα οποία λατρεύω. Ο μεταφραστής έχει συχνά μια αμφίθυμη σχέση αγάπης-μίσους με τον συγγραφέα: ο κόπος της μετάφρασης, καθώς και οι γλίσχρες απολαβές, επιβραβεύονται πάντως από το τελικό αποτέλεσμα. «Σε κατάφερα κι εσένα!» αναφωνεί ο μεταφραστής στον αόρατο συγγραφέα, μέχρι να βρεθεί κάποιος να του επισημάνει τα αναπόφευκτα λάθη του… Κι όλο πάλι απ’ την αρχή.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Δύσκολη μετάφραση ήταν το εξαιρετικό βιβλίο του Brian Leiter, Νίτσε και ηθική (εκδ. Οκτώ), καθώς έπρεπε να μεταφράσω εκατοντάδες αποσπάσματα του νιτσεϊκού έργου από τα γερμανικά και να τα συντονίσω με τον λεπτομερή σχολιασμό τους, που γράφτηκε στα αγγλικά. Μεγάλες «ηδονές», αφού έτσι το θέλετε, μου προσφέρει η μετάφραση αγαπημένων μου ποιημάτων του 20ού αιώνα, την οποία άρχισα υπό τον τίτλο «Στιχοπλοκίες» στο έντυπο περιοδικό Κοντέινερ και τη συνεχίζω στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ντουέντε.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Το βιβλίο του Mark Edmundson, Ο θάνατος του Σίγκμουντ Φρόιντ (εκδ. Πατάκης) δεν προσέχτηκε ιδιαίτερα, αν και είναι συναρπαστικό: εξιστορεί εκ παραλλήλου τη ζωή του Φρόιντ και του Χίτλερ, συνδυάζοντας καίρια τις ψυχαναλυτικές ιδέες με την πολιτική ιστορία του Μεσοπολέμου. Είναι δε απελπιστικά επίκαιρο, καθώς εξηγεί την άνοδο του φασισμού αξιοποιώντας τη φροϋδική θεωρία για το πώς συμπεριφέρονται ηγέτες και μάζες σε περιόδους οικονομικής και πολιτισμικής κρίσης… Ας αναφέρω και το βιβλίο του Τζον Γκρέι Αχυρένια σκυλιά (εκδ. Οκτώ), στα συμπεράσματα του οποίου θα σκοντάφτουμε συνέχεια, θέλοντας και μη, στον 21ο αιώνα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.  

Η μεταφραστική εμπειρία είναι δύσκολη, η ηδονή επισφαλής και η απομάγευση πιθανή. Μεγαλύτερη απογοήτευση προκύπτει όταν ένα βιβλίο, που ο μεταφραστής θεωρεί αξιοπρόσεκτο, πάει κατά διαόλου ως προς τις πωλήσεις και την ανταπόκριση (αντιστοίχως, όταν ένα υπερκείμενο πάει άπατο ως προς τα λάικ…). Επειδή είναι αδύνατον να μιλήσω εδώ συγκεκριμένα για όσα έχω μεταφράσει, ας αναφέρω μονάχα μερικά ονόματα: Τζορτζ Στάινερ, Πίτερ Άκροιντ, Άνταμ Φίλιπς, Τζούλιαν Μπελ, Μάρθα Νούσμπαουμ, Ουμπέρτο Έκο, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Νάιτζελ Ουόρμπερτον, Κουέντιν Σκίνερ, Άρθουρ Ντάντο, Καλίλ Τζιμπράν. Συχνά, για προσωπική μου ευχαρίστηση (κι όχι μόνο, ελπίζω), μεταφράζω διηγήματα και δοκίμια για περιοδικά: Βιρτζίνια Γουλφ, Φ. Σ. Φιτζέραλντ, Χ. Τζ. Ουέλς, Όσκαρ Ουάιλντ, Τσαρλς Μπουκόφσκι κ.α.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Υπάρχει ένας σημαντικός και άλλοτε διάσημος αμερικανός ποιητής, ο Ρόμπινσον Τζέφερς, το έργο του οποίου μεταφράζω και δημοσιεύω, προσπαθώντας να το καταστήσω γνωστό στην Ελλάδα. Συνάμα, με τα ακόμα αμετάφραστα κείμενα του Μπέκετ αναμετριέμαι όποτε νιώθω τη βαθύτατη ανάγκη να αποτυγχάνω (κάθε φορά, καλύτερα). Έχουν δημοσιευτεί τρία από δαύτα, και ποιος ξέρει τι ακολουθεί; Ποιος ξέρει γενικά τι ακολουθεί;

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αυτό εν γένει ισχύει, αλλά τα τελευταία χρόνια έχει ευτυχώς αλλάξει. Οι κριτικές αναφέρουν πλέον πιο συχνά τους μεταφραστές, ακόμα κι αν οι κριτικοί δεν αντιλαμβάνονται πόσος κόπος καταβλήθηκε. Πάντως, όσοι διαβάζουν συστηματικά, έχουν μάθει να ξεχωρίζουν τους καλούς μεταφραστές. Συχνά, μάλιστα, κάποιοι αναγνώστες αγοράζουν τα βιβλία που έχουν μεταφράσει οι αγαπημένοι τους μεταφραστές, ακόμα κι αν δεν ξέρουν περί τίνος πρόκειται.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της; 

Η συνεργασία μεταξύ ανθρώπων είναι εν γένει «αγγούρι». Καθώς μάλιστα το αντικείμενο της συνεργασίας μεταξύ συγγραφέων-μεταφραστών-διορθωτών είναι το ίδιο το εργαλείο της επικοινωνίας τους, δηλαδή η γλώσσα, τα προβλήματα περιπλέκονται αφάνταστα. Αλλά ευτυχώς δεν έχω αντιμετωπίσει μέχρι τώρα πρόβλημα με κάποια συνεργασία. Ιδανική μορφή της παραμένει η συνεργασία μέσω ιμέιλ και τηλεφώνου, σαν να λέμε: «μακριά κι αγαπημένοι».

