Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 172. Γιάννης Παπαδημητρίου

YannisP_

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

ΣυBERLIN-TESSERA_μμερίζομαι την άποψη (της G. Spivak) ότι η μετάφραση (επιδιώκει να) είναι η πιο προσεκτική ή, επίσης, η πιο προσωπική ανάγνωση. Και με τη λέξη «ανάγνωση» εννοώ τόσο τη διαδικασία της αναγνώρισης και της κατανόησης όσο και την ερμηνευτική προσέγγιση ενός κειμένου. Ειδικά όσον αφορά τη λογοτεχνία, θα περιέγραφα τη μετάφραση ως ένα είδος αναγνωστικής σχέσης με το κείμενο, μια εξελικτική πορεία που ξεκινά με τη διαισθητική κυρίως εμβάθυνση στο περιεχόμενο και στο ύφος του, για να καταλήξει στη λεπτομερή αποκωδικοποίησή του και τη διαμόρφωση μιας ερμηνευτικής εκδοχής.

MILXAUSER-DRESLER_Η όλη διαδικασία δημιουργεί, κατά κανόνα, την αίσθηση μιας διπλής επικοινωνιακής κίνησης (προς το κείμενο και προς τον αναγνώστη), η οποία γίνεται ακόμη πιο αποτελεσματική όταν ο μεταφραστής έχει ήδη ή αναπτύσσει σταδιακά προσωπικό ενδιαφέρον για έναν συγκεκριμένο συγγραφέα και καλείται να μεταφράσει περισσότερα έργα του – πράγμα που σημαίνει ότι, με τον καιρό, τον κατανοεί ολοένα πληρέστερα (προς όφελος, εντέλει, του αναγνώστη). Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν πιστεύω ότι ένας μεταφραστής μπορεί να «ταυτιστεί» με έναν συγγραφέα, να «γίνει η φωνή του», όπως λέγεται ενίοτε, σε μιαν άλλη γλώσσα. Αντιθέτως, ένας συγγραφέας (ή και ένα κείμενο) μπορεί (και μάλλον πρέπει) να έχει πολλές και επαρκείς φωνές σε μιαν άλλη γλώσσα, πολλές και διαφορετικές «αναγνώσεις».  

b3648Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι περισσότερες μεταφράσεις μου με έχουν δυσκολέψει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, και ίσως γι’ αυτό στο τέλος με έχουν ικανοποιήσει ιδιαίτερα. Ίσως, λοιπόν, οι «ηδονές» που αναφέρετε να σχετίζονται με τις ιδιαίτερες «αντιστάσεις» των κειμένων. Εάν πάντως επέλεγα ένα και μόνο βιβλίο που με έκανε να σηκώσω τα χέρια ψηλά πολλές φορές, αυτό θα ήταν μάλλον το The Making of the English Working Class του Ε. Ρ. Thompson, η ελληνική έκδοση του οποίου ετοιμάζεται αυτή την περίοδο.

Ο μεγάλος όγκος ιστορικών στοιχείων για τηνBERLIN-RIZES_ εργατική Αγγλία του 18ου19ου αιώνα και, κυρίως, η δυσκολία εξακρίβωσης εννοιών, ιδιωμάτων, πραγμάτων και καταστάσεων πολιτισμικά δυσπρόσιτων με οδήγησαν σε μια πολύ απαιτητική ερευνητική διαδικασία. Και για να προλάβω μια κατοπινή ερώτηση: δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να μεταφραστεί ένα τέτοιο βιβλίο (σε εύλογο χρονικό διάστημα) χωρίς τη διαδικτυακή συμβολή. Γεγονός είναι, βέβαια, ότι η ολοκλήρωση της μετάφρασης ενός τόσο πολυδαίδαλου έργου, και τόσο συναρπαστικού από ιστορική και θεωρητική άποψη, μπορεί μόνο να συγκριθεί με τις πιο έντονες προσωπικές εμπειρίες, από τις οποίες βγαίνεις σημαντικά διαφορετικός ως άνθρωπος.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Said 1Χωρίς δεύτερη σκέψη, θα πρότεινα τις Ρίζες του ρομαντισμού (Scripta, 2000) του Isaiah Berlin. Άρχισα τη μετάφραση αυτή όταν ακόμη έκανα τη στρατιωτική μου θητεία. Και, κυριολεκτικά, το συγκεκριμένο βιβλίο ήρθε να με σώσει εκείνη την περίοδο πλήρους δημιουργικής αδράνειας. Πέραν αυτού, όμως, θεωρώ ότι είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα που έχω διαβάσει, ένας οδηγός για το φιλοσοφικό σύμπαν του ρομαντισμού αλλά και του ίδιου του Berlin, οι ιδέες του οποίου εξακολουθούν να με επηρεάζουν από πολλές απόψεις. Θα πρότεινα όμως τις Ρίζες, ειδικά σήμερα, και για έναν ακόμη λόγο: για την ιστορική σύνδεση ρομαντισμού, εθνικισμού και φασισμού, την οποία θεμελιώνει με τρόπο αφοπλιστικό ο συγγραφέας. Για όσους πιστεύουν ότι πίσω από τον φασισμό υπάρχει και κάτι άλλο πέραν της ψυχοπαθολογίας ή, γενικότερα, κατανοούν ότι πίσω από κάθε απόλυτη επιδίωξη υπάρχει ένας τρόπος σκέψης δυνητικά αδιέξοδος ή και καταστροφικός, η ανάλυση του Berlin νομίζω ότι μπορεί να αποδειχθεί αποκαλυπτική.

