Στο αίθριο του Πανδοχείου, 75. Νίκη Τρουλλινού

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Σας τους λέω χωρίς σειρά αξιολόγησης, όπως μου ’ρχονται, (σωστό και δίκαιο κατά κανόνα το πρώτο φλας στο μυαλό) Ντοστογιέφσκι και Τολστόι, Τσέχωφ και άλλοι κλασσικοί, θυμάστε τα δερματόδετα ΑΠΑΝΤΑ ΚΛΑΣΣΙΚΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ; Ασήκωτα στο χέρι, ήταν για το σπίτι αυτά, για το σχολείο, στο τελευταίο θρανίο διάβασα για χρόνια ένα αξιόλογο μέρος της μεταφρασμένης παγκόσμιας και ελληνικής λογοτεχνίας, ας είναι καλά οι εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑΣ. Στην δικτατορία έπιασα τις εκδόσεις ΚΑΛΒΟΣ και τα ΚΕΙΜΕΝΑ του αείμνηστου Βλάχου, είχα το χούι να τα κάνω σειρές, το ’74 πέρασα στο ΘΕΜΕΛΙΟ, αργότερα στον ΟΔΥΣΣΕΑ,  τι θυμάμαι πολύ; Βιρτζίνια Γουλφ, Χεμινγουέη, Στάιμπεκ, Χάσεκ, Κούντερα, Πούσκιν, Λέρμοντοφ,  Τρουαγιά, Αραγκόν, Έρεμπουργκ, Μπρεχτ, ύστερα  Γιόζεφ Ροτ και Φίλιπ Ροθ, Χάινριχ Μπελ, να πω εδώ για μια ‘’περίεργη ’’ αδυναμία μου:  όλοι, ή, όσους ξέρω, οι γερμανόφωνοι εβραίοι συγγραφείς του 20ού αιώνα, αρχής γενομένης από αυτούς των χρόνων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης…

…αλλά και μεταγενέστεροι, ακόμη και σύγχρονοι, π.χ. Ντανιέλ Κέλμαν, οι αδελφοί Μαν, ο Κανέττι, ο Ντέμπλιν, ο Μούζιλ, ο Μπρεχτ, ο Κάφκα, κι άλλοι που γράφουν στα τσέχικα, Ίβαν Κλίμα και Κόχουτ, Εβραίοι της διασποράς όλοι τους, Άαρον  Άπελφελντ,  κάτι γίνεται μ΄ αυτούς, έχουν μια τρομακτική οξυδέρκεια ( δεν ξέρω πως αλλιώς μπορώ να το ορίσω), και στην πιο απλή ιστορία ‘’σκάβουν’’ σε βάθος,  και μια ιδιαίτερη αίσθηση  της ιστορικότητας της ανθρώπινης περιπέτειας, βλέπε, ας πούμε Γ. Ροτ και το έργο του ‘’Hotel Savoy’’, Ερνέστο Σαμπάτο και Μπόρχες, Χουάν Ρούλφο, Πεσόα, από τους νέους Λατίνους ο Λ. Παδούρα, πιάνουμε τους Ιταλούς, πάει να πει, τον διηγηματογράφο Πιραντέλλο, τον Λεονάρντο Σάσα, Ίταλο Καλβίνο, Ίταλο Σβέβο, Τσέζαρε Παβέζε, Νατάλια Γκίνσμπουργκ, Κλάουντιο Μάγκρις, άλλη παραξενιά μου ήταν στο διάβασμα να τους παίρνω κατά χώρα, και τον συγγραφέα που με μάγευε να τον διαβάζω όλον. (ή, ότι έβρισκα).

Κάποτε κόλλησα πολύ με τον Αλμπέρ Καμύ, θέλω να τον ξαναδιαβάσω,(όταν φυσάει νοτιάς στο νησί, τον Ξένο του Καμύ θυμάμαι), τον Αντρέ Ζιντ, τον Ανρί Τρουαγιά, τον Αραγκόν, τον Έρενμπουργκ (μπορεί να τη γλίτωσε από τον Στάλιν, αλλά η ‘’Πτώση του Παρισιού’’ είναι σπουδαίο βιβλίο), Νεντίμ Γκιουρσέλ και Γιασάρ Κεμάλ (κι ας πήρε άλλος το Νόμπελ στη γείτονα Τουρκία), Θέρκας, Κιουρέισι, Μακ Γιούαν, Μπέρχαρντ Σλινκ και Χ.Μ. Ενζενσμπέργκερ, και σίγουρα ξεχνάω πολλούς, τα τελευταία χρόνια άλλωστε επιστρέφω συνεχώς σε παλιά διαβάσματα. Ενδιαφέρουσα εμπειρία: δεν είναι απλώς τεστ αντοχής του συγγραφέα, αλλά κυρίως ένα μικρό μονοπάτι στην αυτογνωσία, τα σημειωμένα με το μολύβι μου βιβλία και τα γραψίματα στο περιθώριο μού υποβάλλουν ερωτήματα για την προηγούμενη ζωή, μου δίνουν εξηγήσεις γι’ αρκετά ‘’ως εδώ…’’.