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Επειδή μεταφράζω κυρίως θεωρητικά βιβλία, οι ήρωες που με ακολουθούν είναι συνήθως οι ιδέες! Και ναι, μου λένε τα νέα τους συχνά, τους λέω κι εγώ τα δικά μου, και γενικά (θέλω να πιστεύω ότι) τα βρίσκουμε. Με τα λόγια ενός ποιητή: “They are never alone [those] that are accompanied with noble thoughts”.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Η μετάφραση, καθώς και η συμμετοχή μου σε οικογενειακή επιχείρηση, ήταν και παραμένουν οι βασικοί τρόποι βιοπορισμού μου. Μακάρι να πλήρωναν και όλοι οι υπόλοιποι… Φαίνεται πως της ανόδου του φασισμού στην Ελλάδα προηγήθηκε η κυριαρχία του «φεσισμού».

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω κάποια βιβλία για τη βιοτεχνολογία, θέμα με το οποίο καταπιάνεται το μυθιστόρημα που γράφω. Παράλληλα μεταφράζω Σάμιουελ Μπάτλερ, έναν συγγραφέα που ήταν πολύ μπροστά από τη βικτοριανή εποχή του. Η πρώτη δημοσίευση αυτής της εργασίας εν προόδω είναι το δοκίμιο «Ο Δαρβίνος μεταξύ των μηχανών», ένα σατιρικό κείμενο ανεπανάληπτα προφητικό για τον σημερινό κόσμο. Μεταξύ άπειρων δραστηριοτήτων (λογοτέχνης, στοχαστής, ζωγράφος, φωτογράφος, βιογράφος, ιστορικός τέχνης, εκτροφέας προβάτων…), ο Μπάτλερ μετέφρασε τα ομηρικά έπη, οι δε μεταφράσεις του κυκλοφορούν και διαβάζονται μέχρι σήμερα. Γενικότερα, σε ό,τι κάνω, συμμερίζομαι την αυτοεικόνα του Μπάτλερ: είμαι ένα παιδάκι που του αρέσει να πετά πέτρες στα τζάμια των άλλων.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ συστηματικά. Με γοητεύει η δουλειά σκηνοθετών που είναι συγχρόνως συγκινητικοί και κλινικοί, όπως π.χ. ο Λευτέρης Βογιατζής και ο Θεόδωρος Τερζόπουλος στο ελληνικό θέατρο, ή όπως ο Κι-Ντουκ, ο Χέρτζογκ, ο Καουρισμάκι, ο Χάνεκε, ο Τρίερ και ο Λιντς στον κινηματογράφο. Και φυσικά οι αδερφοί Μαρξ και ο παλιός Γούντι Άλεν. Το χιούμορ είναι ιερό.

Τι περιλαμβάνει το ιστολόγιό σας; Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν και το διαδικτυώνεσθαι;

Το ιστολόγιό μου περιλαμβάνει πληροφορίες και κριτικές για τα βιβλία μου, καθώς και πολλά αναδημοσιευμένα κείμενά μου, θεωρητικά και λογοτεχνικά. Το Διαδίκτυο έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος της δουλειάς μου, αλλά αν είχα άλλη δουλειά, μάλλον θα το βαριόμουν. Πρόκειται για μια τρομερή εφεύρεση, που αλλάζει την ίδια μας τη συνείδηση. Όπως όλες οι τεχνολογίες, έτσι κι αυτό είναι κάθε άλλο παρά ουδέτερο. Η ειρωνεία είναι πως μια γόνιμη σχέση με το Διαδίκτυο προϋποθέτει ακριβώς όσα είναι δύσκολο να έχουμε στη σχέση μας μαζί του: αποδοχή με κριτική σκέψη και χρήση με αποστασιοποίηση. Για να πετύχει όμως αυτό (αν υποθέσουμε πως είναι δυνατό), απαιτείται επίγνωση, και η επίγνωση προκύπτει κυρίως από τον στοχασμό πάνω στις επιδράσεις της τεχνικής στη ζωή μας. Ιδίως αυτός ο τύπος στοχασμού λείπει στην Ελλάδα, αφού εδώ τα πάντα κρίνονται ακόμα με βάση το δίπολο Δεξιά-Αριστερά. Ανθρώπους τυπικά μορφωμένους αλλά ουσιαστικά ακαλλιέργητους, που έχουν ελλιπή έως μηδαμινή σχέση με τον έντυπο λόγο, τα βιβλία κ.λπ., το Διαδίκτυο τους αποτελειώνει πνευματικά.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι. Βαριέμαι την αιώνια νιότη. Επιθυμώ να ζήσω μια πλήρη ζωή, κάνοντας ό,τι αρμόζει σε κάθε ηλικία, και προσεύχομαι στον ανύπαρκτο θεό μου να φανεί πολυέλεος και να μου φέρει έναν γαλήνιο θάνατο.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Οι κεφτέδες.

Εικονιζόμενοι: Α. Rimbaud, J.G. Ballard, A. Lobo Antunes, C. Bukowski, J. Baudrillard.