Ρίτσαρντ ΒόλχαϊμΕργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Με τον καιρό έχω διαπιστώσει ότι η μεταφραστική εργασία αποδίδει περισσότερο κατά τις πρωινές ώρες. Καθώς όμως οι πρωινές μου ώρες είναι αφιερωμένες στην υπηρεσία στην οποία εργάζομαι, έμαθα να εκτιμώ και το νυχτερινό ωράριο. Σε αυτό, προφανώς, συμβάλλει πολύ η μουσική – αλλά μόνο πριν ή έπειτα από την «πράξη»: γενικώς, όταν υπάρχει μουσική στον χώρο, μου είναι απλώς αδύνατον να συγκεντρωθώ σε κάτι άλλο.

b125049Τα τελευταία χρόνια, ακούω κυρίως σύγχρονη electronica, την οποία εκτιμώ, μεταξύ άλλων, για τις απεριόριστες ηχητικές εξερευνήσεις της και την ικανότητά της να δίνει σε μηχανικούς τρόπους συναισθηματική τροπή (Pye Corner Audio, Karen Gwyer, Andy Stott). Το ενδιαφέρον μου για τις σύγχρονες παρυφές του ροκ και τα lo-fi παρακλάδια άλλων ειδών στρέφεται σε μουσικούς μιας αντίστοιχης λογικής (Grumbling Fur, Julia Holter, Dean Blunt, Kim Hiorthøy).

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Εδώ και μερικά χρόνια, στα διαλείμματα της επαγγελματικής μου ενασχόλησης με τη μετάφραση, επιστρέφω σε μερικά ποιήματα της Emily Dickinson. Θα ήθελα επίσης να μεταφράσω δοκίμια του John Berger, ποιήματα του Frank O’Hara, το βιβλίο Englands Hidden Reverse του Άγγλου μουσικοκριτικού David Keenan και αρκετά ακόμη. Λόγω επαγγελματικής διαστροφής μάλλον, πάντα θέλω να μεταφράσω κάθε ξενόγλωσσο κείμενο που με συγκινεί∙ ίσως επειδή θεωρώ ότι μέσω της μετάφρασης θα το διαβάσω καλύτερα. Κάπως έτσι, έχω ήδη συγκεντρώσει κάμποσες ημιτελείς μεταφράσεις ή, για να το θέσω πιο κομψά, αρκετές μεταφραστικές αναγνώσεις εν εξελίξει…

emily_dickenson 1

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Νομίζω ότι το ζήτημα αυτό αφορά καταρχήν την κριτική της μετάφρασης και τη θέση της στη λογοτεχνική κριτική. Στη χώρα μας έχουν γίνει, τα τελευταία χρόνια, λίγα μεν αλλά σημαντικά βήματα προς μια ουσιαστική κριτική της μετάφρασης. Παρ’ όλα αυτά, η ένταξη της κριτικής της μετάφρασης στο πλαίσιο της λογοτεχνικής κριτικής εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο. Και το φαινόμενο αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό.