Η καταγραφή δεν έχει εύκολο τέλος, να σας πω για τους Έλληνες, γιατί πιστεύω ότι έχουμε καλή λογοτεχνία: Βαλτινός και Δούκα Μάρω, Νόλλας, Πανσέληνος, Κυριακίδης, Σκαμπαρδώνης, Κουμανταρέας, Σκάσσης, Φάις,  Τάσος Χατζητάτσης (έφυγε τόσο νωρίς), Βιζυηνός ο μέγας, Χατζής και Αξιώτη, Χάκκας, Στρατής Τσίρκας, μια ιδιαίτερη αύρα έχει η λογοτεχνία των Ηπειρωτών,  δεν με ρωτάτε για ποίηση, γιατί; Εκεί είναι όλα, στον Καβάφη και τον Σεφέρη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Ά. Αλεξάνδρου, τον Καββαδία, τον Σαχτούρη, την Τζένη Μαστοράκη και τον Τσακνιά, τον Μέσκο, τον Γκανά, τον Λιοντάκη, τον Γκάτσο, τον Κώστα Ουράνη της νιότης μου, αρκετούς νεώτερους, η ποίηση είναι αραξοβόλι στα δύσκολα. Και τον Λόρκα, τον Φρανσουά Βιγιόν, τον Ζακ Πρεβέρ ( αγάπη της νιότης μου κι αυτός), την Έμιλυ Ντίκινσον, τον Μαγιακόφσκι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τα αγαπημένα βιβλία είναι πολλά, θα σας πω για κάποια που με τον τρόπο τους με ‘’βασάνισαν’’, επέστρεφαν για χρόνια και μου ‘’μιλούσαν’’: ‘’Αδελφοί Καραμαζώφ’’, ήμουνα στα έντεκα, μάλλον δεν κατάλαβα τίποτα σε κείνη την πρώτη ανάγνωση, πόσα όμως χρωστάω σ’ αυτό το βιβλίο, έπεσα στην πανέμορφη παγίδα της Λογοτεχνίας, (ναι, με το λ, κεφαλαίο), Ερνέστο Σαμπάτο: περί ηρώων και τάφων. Πεσόα, το βιβλίο της ανησυχίας, Μαρσέλ Προυστ ‘’Διαβάζοντας’’ ( ακόμα παλεύω τον Χαμένο του χρόνο), Χάινριχ Μπελ: οι απόψεις ενός κλόουν. Κάφκα: η μεταμόρφωση, μ’ αυτό το μικρό αριστούργημα παιδευόμουν χρόνια, τελικώς το έκανα κεφάλαιο ‘’στο καφάσι με τις μπίρες’’ και ξέμπλεξα. Στο ίδιο μυθιστόρημα η  ηρωίδα Εριέτα είναι η αδελφή του Χανς από τις απόψεις ενός κλόουν…, Κάθριν Μάνσφιλντ, τα διηγήματα της, κάθε φορά που βλέπω μύγα να τριγυρνά την Μάνσφιλντ σκέφτομαι, έκανε στα μάτια μου το ταπεινό πλάσμα αριστούργημα της λογοτεχνίας, Μπουλγκάκοφ, ‘’ο μαιτρ και η Μαργαρίτα’’ τι βιβλίο! Χατζής και το τέλος της μικρής μας πόλης, τριγυρνώ στα Χανιά – κι όχι στα Γιάννενα- στα παλιά Ταμπακαριά κι είμαστε παρέα, Βιζυηνός, όλος! Το αμάρτημα της μητρός μου λίγο περισσότερο, Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα, όχι μόνο γιατί …ερωτεύτηκα  τον Μάνο, αλλά κυρίως γιατί έμαθα να ξεχωρίζω το Ανθρωπάκι από μακριά, ή αν θέλετε, από την είσοδο ακόμη των κομματικών γραφείων, μάθημα πολύτιμο για να μην σε καταπιούν οι μηχανισμοί της Αριστεράς…

Να σας πω μιαν ιστορία; Το 1988 επιστρέφοντας με κομμένα τα φτερά  από το Βερολίνο, (κι ας είχα πάει να ‘’ βρω’’  τα φτερά του  Βιμ Βέντερς), στην παραλία της Ιεράπετρας και στα σπιτάκια της κυρίας Έρσης για διακοπές, τέλη Αυγούστου πήρα μαζί μου τον Τσίρκα, ξανά, νόμιζα τότε …τυχαία! Κλεισμένη στο δωμάτιο διάβαζα, το βιβλίο με ρουφούσε ολάκερη, άπλωσα το χέρι, θέτε από αμηχανία, θέτε για μα ξεφύγω από το βάρος μέσα μου, παιδί της Αριστεράς ήμουνα από τότε που μικρούλα ο εργάτης μπαμπάς μου μ’ έπαιρνε παρέα του στις συγκεντρώσεις της ΕΔΑ στη γενέθλια πόλη, τα Χανιά, με τον Μίκη στα μπαλκόνια, άλλα φτερά τα χέρια εκείνα, του πατέρα και του Μίκη,  το δάχτυλο πάτησε το κουμπί του φορητού ραδιοφώνου και βρρρ ο εκφωνητής έλεγε τις ειδήσεις, στα αραβικά, βεβαίως, τρόμαξα, κοίτα να δεις, λέω, στην Κορνίς της Αλεξάνδρειας είμαι και δεν το ξέρω. Για όσους ξέρουν τον Κρητικό Νότο τους έκανα ήδη να γελάσουν: φυσικά ειδήσεις στην αραβική γλώσσα ακούν εκεί κάτω… μόνο που οι συμπτώσεις έχουν το λόγο τους, σε δυο  καλοκαίρια ακόμα, είχα κι εγώ την διαγραφή μου στο χέρι.