Κάτι όμως που, προσωπικά, βρίσκω άδικο είναι ότι ενίοτε τα ευάριθμα σχόλια ενός κριτικού για μια μετάφραση επικεντρώνονται σε μία, δύο, πέντε αστοχίες, αφήνοντας εντελώς ασχολίαστο το υπόλοιπο μετάφρασμα και τη συνολική, πολυδιάστατη ποιότητα της δουλειάς του μεταφραστή (η οποία, περιέργως, εκλαμβάνεται ως δεδομένη και ίσως γι’ αυτό τις περισσότερες φορές δεν σχολιάζεται καν).

Frank O' Hara

Με τα χρόνια, έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι, εντός αλλά και εκτός του κριτικού πεδίου, η μετάφραση ενεργοποιεί το αντανακλαστικό του εντοπισμού του λάθους ή τουλάχιστον του γλωσσικού ελέγχου, αντανακλαστικό το οποίο στην κριτική ή και την απλή ανάγνωση πρωτότυπων κειμένων δεν φαίνεται να είναι εξίσου ενεργό. Ένας λόγος σχετίζεται ενδεχομένως με το γεγονός ότι, συνήθως, στη μετάφραση και στον μεταφραστή δεν αναγνωρίζεται απολύτως δημιουργική ή πρωτότυπη συμβολή ως προς το λογοτεχνικό έργο, παρά μόνον η λειτουργία της ακριβούς και ευανάγνωστης μεταγλώττισης.

Ήδη από τη δεκαετία του 1990, ορισμένοι θεωρητικοί της μετάφρασης έχουν προτείνει ως λύση την ενίσχυση και την υπεράσπιση της παρουσίας του μεταφραστή μέσα στο ίδιο το κείμενο αλλά και εκτός αυτού (μέσω σημειωμάτων, σχολιασμών, προλόγων κ.ο.κ.). Τα αποτελέσματα έχουν σταθεί πενιχρά. Προσωπικά, θα εντόπιζα μία ακόμη λύση στην έναρξη ενός ζωντανού διαλόγου μεταξύ μεταφραστών, θεωρητικών, κριτικών και αναγνωστών λογοτεχνίας (και όχι μόνο), με σκοπό, όπως είπα, τον ακριβή προσδιορισμό της θέσης και της λειτουργίας της μετάφρασης και της κριτικής της μετάφρασης στη λογοτεχνική κριτική.

H. Shelby Jr 1

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Στο βιβλιοφιλικό πλαίσιο, κάθε «ενδιαφερόμενο μέρος» έχει σαφή επίγνωση του ρόλου του επιμελητή και του διορθωτή∙ επειδή μάλιστα δεν υφίσταται μετάφραση (ή, γενικότερα, κείμενο) που να μην επιδέχεται διόρθωση ή τουλάχιστον βελτίωση, διαδραματίζουν και οι δύο, προφανώς, κρίσιμο ρόλο. Θα τολμούσα να πω ότι ειδικά οι μεταφραστές πάντα ελπίζουν στην ουσιαστική συμβολή του επιμελητή και του διορθωτή, τη σπουδαιότητα των οποίων μόνον ένας πολύ αθώος αναγνώστης θα την παρέβλεπε.

Έχοντας δουλέψει και ο ίδιος ως γλωσσικόςεπιμελητής/διορθωτής, έχω καταλάβει την πρακτική αναγκαιότητα της στενής συνεργασίας με τους μεταφραστές ή τους συγγραφείς κειμένων, γιατί είναι αλήθεια ότι μπορεί να προκύψουν συγκρούσεις μεταξύ των διαφορετικών γλωσσικών επιλογών. Ως επιμελητής, ωστόσο, σκέφτομαι ότι το ύφος του συγγραφέα ή του μεταφραστή ενός κειμένου πρέπει πάντα να είναι κυρίαρχο, μια και αυτός είναι ο δημιουργός του. Γενική μου διαπίστωση πάντως είναι ότι η ιδεώδης κατάσταση αφορά την παραγωγή κειμένων από σταθερά και στενά συνεργαζόμενους μεταφραστές/συγγραφείς και διορθωτές/επιμελητές.

Carson McCullers 1

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Οι πρώτοι λογοτέχνες που μου έρχονται στον νου: ο Τh. Bernhard, o Ch. Dickens, o K. Π. Καβάφης, ο G. Trakl, η C. McCullers, o J. Baldwin, η Ε. Dickinson, ο P. Celan, η Μ. Μήτσορα, ο H. Shelby Jr, o Th. Hardy, ο I. McEwan, η E. Jelinek, ο Π. Μάτεσις, ο Τh. Mann, o J. G. Ballard, o W. Burroughs, o D. DeLillo. Θεωρητικοί: ο E. W. Said, o T. Adorno, o W. Benjamin, η H. Arendt, o G. Lukács, o I. Berlin, η J. Butler, ο Κωστής Παπαγιώργης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

To μυθιστόρημα στο οποίο έχω ξαναγυρίσει τις περισσότερες φορές είναι τα Ανεμοδαρμένα Ύψη. Μπορώ να αφηγηθώ αποσπάσματά του από μνήμης. Μερικά ακόμη αγαπημένα βιβλία: Η καρδιά κυνηγάει μονάχη της C. McCullers, Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες του R. Musil, Ο Τσιμεντόκηπος και η Εξιλέωση του Ι. McEwan, Το Λευκό Ξενοδοχείο του Ντ. Μ. Τόμας, Μια άλλη χώρα του J. Baldwin, Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία του J. Joyce, Δρ Φάουστους του Τ. Mann, Σκόρπια Δύναμη της Μ. Μήτσορα, Τελευταία Έξοδος για το Μπρούκλιν του H. Shelby Jr, Τζουντ ο αφανής του Th. Hardy, Άπαντα της E. Dickinson, High Windows του Ph. Larkin, Κουλτούρα και Ιμπεριαλισμός του E. W. Said, Μονόδρομος του W. Benjamin, Ways of Seeing και Selected Essays του J. Berger, Η πρόζα του κόσμου του Μ. Merleau-Ponty, Audio Culture του C. Cox και του D. Warren (επιμ.).

Wuthering-Heights-Penguin-Classics-Deluxe-Edition_

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Η λέξη «διήγημα» αυτομάτως φέρνει στη σκέψη μου, μάλλον ως υποδείγματα, τα διηγήματα «Sonny’s Blues» του J. Baldwin, «Α Family Supper» του K. Ishiguro και «Οι νεκροί» του J. Joyce. Επίσης, αρκετά διηγήματα του G. de Maupassant, τις συλλογές Family Dancing του D. Leavitt, What We Talk About When We Talk About Love του R. Carver, Περσινή Αρραβωνιαστικιά της Ζ. Ζατέλη και Η φλέβα του λαιμού του Σ. Δημητρίου.

Το διήγημα ήταν πάντα η αγαπημένη μου πεζογραφική μορφή (μάλλον επειδή δεν είμαι πολύ υπομονετικός αναγνώστης). Πάντα με συγκινεί η πυκνή αποτύπωση μιας ιδέας, ενός συναισθήματος, μιας αποκαλυπτικής στιγμής.

ISAIAH-BERLIN-FOR-VOGUE-1949-

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Από όσους έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια (και, ομολογώ, δεν είναι πάρα πολλοί), με εντυπωσιάζουν η στιλιστική ικανότητα και η ακρίβεια του Χρήστου Χρυσόπουλου· η αφηγηματική θερμότητα της Μαρίας Πετρίτση· η διεισδυτικότητα της Βασιλικής Πέτσα· η δραματική ποίηση της Γλυκερίας Μπασδέκη. Μιλώντας επίσης για σύγχρονους λογοτέχνες που παρακολουθώ σε σταθερή βάση, θα πρέπει να αναφέρω τη Μαρία Μήτσορα, τα αραιά βιβλία της οποίας παίρνουν πάντα ξεχωριστή θέση μέσα μου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Χίθκλιφ.

james_baldwin_0

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Μιλώντας γενικά για περιοδικά λόγου, και όχι αποκλειστικά λογοτεχνίας, οι Σημειώσεις και το Πλανόδιο είναι τα περιοδικά που πάντα εκτιμούσα περισσότερο. Ακόμη και σήμερα ξεφυλλίζω παλιά τεύχη τους, συνεχείς πηγές ανακαλύψεων. Από τα πιο πρόσφατα, ενδιαφέρον, κυρίως επειδή δείχνει να μεταφέρει μιαν ανανεωτική ποιητική πρόταση, θεωρώ το περιοδικό [φρμκ].