Τα ημερολόγια του Σεφέρη είναι αστείρευτη πηγή γνώσεων, κυρίως όσον αφορά την Μέση Ανατολή, Άρης Αλεξάνδρου, ‘’το κιβώτιο’’, Μ. Γκανάς, ‘’Μητριά πατρίδα’’  ο Κουμανταρέας λέει πολλά στο ‘’ το show είναι των Ελλήνων’’ , Μάρω Δούκα, ‘’ το δίκιο είναι ζόρικο πολύ’’ ( ο δοσιλογισμός δεν ήταν μονόχρωμος) αλλά και της ίδιας ‘’σκούφος από πορφύρα’’ ( η Ελλάδα αναστενάζει στο νοσοκομείο Χέρφιλντ και η καμαρίλα των… Κομνηνών),  Τ. Χατζητάτσης και όλοι οι εσπερινοί του, Θωμάς Σκάσσης και ‘’Το ρολόι της σκιάς’’( είμαι κι εγώ εκεί…) ,το τελευταίο αξιοζήλευτο του Βαλτινού, ‘’ο Τελευταίος Βαρλάμης’’, Χαβιέρ Θέρκας, ‘’ οι στρατιώτες της Σαλαμίνας’’, Κλάουντιο Μάγκρις, ‘’ Στα τυφλά’’ ( βιβλίο που αγγίζει τα όρια του αριστουργήματος) , τα δυο τελευταία βιβλία νομίζω ότι θα μείνουν κλασσικά για την ιστορία της Ευρώπης του 20ου αιώνα, Άλφρεντ Ντέμπλιν ‘’Δεν υπάρχει συγνώμη’’,  Μακ Γιούαν και ‘’Σάββατο’’, Χρήστος Τσιόλκας, ‘’Νεκρή Ευρώπη’’, ένα σημαντικό μέρος της σύγχρονης ‘’αστυνομικής’’  λογοτεχνίας – που αδικείται κατάφωρα έτσι αποκαλούμενη, σπουδαίο πολιτικό και κοινωνικό μυθηστόρημα είναι, από τον Κόκκινο θερισμό (τότε) του Ντάσιελ Χάμμετ ως τον Αττιά και τον Ιζζό, ‘’την νοσταλγία των δράκων’’ του Κούρτοβικ ως το ‘’Γιατί αυτοκτόνησε ο Τσε’’ του Π. Μάρκαρη με κορυφαία: ‘’η νύχτα της κουκουβάγιας’’ του Λ. Σάσα, ‘’ έγκλημα στην Κεντρική Επιτροπή’’ του Μονταλμπάν και ‘’ η κομμένη κεφαλή του Νταμασένου Μοντέιρου’’ του Ταμπούκι .

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Χάκκας και Χατζής, σύσσωμοι, (στα νεοπλουτίστικα σπίτια του πασοκικού πάρτυ, άκουγες, αν ήθελες, το καζανάκι του Μάριου Χάκκα), Ζιζέλ Πράσινος, Θράσος Καστανάκης, Παπαδημητρακόπουλος, Ιωάννου, Καρκαβίτσας, Π. Μάρκογλου, Τόλης Καζαντζής, Σκαμπαρδώνης, Νόλλας, Τσιαμπούσης, Παπαμόσχος, Οικονόμου, δεν είναι κρυφό δα, πως στο διήγημα ‘’κατοικεί’’ το μεδούλι της ελληνικής λογοτεχνίας, επαρχιώτες οι συγγραφείς του, σχεδόν όλοι, κάτι γίνεται εδώ. Και Κάθρην Μάνσφηλντ, σταθερά, το ‘’γιούσουρι’’ του Α. Καρκαβίτσα δίπλα στο ‘’ ο γέρος και η θάλασσα ‘’ του Χεμινγουέη, Αντόνιο Ταμπούκι, ’’μικρές παρεξηγήσεις άνευ σημασίας’’, όλα τα μικρής φόρμας κείμενα του Ταμπούκι .

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ναι, ο Οικονόμου, στο ‘’ κάτι θα γίνει, θα δεις’’ , πολύ καλό βιβλίο πραγματικά, και ο Μακριδάκης στην ‘’δεξιά τσέπη του ράσου’’.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ναι, πολλές φορές. Ίσως γιατί σχεδόν όλοι οι ήρωες ακουμπούν στην πραγματικότητα, φεύγουν μετά, παίρνουν το δικό τους δρόμο στις ατραπούς της φαντασίας μου, αλλά ξέρω τα νέα τους, πολλοί έχουν πεθάνει, άλλοι είναι μακριά, ξέρουν αυτοί, γι’ άλλους μαντεύω ή κάνω ευχές, λέω πως οι λέξεις είναι ένας τρόπος να τους φέρνουν κοντά και πίσω με το Νοτιά τα φρεσκοβαμμένα λατίνια – Ο Γκάτσος το λέει στην Αμοργό του, όχι εγώ.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μάλλον για τον Τσίρκα θα σας πω πάλι, κι ο καπετάνιος Άχαμπ στο Μόμπι Ντικ ζηλευτός, ο Ισμαήλ της Γαλανάκη, άντε σήμερα με δεδομένες τις συγγραφικές ευκολίες να ‘’ορθώσεις’’ τέτοιους χαρακτήρες και σε τόσες σελίδες. Δεν ξέρω, νομίζω κάποιες φορές, πως ο σωματικός κόπος ή και πόνος ακόμη, αυτό το μάτωμα των χεριών που περιέγραψε κάποιος κλασσικός, Γάλλος νομίζω, μην με ρωτήσετε όνομα τώρα, αντανακλούσε στο βάθος των χαρακτήρων που στόχευαν και πετύχαιναν. Κι αυτό είναι διαχρονικά το ΄΄κέρδος΄΄  των κλασσικών: η φόρμα τους συχνά μας κουράζει σήμερα, η λειτουργία του χρόνου τελείως διαφορετική στις μέρες μας, αλλά οι χαρακτήρες τους, ε;

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Χαρτάκια, σελίδες σκόρπιες, σελίδες ημερολογίου, ναι. Βρήκαν τη θέση τους μετά σε διηγήματα και άλλα πονήματα. Περιέργως πως γράφω αρκετά όταν είμαι μακριά από το σπίτι, πρόχειρα, και δεν βγάζω τα γράμματά μου μετά, καημός μεγάλος…