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το μυθιστόρημα Ο Ζοφερός Οίκος του Dickens στην εξαιρετική μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ (Gutenberg, 2008). Καθώς αφιερώνω τον περισσότερο αναγνωστικό χρόνο μου σε κείμενα σχετικά με την εκάστοτε (συνήθως όχι λογοτεχνική) μετάφρασή μου,είναι πάντα απολαυστική η στροφή σε τόσο καθηλωτικές ιστορίες.

john berger

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Την τελευταία εξαετία εργάζομαι ως μεταφραστής σε έναν δημόσιο οργανισμό. Όπως προανέφερα, όμως, τις νύχτες (!) και τα σαββατοκύριακα (θα γνωρίζετε, φαντάζομαι, ότι οι μεταφραστές δουλεύουν πάντα…), ασχολούμαι με τη μετάφραση και τη γλωσσική επιμέλεια πιο δημιουργικών κειμένων.

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στην εργασία σας (π.χ. στην επιλογή των τίτλων);

Έχω σπουδάσει Μετάφραση στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και στο ΕΚΠΑ. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να προσθέσω κάτι άλλο – πέρα από το γεγονός ότι οι σπουδές μου στην Κέρκυρα έχουν σταθεί καθοριστικές για τις κατοπινές επιλογές μου.

Film director Derek Jarman, portrait, London, United Kingdom, 1992. (Photo by Martyn Goodacre/Getty Images)

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα, ποιο θα επιλέγατε;  

Τον Derek Jarman. Οι ταινίες, τα βιβλία, τα ημερολόγια και το γενικότερο πνεύμα του συνεχίζουν, εδώ και χρόνια, να με εμπνέουν και να με επηρεάζουν από πολλές απόψεις. Ανάλογες πηγές έμπνευσης έχουν σταθεί ο μουσικός Jhonn Balance και ο κριτικός τέχνης και μυθιστοριογράφος John Berger. Αν μπορώ να βρω κάποια σύνδεση μεταξύ των τριών, θα έλεγα ότι σε όλους εκτιμώ το γεγονός ότι συνειδητά ώθησαν το έργο τους στη λογική του κατάληξη, ανάγοντάς το εμπράκτως σε πολιτική θέση ή, ευρύτερα, σε πρόταση ζωής.

john-balance-

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Πηγαίνω αραιά στο θέατρο. Αντιθέτως, έχω ένα σχετικά πρόσφατο αλλά έντονο ενδιαφέρον για τον θεατρικό χορό. Τελευταία, έχω θαυμάσει τα έργα της Anne Teresa De Keersmaeker και της ομάδας DV8 Physical Theatre.

Αγαπημένοι μου σύγχρονοι κινηματογραφιστές είναι ο Michael Haneke, σταθερά ο David Lynch και, πιο πρόσφατα, ο Cristian Mungiu. Την προηγούμενη χρονιά μού άρεσαν πολύ οι ταινίες Μακριά από τους ανθρώπους του David Oelhoffen και Κάτω από το δέρμα του Jonathan Glazer. Βρίσκω επίσης ενδιαφέρον το εξελισσόμενο ελληνικό weird wave, κυρίως επειδή αισθάνομαι ότι πρόκειται για το βλέμμα μιας πραγματικά νέας κινηματογραφικής γενιάς, με το οποίο, συνήθως, μπορώ να ταυτιστώ. Δεν θα μπορούσα άλλωστε να αντισταθώ σε καμία ταινία που ξεκινάει με το «Ghost Rider» των Suicide. 

Julia-Holter-

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Όπως όλοι οι μεταφραστές σήμερα, αδυνατώ πλέον να φανταστώ πώς μπορεί κανείς να μεταφράσει χωρίς το διαδίκτυο. Η αλήθεια είναι ότι μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου, παλαιότερα, να τρέχει από βιβλιοθήκη σε βιβλιοθήκη, να συναντιέται ή να προσπαθεί να επικοινωνήσει με άγνωστους ειδικούς, για να βρει την απόδοση μίας και μόνης λέξης! Είχε και αυτό τη μαγεία του, βέβαια. Γενικότερα, όμως, το διαδίκτυο αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι και της δουλειάς μου και της καθημερινής ζωής μου. Η αμεσότητα της πληροφόρησης, η απλοποίηση της έρευνας και, κυρίως, η διαδικτυακή επικοινωνία εξακολουθούν πάντα να με συναρπάζουν.

the cost of living

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή; 

«Αιώνια» σε καμία περίπτωση, αλλά, ναι, μερικές ακόμη δεκαετίες νεότητας νομίζω ότι τις χρειάζομαι.