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Για τρόπο δεν ξέρω τι ν’ απαντήσω, ούτε αν παγιδεύονται οι ιδέες, ξέρω μόνο πως, ξαφνικά, από το πουθενά, εκεί που οδηγώ ένα παράξενο σύννεφο περνάει πάνω από το τζάμι του αυτοκινήτου, μια διαφήμιση σκισμένη και βρεγμένη σ’ έναν τοίχο, μια ματιά ασυνήθιστη σε κάποιο αεροδρόμιο, εικόνες περισσότερο παγιδεύω, αυτές κάποτε θα μου πουν την ιστορία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις; Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο, ή: δεν ξέρω πως συνέβη. Κοιτάξτε, δεν ονειρεύτηκα να γίνω συγγραφέας, ούτε το κυνήγησα, στο σχολείο η φιλόλογος μ’ έβαζε να διαβάζω κάποιες εκθέσεις μου φωναχτά στην τάξη, ντρεπόμουν, μια φορά μας πήραν και τα κλάματα, η τελευταία έκθεση πριν το απολυτήριο, 1971, – βραβείο πάντως για την αποταμίευση δεν πήρα ποτέ,- με το βιβλίο στο χέρι με ήξεραν όλοι,  κάτι κείμενα είχα, σε μια δύσκολη περίοδο, τα έδειξα, με έπεισαν φίλοι ότι αξίζουν και πήγα στο τυπογραφείο: ΕΝΑ ΜΟΛΥΒΙ ΣΤΟ ΚΟΜΟΔΙΝΟ. (1995) Διηγήματα. Ιδίοις εξόδοις, φυσικά, είχα κερδίσει καλά λεφτά από δικαστική υπόθεση, πλήρωσα. Ούτε πήγε το μυαλό μου να ψάξω εκδότη. Το αγαπώ αυτό το βιβλίο. Μου φάνηκε περίεργο που άρεσε, βρέθηκα από το πουθενά στην εκπομπή του Β. Βασιλικού, δεν το γλέντησα, το έβαλα στα πόδια, εγώ συγγραφέας, έλα καλέ τώρα, συγγραφείς είναι αυτά τα τέρατα που διαβάζω, εγώ τι δουλειά έχω δίπλα τους. Επανακυκλοφορεί από τον ΚΕΔΡΟ. Οι άνθρωποι που μ’ έσπρωξαν έχουν και οι δύο πεθάνει, κι εγώ έμεινα με το χρέος.

Ακολούθησε πολύ αργά, εφτά χρόνια μετά, το ΜΑΡΑΛ ΟΠΩΣ ΜΑΡΙΑ, (2002) πάλι διηγήματα – οι έρωτες δεν κρύβονται – έγινε πολλή κουβέντα γι’ αυτό το βιβλίο, εγκωμιαστικές κριτικές από αγνώστους (κι αυτό είχε την αξία του), βρέθηκε σε λίστα βραβείου, έχει κάνει δεύτερη έκδοση από το ΡΟΔΑΚΙΟ. Και να σκεφτείτε ότι δεν το έβγαζε κανείς, το είχαν απορρίψει  7-8 εκδότες, πήρα πολλή πίκρα, τώρα έμπαινα στο χορό! Και τώρα – νέο φρούτο – ένιωθα ευθύνη, και η συλλογή ΚΑΙ ΦΥΣΗΞΕ ΝΟΤΙΑΣ…(2006) δεν άργησε πολύ. Πάνω κει είχα τον πειρασμό και την περιέργεια, ‘’μπορώ να κινηθώ σε μεγαλύτερη φόρμα, θα τα καταφέρω;’’ Κι ήρθε το μυθιστόρημα Μ’ ΕΝΑ ΚΑΦΑΣΙ ΜΠΙΡΕΣ (2009) από τον ΚΕΔΡΟ. Είναι κάτι πολύ δικό μου κι ας μην είναι αυτοβιογραφικό, είναι ό,τι χρόνια ρουφούσα από γύρω μου, ό,τι θα ήθελα να πω ή και να φωνάξω για την ματαιωμένη μου γενιά, για τις ευθύνες της, είναι ένα βιβλίο που θα διαβάζεται ίσως και στο μέλλον – όχι, δεν είμαι καβαλημένη, μα έτσι μου φαίνεται. Ενδιάμεσα έκανα και κάνω διάφορες τρέλες, μια δουλειά για τον Ν. Καζαντζάκη, τον ταξιδιωτικό Καζαντζάκη, αυτός με μαγεύει, για ποιητές, ψάχνω αρχεία: έτσι προέκυψε το βιβλίο ‘’ΚΑΤΙΝΑ ΠΑΪΖΗ, Πόσο πολύ σ’ αγάπησα’’ η ζωή της, ανθολόγιο, η αλληλογραφία της. Ξεχασμένη ποιήτρια του ’30, Κρητικιά, την τραγουδούν εδώ και χρόνια οι νέοι κι όχι μόνο.

Μπα, δεν έχω πόθους ξεκινώντας ένα βιβλίο, πίεση νιώθω, κάτι με τρώει, μπαίνω σ΄ έναν κόσμο που νομίζω ότι με περιμένει, σιγά σιγά νιώθω καλά, γράφω αν μου βγαίνει, δεν πιέζομαι, δεν έχω υποχρέωση να γράφω, ούτε να κάνω καριέρα συγγραφέα, υπάρχουν τόσα και τόσο σπουδαία βιβλία για τους αναγνώστες, αυτό είμαι πρωτίστως, αναγνώστρια, επαρκής, θέλω να ελπίζω. Ίσως γι’ αυτό – ανάποδα τις πήρα τις ερωτήσεις σας – δεν υπάρχουν τελετουργίες, ούτε ακούω μουσική όταν γράφω, όταν η πίεση δεν πάει άλλο, απλώς στρώνομαι στο χαρτί, κυρίως στο χαρτί, λιγότερο στον υπολογιστή, μου τρώει πολύ χρόνο έτσι, αλλά με βοηθάει να πετάω, και πετάω πολύ. Βεβαίως, κάπου έχετε δίκιο: υπάρχει ένα λάκτισμα για να ξεκινήσω, κάτι ιδιαίτερο, ξεχωριστό – κι αυτό αφορά κυρίως στα διηγήματα- κάτι που νομίζω πως βλέπω μόνο εγώ, μιλώντας για την τέχνη της φωτογραφίας ο Ρ. Μπαρτ το λέει punctum, το κέντρισμα να το μεταφράσουμε; Τότε γράφω όπου βρω, σε χαρτάκια και σημειωματάρια, έχω βουνό από τέτοια, περιμένουν. Περιμένουν; Υποψιάζομαι ότι έχω χάσει ουκ ολίγα.

Η μουσική, μεγάλη ιστορία. Ακούω πολύ ραδιόφωνο, κρατικό, έχω αδυναμία σε πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους είδη,  φτάνει να είναι στην ώρα τους: μουσικές της Μεσογείου, αμερικάνικο ροκ και μπαλάντες, γαλλικό chanson, πολύ λίγα κλασσικά κομμάτια που είμαι δεμένη συναισθηματικά μαζί τους, μεγάλωσα πάντως με Θεοδωράκη, Χατζηδάκη, Σαββόπουλο και τους μένω πιστή. Ισχυρίζομαι δε ότι μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι για την μουσική μας παράδοση και το τραγούδι, και τις φωνές αυτού του τόπου.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Τα βιβλία γράφονται και ‘’φεύγουν’’. Οδεύουν προς τον αναγνώστη. Αυτός έχει τον λόγο πια. Και μ’ αρέσει να τον ακούσω, ίσως γιατί… δεν γράφω γι’ αυτόν, για μένα το κάνω, κι έχω την απορία να δω, συναντηθήκαμε κάπου αυτός κι η αφεντιά μου; Είχα κάτι να του πω; Μετά το μυθιστόρημα ‘’Μ’ ένα καφάσι μπίρες’’ , κτύπησε το τηλέφωνο, μια άγνωστη γυναίκα μου είπε πως ταυτίστηκε με την ηρωίδα, σύζυγο πανεπιστημιακού, πως αυτή ήταν η καλύτερη ψυχανάλυση που έχει κάνει, και μ’ ευχαριστεί πολύ γι’ αυτό. Ένιωσα ανακούφιση κι έκλεισα την πόρτα του βιβλίου.

Πώς βιοπορίζεστε;

Πάντως όχι από τα βιβλία !  Από την δουλειά μου. Πτυχίο Νομικής Αθηνών, έκανε τον κύκλο της η μάχιμη δικηγορία, δίδαξα αρκετά χρόνια στο ΤΕΙ Ηρακλείου, τα τελευταία ένδεκα χρόνια συντηρώ την οικογενειακή μας επιχείρηση, ξενώνας στο βουνό, τ’ ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ. Κι ακούγεται ολίγον εξωτικόν αλλά είναι πολλή η κούραση. Τ΄ αγαπώ πάντως. Η ζωή στο χωριό – παιδί της πόλης ήμουνα – μου έδωσε πολύτιμα μαθήματα ζωής, μιαν ανάσα διαφορετική, το μέτρο των πραγμάτων και του ανθρώπου, η φύση σε μαθαίνει  ταπεινότητα και σε γαλουχεί ελπίδα, ξέρετε, ο κήπος είναι παντελώς κατεστραμμένος μετά το χιονιά, την πρώτη φορά έβαλα τα κλάματα, και σε δυο τρεις μήνες ολάνθιστος, κραταιός. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω… Και για να είμαστε προσγειωμένοι,  στις  πόλεις δίπλα πια τα χωριά, με διαδίκτυο και τις βολές μας, μην μας βλέπετε ως ξωτικά, η επιστροφή στις επαρχίες μπορεί πια να γίνει με νέους όρους, άντε, τολμήστε!!! (μπορώ να γελάσω;). Φυσικά οι συγγραφικές καριέρες στην Αθήνα κτίζονται, αλλά… αλλά το καλό βιβλίο δεν θα χαθεί. Και, ξέρετε κάτι: διάσημοι και λιγότερο  γνωστοί, όλοι μαζί θα βρεθούμε στα ράφια των βιβλιοθηκών του μέλλοντος, και οπωσδήποτε σε 2 τ.μ γης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Τα μέσα της δεκαετίας του ’80,  το σπίτι της πόλης, να το φτιάξουμε, να μεγαλώσουν τα παιδιά εκεί που μεγάλωσε και ο πατέρας τους, τι ωραίο δώρο. Τραβάμε ένα σαρακοφαγωμένο ερμάρι, πίσω του ένα κρυφό, κατάκλειστο, εντειχισμένο ντουλάπι, σωρός τα τεύχη της Επιθεώρησης Τέχνης – κλεισμένα, ξεχασμένα εκεί από τον σκληρό Απρίλη του ’67, πανηγύρι! Έλεγα κάθε πρωί πως επιβλέπω τους μαστόρους και την ‘’έκανα’’ από το γραφείο,  κι εγώ χάθηκα στα κιτρινισμένα φύλλα μιας εποχής, μιας ανάτασης, μιας ακόμη ματαιωμένης ευκαιρίας. Χάρηκα που ο Τσίρκας αγαπούσε τον Καβάφη, ανακάλυψα την Ζιζέλ Πράσινος και άλλους πολλούς. Καλά, υποψιάζεστε τι κακοτεχνίες μού άφησε η εργατική τάξη – για τα δίκια της οποίας πάλευα!  Σύγχρονα λογοτεχνικά περιοδικά διαβάζω πολλά, και εδώ πάλι να πω ότι το πείσμα ανθρώπων μεγαλουργεί, όταν θέλει, σ’ αυτή τη χώρα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;    