Στις εικόνες: Emily Dickinson, Frank O’ Hara, Hubert Shelby Jr., Curson McCullers, Isaiah Berlin, James Baldwin, John Berger, Derek Jarman [1992, Martyn Goodacre/Getty Images], Johhn Balance, Julia Hotler, The cost of living [DV8 Physical Theatre]

Ίβο Άντριτς – Τα σημάδια

Andric

Πάει καιρός που το έχω καταλάβει καλά πως δεν θα είχε νόημα και δεν θα ήταν εύκολο να ζει κανείς αν η ζωή ήταν έτσι όπως φαίνεται πότε πότε, αν όλα, δηλαδή, τα πράγματα στη ζωή ήταν μόνο αυτό που λέει τ’ όνομά τους και τίποτ’ άλλο. Πιστεύω πως όσο απλωμένη είναι η ζωή στην επιφάνεια, άλλο τόσο υπάρχει και στο βάθος, έτσι που οι κρυμμένες και αόρατες δυνατότητές της να είναι αμέτρητες φορές περισσότερες από αυτές που βλέπουμε στην επιφάνεια. [σ. 185]

…γράφει ο συγγραφέας σ’ ένα από τα «τετράδια» στα οποία κρατούσε σημειώσεις σε όλη την διάρκεια του βίου του και τα οποία εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του με τίτλο Ίχνη στην άκρη του δρόμου. Μια επιλογή κειμένων και αποσπασμάτων από αυτά τα τετράδια περιλαμβάνονται στο βιβλίο μαζί με νουβέλες και διηγήματά του, που καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος. Στα προσωπικά αυτά γραπτά ο Άντριτς γράφει όλες τις σκέψεις του για την ζωή και την συγγραφή. Και πρώτα για τις ίδιες τις λέξεις, καθώς βρίσκεται πάντα περικυκλωμένος από αυτές όπως ο μελισσοκόμος από τις μέλισσες. Είναι το μόνο υλικό που διαθέτει και καλείται μ’ αυτές τις κοινές λέξεις, τις άστατες και μεταβαλλόμενες, που τις χρησιμοποιεί όλος ο κόσμος για τις ανάγκες του, να τις κάνει μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης.

KULT-andric

Οι λέξεις δεν μπορούν να βγουν με μαγικό τρόπο στο χαρτί· θα παραμείνουν νεκρές, ανέκφραστες. Μόλις όμως έρθουμε σε επαφή με οποιαδήποτε όψη της ανθρώπινης ζωής, εκείνες αποκτούν την θέρμη της και μεταμορφώνονται σε πολύτιμο, υπάκουο μέσο για να εκφράσουν λογοτεχνικές ιδέες. Στην πραγματικότητα οι λέξεις δεν έχουν τέλος, όπως κι ο παθιασμένος αγώνας μας με τις λέξεις και για τη λέξη, αλλά και η δια βίου αναζήτησή μας λέξεων γόνιμων και δημιουργικών. Τα πράγματα δυσκολεύουν όμως ακόμα περισσότερο όταν πρέπει να μιλήσει κανείς για τις ίδιες τις λέξεις. Τότε μονομιάς βουβαίνονται, παγώνουν, μένουν σαν τις άψυχες πέτρες, σιωπούν ενώ για όλα έχουν κάτι να πουν, ακόμα και με την σιωπή τους.

Όταν ήμουν παιδί και νεαρός, αισθανόμουν μεγάλη ανάγκη να μιλώ πολύ για τον εαυτό μου. Κανένας δεν ήθελε να με ακούσει. Κι αυτό με βασάνιζε. Τώρα που πέρασαν τα χρόνια όλοι μου ζητούν να τους μιλήσω για τον εαυτό μου. Κι εγώ δεν μπορώ να πω ούτε μια λέξη. Κι αυτό πάλι με βασανίζει. [σ. 187]