Αν η λέξη ‘’μονογραφία’’ δεν είναι βαρύγδουπη, έχει συμβεί ήδη,  μ’ αφορμή Συνέδρια  ή αφιερώματα σε έντυπα  κλπ. Ανταποκρίθηκα για αυτούς που αγαπώ την δουλειά, την προσφορά τους. Μιχάλη Γκανά, Χριστόφορο Λιοντάκη, Ν. Καββαδία, Λιλή Ζωγράφου, το βιβλίο για την Κατίνα Παΐζη επίσης.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ήμουν μανιακή με τον κινηματογράφο, η Άννα στο διήγημα ‘’Ιάσων από την Κολχίδα’’ τα λέει όλα, ξέρω απέξω σκηνές και σκηνές, οι εικόνες που μένουν ανεξίτηλες, ένα παράθυρο και η κουρτίνα στο άνεμο: ο ‘’Καθρέπτης’’ του Ταρκόφσκι, το κουρεμένο γυναικείο κεφάλι  στο ‘’Χιροσίμα, αγάπη μου’’, από τον Μπέργκμαν ως τους Ταβιάνι και φθάνουμε στον Καουρισμάκι και τον Φατίχ Ακίν, άστε καλύτερα, ξύνετε πληγές. Γιατί, τώρα  πια δεν βλέπω  τόσο όσο θέλω και έχω ανάγκη. Έκλεισαν τα παλιά σινεμά, αλλά έχουμε μια πολύ καλή κινηματογραφική λέσχη κάθε Δευτέρα στο Ηράκλειο .Θέατρο, ε; , κορίτσι στο υπόγειο του Κουν είδα πράματα και θάματα, τώρα Θέατρο βλέπω πάντα όταν ανεβαίνω στην Αθήνα κάμποσες φορές το χρόνο (τα καλοκαίρια μιλάμε κατά κανόνα για αρπαχτές στην επαρχία), έχω και τις προτιμήσεις μου: από χρόνια παρακολουθώ τον Μαυρίκιο, τον Λιβαθινό και τον Θεοδωρόπουλο.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Σας γράφω την απάντηση και γελάω: όλοι με ποίηση ξεκινούμε, τέτοιο σαράκι, κάποιος θα πρέπει να σκύψει στο φαινόμενο και να το ερμηνεύσει, χώρα Ποιητών – ναι, κεφαλαίο το π – αλλά και γραφικών. Τα παράτησα πολύ νωρίς, η Ποίηση στέκεται πολύ ψηλά στην συνείδησή μου για να την ταλαιπωρήσω. Πάντως έχουν δημοσιευτεί αρκετά στην Ανθολογία του Παν/μίου Πατρών για τους Κρήτες του είδους, σε κρητικά έντυπα με ψευδώνυμο και μόνο πρόπερσι στο ΤΕΧΝΟΠΑΙΓΝΙΟΝ του Γ. Στεφανάκη κάτι μικρό με την υπογραφή μου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διάβασα για πολλοστή φορά ‘’το βιβλίο της ανησυχίας’’ του Πεσόα, το είχα ανάγκη,  το ‘’σύντομο αισθηματικό ταξίδι‘’ του Ίταλο Σβέβο, σπουδαίο βιβλίο, ‘’το ημερολόγιο της κρίσης του Π. Τσίμα’’,  τώρα κρατώ το τελευταίο του Πανσέληνου, ‘’σκοτεινές επιγραφές’’ μ’ αρέσει η γραφή του, δεν έχω γνώμη αν δεν το τελειώσω πρώτα. Μετά σειρά έχει η Σώτη Τριανταφύλλου και το τελευταίο της.

Τι γράφετε τώρα;  

Άνοιξα συρτάρια και τσάντες και τετράδια και τελειώνω κάτι παλαβό: μπορεί να το βαφτίσω ‘’η νοσταλγία των ταξιδιών‘’, ταξίδια στο τέλος μιας εποχής, όχι, καθόλου εξωτικά πράγματα, ούτε περιγραφές ντε και καλά, σκέψεις και ανθρώπινα πορτρέτα: ένας ράφτης παπλωμάτων στη Σιδώνα του εμφυλιοπολεμικού Λιβάνου, ένας χαμαμτζής στο Ουργκούπ, μια τυφλή στον καθεδρικό του Μονρεάλε, μια γυναίκα στο Σηάτλ που ψιθυρίζει στο αυτί μου τη βροχή από την Τζοκόντα του Μάνου, μια πόρνη στην Κούνταμ στράσσε, Βερολίνο του Τείχους… Θα δούμε…

Με ποιο τρόπο ασχολείστε με τον αγροτουρισμό; Η ενασχόλησή σας αυτή σας «κλέβει» συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Ο ξενώνας είναι μικρός. Σε ανθρώπινα μέτρα, με την κρίση όμως, χρειάζεται το κυνήγι του, κι ύστερα περνούν σχεδόν όλα από τα χέρια μου. Ο χρόνος είναι πρόβλημα, και κυρίως η ποιότητα του χρόνου, αν έχει κυλήσει η μέρα με συζητήσεις, επισκέψεις, πελάτες, ζημιές, ουρά στην Τράπεζα ή στην Εφορία,  το μυαλό δύσκολα μαζεύεται… Πάντως  ‘’το ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ αγαπά την λογοτεχνία’’ και από φέτος θα  κάνουμε πράγματα για την λογοτεχνία εδώ, κάτω από την πέργκολα ή και τ’ άστρα χαζεύοντας τον Ψηλορείτη, διαβάσματα, συζητήσεις, μαθήματα γραφής με καλούς συναδέλφους… στα προσεχώς οι λεπτομέρειες.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Σας ευχαριστώ, ήταν ήδη πολλές (μιλώ καλοπροαίρετα, φυσικά – το διαδίκτυο προσφέρεται για παρεξηγήσεις).

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πολύτιμο εργαλείο στο χώρο μας: ο πελάτης μου με βρήκε στο Πόρτλαντ της Δυτικής Ακτής, του άρεσε η τιμή, τύπωσε τον χάρτη από την ιστοσελίδα μου και βρέθηκε στην πόρτα! Ξέρετε, είμαστε θαυμάσια λεία στα χέρια των tour operators, και το δίκτυο μπορεί να μας  βοηθήσει. Σπουδαίο μέσο αστραπιαίας μεταφοράς της πληροφορίας, αλλά την πληροφορία εμείς με το μυαλό μας και την παιδεία μας θα την αξιολογήσουμε, χαρά πολλές φορές, μιλώ με τ’ ανίψια μου στην άλλη άκρη της Αμερικής και της Κρήτης, ‘’σαλιαρίζω’’ με τις κόρες μου,  τους στέλνω μουσικές στο FB. Φυσικά όλα τα εργαλεία θέλουν τη σωστή χρήση, είναι ακριβώς αυτό : εργαλεία. Το λέω γιατί νομίζω ότι πολύς κόσμος εγκλωβίζεται σε μια εικονική πραγματικότητα που μάλιστα την θεωρεί πραγματική. Σε μια επαφή που κατ’ επιφάσιν  είναι επαφή –κρύβει πολλή μοναξιά το μαραφέτι και η χρήση του, μπορεί να λειτουργήσει και σαν παγίδα. Κάνω κι άλλες σκέψεις όμως: η υψηλή τεχνολογία αλλάζει δραματικά τη ζωή μας χωρίς να μπορούμε να ελέγξουμε πολλά πράγματα, αίφνης, η οικονομική κρίση που ζούμε, η ένταση και το βάθος της, είναι άσχετα από τις ταχύτητες της τεχνολογίας; Ποιος μπορεί να ελέγξει πραγματικά τα χρηματιστήρια; Η ταχύτητα που κινείται η πληροφορία τι επιπτώσεις έχει, θετικές και αρνητικές – στη ζωή μας; Ο Δημιουργός και το δημιούργημα του, το best seller προσεχώς στις οθόνες σας! Όσο για τους κοινωνιολόγους και του ψυχαναλυτές του παρόντος, ω! χαράς ευαγγέλιο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Θα ήθελα να βλέπατε τη φάτσα μου τώρα που σας γράφω την απάντηση, δηλαδή, κοιτάξτε, ούτε τα μαλιά μου έχω βάψει , ούτε με το μέικαπ έχω πολλά πάρε δώσε, και δηλώνω ευθαρσώς τα  χρόνια μου, τα αγαπώ, όπως και τις ρυτίδες μου, είμαι το …αποτέλεσμά τους, οπότε η αιώνια νιότη μάλλον δεν ανήκει στο μενού μου. Θα μπορούσε να πει κανείς πως αιώνια νιότη είναι η δύναμη για δημιουργία, αλλά χωρίς συγγραφική ιδιότητα τι να το κάνω το δώρο; Αντίφαση δεν είναι;
Να ‘μαστε καλά, λοιπόν, να μεγαλώνουμε…

ΝΙΚΗ ΤΡΟΥΛΛΙΝΟΥ, http://www.agioklima.gr

Σημ.: Στις υπόλοιπες φωτογραφίες: Ναταλία Γκίνζμπουργκ, Αλμπέρ Καμύ, Έμιλυ Ντίκινσον, Φραντς Κάφκα, Στρατής Τσίρκας, Λεονάρντο Σάσα, Κάθρην Μάνσφηλντ, Ζιζέλ Πράσινος, Ζακ Πρεβέρ, Αντόνιο Ταμπούκι, Φερνάντο Πεσσόα, μια σκηνή από την Άκρη του Ουρανου του Φατίχ Ακίν, το Διαβατήριο του Ποιητή, Ίταλο Σβέβο, Κλαούντιο Μάγκρις και μια είσοδος στον κόσμο του Αγιοκλήματος.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 72. Αχιλλέας Κυριακίδης

AK

Περί γραφής και ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φλομπέρ, Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, Μπόρχες, Σάμπατο, Φόκνερ, Κορτάσαρ, Μάρκες, Περέκ, Εσνόζ, Κάλβος, Βιζυηνός, Σεφέρης, Σινόπουλος, Χειμωνάς.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η αισθηματική αγωγή (Φλομπέρ), Ο ηλίθιος (Ντοστογιέφσκι), Η δίκη (Κάφκα), Μυθοπλασίες (Μπόρχες), Η βουή και το πάθος (Φόκνερ), Το κουτσό (Κορτάσαρ), Εκατό χρόνια μοναξιά (Μάρκες), Ζωή οδηγίες χρήσεως (Περέκ), Προπαντός όχι Σοπέν (Εσνόζ), Το αμάρτημα της μητρός μου (Βιζυηνός), Τρία κρυφά ποιήματα (Σεφέρης), Το γκρίζο φως (Σινόπουλος), Οι χτίστες (Χειμωνάς), Το στρίψιμο της βίδας (Τζέιμς), Ανατολικά της Εδέμ (Στάινμπεκ), Κάτω από το ηφαίστειο (Λόουρι), Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα (Μπουλγκάκοφ), Τέσσερα κουαρτέτα (Έλιοτ), Πέδρο Πάραμο (Ρούλφο), Εννέα ιστορίες (Σάλιντζερ), Ασκήσεις ύφους (Κενό), Τζαστίν (Ντάρελ), Το τούνελ (Σάμπατο), Το αστείο (Κούντερα), Η θεία Χούλια και ο γραφιάς (Λιόσα), Νερό καμένο (Φουέντες), Λολίτα (Ναμπόκοφ), Σκυλίσια χρόνια (Γκρας), Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης… (Καλβίνο), Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης (Σεπούλβεδα), Μετάξι (Μπαρίκο), Η μικρή Μπιζού (Μοντιανό),