S.Kragujevic,_Ivo_Andric_2

Ο Άντριτς γνωρίζει πως οι λευκές και άγραφες σελίδες στα ημερολόγιο δεν σημαίνουν κενές μέρες· ίσως να συμβαίνει το αντίθετο, να ήταν δηλαδή το μυαλό μας φορτωμένο με τόσες σκέψεις ώστε να μην μπορούσαν να εκφραστούν με λέξεις ούτε να σημειωθούν με γράμματα. Και οι άδειες σελίδες μιλούν. Γράφει ακόμα για την λήθη που τελικά αυτή είναι που τα λύνει όλα και όχι ο θάνατος· αυτή η λησμονιά του σώματος και του χρόνου είναι ένας άλλος θάνατος αλλά με δικαίωμα στην ελπίδα. Γνωρίζει ότι ο χρόνος είναι μια επώδυνη αυταπάτη και, στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά οι χτύποι της καρδιάς μας. Όποιος κατόρθωσε να ζεστάνει και να ζωντανέψει τη σιωπή της μοναξιάς, αυτός κέρδισε τον κόσμο. Μιλάει για την ψυχή των παλιών κτισμάτων ιδίως στην Ανατολή – όσο ερειπωμένα κι εγκαταλειμμένα και να είναι. Στην Δύση δεν υπάρχουν τέτοια κτήρια. Ίσως επειδή, γράφει, στην Ανατολή το πιο εξαίσιο θαύμα και η μεγαλύτερη φρίκη, τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου δεν είναι σαφώς καθορισμένα: κινούνται και μετακινούνται συνεχώς. Και όταν ο λόγος έρχεται στις ζωντανές θρησκείες, πιστεύει ότι ο άνθρωπος πρέπει να κάθεται μακριά και να τις αποφεύγει όσο μπορεί, καθώς αποτελούν έναν διαρκή κίνδυνο: ή να σε υποτάξουν και να σε κάνουν δούλο τους και να τις υπηρετείς ως άβουλο, υπάκουο πλάσμα ή να σε τσακίσουν και να σε συντρίψουν.

Νομίζετε, ίσως, ότι είναι εύκολο κι ευχάριστο να ζει κανείς με καμιά δεκαριά βιβλία που κάποτε έγραψε, σα να ζει με δέκα φαντάσματα, ή μ’ ένα ή δυο ακόμα που θα γράψει, η, μπορεί και να μη γράψει, και που του πίνουν το αίμα και του θολώνουν τον ορίζοντα [σ. 170]

Πανδοχείο Άλλοτε

Ένα μεγάλο μέρος των διηγημάτων επιστρέφει στο αχανές ιστορικό παρελθόν των τόπων του. Έτσι Οι Βελετοβιανοί, ο Μουσταφά ο Ούγγρος και Οι σαράτσηδες συνυπάρχουν με Το όνειρο του μπέη Κάρτσιτς και Δυο σημειώσεις από το ημερολόγιο του Βόσνιου γραμματικού. Όταν ο συγγραφέας επιχειρεί να στραφεί σε περισσότερο εσωτερικές ψυχολογικές διαθέσεις κατασκευάζει περίφημα περίκλειστα περιβάλλοντα. Τα σημάδια, για παράδειγμα, εκκινούν από την θανατερή θλίψη των επαρχιακών ξενοδοχείων όπου κάποτε αναγκάστηκε και ο ίδιος ο αφηγητής να διανυκτερεύσει και τώρα επιχειρεί να διαγράψει από την μνήμη του. Εκεί γνωρίζει έναν μυστηριώδη άντρα ο οποίος του διηγείται την ζωή του και τον τρόπο με τον οποίο «καταστράφηκε» από μια καλλιτέχνιδα, την Καταρίνα, καθώς ακολουθούσε τα διάφορα «σημάδια με νόημα», ιδίως συμπάθειας και προτίμησης που θεωρούσε πως πήγαζαν από την ίδια.

Σας μιλάω με βάση τις πολλές και ποικίλες εμπειρίες μου και μπορείτε να με εμπιστευτείτε. Δεν είναι όλοι όσους ονομάζουμε μακαρίτες τόσο νεκροί όσο συνήθως νομίζουμε. Όπως κι εκείνοι που θεωρούν τον εαυτό τους ζωντανό δεν είναι έτσι κι ούτε τόσο ζωντανοί όσο θα ήθελαν να φαίνονται κι όπως οι ίδιοι βλέπουν τον εαυτό τους. [σ. 189]

ivo-andric-licna-karta

Αλλά εκεί που ο Βόσνιος συγγραφέας θαυματουργεί είναι ακριβώς στην προσωπική, εξομολογητική γραφή που ισορροπεί μεταξύ φιλοσοφικής διάθεσης και μνημονικής καταγραφής. Οι Μορφές αποτελούν ιδανικό δείγμα: ο συγγραφέας παρατηρεί μια μικρή, έρημη εκκλησία έξω από μια παλιά πόλη, με τα πέτρινα σκαλοπάτια της φαγωμένα και λιωμένα να μοιάζουν με κόψη αρχέγονου ξίφους που βρέθηκε σε ανασκαφή. Ο Άντριτς συλλογίζεται πάνω στην αρχαία σαρκοφάγο – σα να είχε χάσει εντελώς τα λογικά της, όλα όσα ήθελε να πει τα έλεγε μεμιάς και το μόνο που κατάφερνε ήταν να ομολογεί την αδυναμία της να εκφραστεί – και το ανάγλυφο του Αρχάγγελου Γαβριήλ πάνω από την είσοδο – Ίσως σε μια ανθρώπινη γενιά, ή και λιγότερο, να χαθούν για πάντα και τα τελευταία ίχνη του ανάγλυφου κι η μεγάλη εντοιχισμένη πλάκα πάνω απ’ την είσοδο να καταλήξει εκεί που έτεινε η επιθυμία της πέτρας απ’ την οποία φτιάχτηκε εδώ και αιώνες: να ξαναγίνει αυτό που ήταν, πέτρα ανάμεσα στις πέτρες.

Εκεί εκφράζει τις σκέψεις του για την δημιουργία, τον χρόνο, τις προσωπικές του αντιφάσεις – γεννημένος με ψυχή εικονομάχου, νιώθοντας πάντα τις εικόνες σαν μια αντίθεση στη λογική και το πνεύμα της ζωής, μ’ άλλα λόγια κάτι σαν λάθος και απρέπεια, την ίδια στιγμή τις λάτρευα αγιάτρευτα….., αλλά και τους φόβους του – έτρεμα μήπως στα σχεδιάσματα πάνω στην πέτρα ξετρυπώσει κάποιος λόγος, μήπως το ανάγλυφο θέλει να πει κάτι διαφορετικό απ’ ότι λένε οι μορφές από μόνες τους. Στο τέλος αναρωτιέται αν όλη αυτή η τέχνη μαρτυρεί άλλα από εκείνα που νομίζουμε. Η επιδίωξη της ωφέλειας και ο κίβδηλος λόγος αιχμαλώτισαν εδώ και καιρό τις εικόνες και τα σχήματα και τα έκαναν υπηρέτες της δικής μας σκέψης και των δικών μας επιδιώξεων και μας οδήγησαν σε δρόμους μακρύτερους και πιο σκληρούς απ’ όσο φτάνει η δύναμη και η αντοχή μας.

andric_za_program_large

Η συγγραφική μνήμη επιστρέφει και σε κάποια άλλα Σκαλοπάτια, αυτή τη φορά μόλις δυο σελίδων: ο Άντριτς εκφράζει την εντύπωσή του πως ανάμεσα στα πρώτα παράξενα πράγματα που αντικρίσαμε στα παιδικά μας χρόνια ήταν και τα σκαλοπάτια. Του φαίνεται πως είχε πάντα την βεβαιότητα ότι το παραμικρό ψήλωμα σημαίνει άνοιγμα και καινούργιες προσδοκίες, και ότι τα σκαλοπάτια μοιάζουν με πρωτόγονες, πρόχειρα φτιαγμένες φτερούγες που δίνουν νέα διάσταση στο χώρο και πολλαπλασιάζουν τις δυνατότητές μας, σαν μια αρχή της ανύψωσής μας. Ή μήπως σαν μια απόπειρα να ξεγελαστεί ο χώρος, με την κατάτμηση, την σμίκρυνση και τελικά την άλωσή του;

Περιλαμβάνονται ακόμα αποσπάσματα από το βιβλία Ιστορία και θρύλοι, ο λόγος του [για το αφήγημα και την αφήγηση] κατά την παραλαβή του βραβείου Νόμπελ και ο λόγος του [για την μετάφραση και τον μεταφραστή] στο 4ο Διεθνές Συνέδριο Μεταφραστών [Ντουμπρόβνικ, 1963].

Από κείνο που δεν υπήρξε κι από αυτό που ποτέ δεν θα υπάρξει οι τεχνίτες συγγραφείς συνθέτουν τις πιο όμορφες ιστορίες γι’ αυτό που υπάρχει. [σ. 172]

Εκδ. Καστανιώτη, 2014, μτφ. από τα σερβοκροατικά Χρήστος Γκούβης, σελ. 192.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 42, καλοκαίρι 2015.