DIAFANEIA

Καθένας (Ροθ), Ο Λόγος (Κινιάρ), Ακυβέρνητες πολιτείες (Τσίρκας), Τρεις γυναίκες (Πολίτης), Το φύλλο-Το πηγάδι-Το αγγέλιασμα (Βασιλικός), 12 ποιήματα για τον Καβάφη (Ρίτσος), Ζητείται ελπίς (Σαμαράκης), Το κιβώτιο (Αλεξάνδρου), Η κάθοδος των εννιά (Βαλτινός), Το μονόγραμμα (Ελύτης), Η συντεχνία (Βαγενάς), Χαίρε ποτέ (Δημουλά), Ο ωραίος λοχαγός (Κουμανταρέας), Επιτάφιος θρήνος (Ιωάννου), Γυάλινα Γιάννενα (Γκανάς), Από το στόμα της παλιάς Remington (Πάνου), Ο θάνατος το στρώνει (Βαρβέρης), Ο κακός αέρας (Καλοκύρης), Και με το φως του λύκου επανέρχονται (Ζατέλη), Με γεμάτο στόμα (Ευσταθιάδης), Η πηγάδα (Δούκα), Μ’ ένα στεφάνι φως (Μαστοράκη), Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές (Σωτηροπούλου), Το γονίδιο της αμφιβολίας (Παναγιωτόπουλος), Απόντος του παραλήπτου (Χατζηδημητρίου), Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι (Μαυρουδής), Οικογενειακές ιστορίες (Γουδέλης).

O NAPOLEON ASTOS

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Μπάρτελμπι, ο γραφιάς» (Μέλβιλ), «Περιγραφή ενός αγώνα» (Κάφκα), «Ο Νότος» (Μπόρχες), «Οι νεκροί» (Τζόις), «Ιδανική μέρα για μπανανόψαρα» (Σάλιντζερ), «Μίριαμ» (Τρούμαν Καπόουτι), «Γράμματα από τη μαμά» (Κορτάσαρ), «Δύσκολο να σου τύχει καλός άνθρωπος» (Ο’ Κόνορ), «H απίστευτη και θλιβερή ιστορία της αθώας Ερέντιρας και της άσπλαχνης γιαγιάς της» (Μάρκες), «Αυτά ήταν κάποτε παλάτια» (Φουέντες), «Αν δεν έχεις πού να κλάψεις» (Σεπούλβεδα), «Το νερό της βροχής» (Καραγάτσης), «Σήμα κινδύνου» (Σαμαράκης), «Σαμπεθάι Καμπιλής» (Χατζής), «Το αρμένισμα» (Κουμανταρέας), «Πολυξένη» (Νόλλας),  «Επιτάφιος θρήνος» (Ιωάννου), «Θερμά θαλάσσια λουτρά» (Παπαδημητρακόπουλος), «Η πηγάδα» (Δούκα), «Καλοκαιρινός κινηματογράφος» (Πανσέληνος), «Κάθε ξημέρωμα ήμουν εκεί» (Διβάνη), «Σαββατιάτικες δουλειές» (Ηλιοπούλου), «Ένα κουβέρ» (Ευσταθιάδης), «Ο τελευταίος Βαρλάμης» (Βαλτινός).

I SINEXEIA EPI TIS OTHONIS

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ευάριθμοι (αλφαβητικά): Δημήτρης Αθηνάκης, Μιχάλης Γεννάρης, Γιάννης Δούκας, Βασίλειος Δρόλιας, Κατερίνα Έσσλιν, Δήμητρα Κολλιάκου, Έλενα Μαρούτσου, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Χρήστος Οικονόμου, Βασιλική Πέτσα, Μαργαρίτα Φρανέλη και (λίιιιγο παλαιότερος) Θανάσης Χειμωνάς.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Καθότι ακραιφνής διηγηματογράφος, διαθέτω ήρωες που όχι μόνο η γραφτή ζωή τους είναι μικρού μήκους, αλλά και δεν είναι γραφτό τους να μετεμψυχώνονται από διήγημα σε διήγημα. Στη χάση και στη φέξη, τους επισκέπτομαι. Όσοι δεν έτυχε να πεθάνουν στο διήγημά τους, καλά είναι.

STOIXEIA TAYTOTITOS

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Μπουβάρ και ο Πεκισέ. Ο Μίσκιν. Ο Μπάρτελμπι. Ο Ιωσήφ Κ. Οι Κόμπσον. Ο ήρωας του «Νότου» (Μπόρχες). Ο Σίμορ Γκλας. Ο Χάμπερτ Χάμπερτ. Οι Μπουενδία. Ο Μπάρτελμπουθ. Και, πάνω απ’ όλους, ο πρόξενος Φέρμιν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Δεν γράφω παρά μόνο σε τόπους εκτός του γραφείου μου/σπιτιού μου.

DIESTRAMMENES ISTORIES

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Η ευκολία μεταφοράς των εργαλείων της συγγραφής –όσο βαριές κι αν είναι η μνήμη (ή η λήθη) και η ιδέα, δεν παύουν να είναι κατηγορίας πτερού– με κάνει να θεωρώ κάθε σημείο της πόλης ευάλωτο στις εκπορθητικές μου διαθέσεις και ιδεώδες για να στήσω το μικρό και απαραβίαστο ιδιωτικό μου γραφείο: γράφω όταν οδηγώ κι όταν με οδηγούν λεωφορεία και τρένα· γράφω όταν είμαι μόνος και, κατά προτίμηση, όταν δεν είμαι μόνος· γράφω στο φως και στο σκοτάδι· γράφω στο σπίτι, ανάμεσα σε δύο τρυφερότητες, και στο γήπεδο, ανάμεσα σε δύο ιαχές. Δε με εμπνέει η ηρεμία, αλλά ο σάλος, οι κουβέντες των ανθρώπων γύρω μου που εκπνέουν λέξεις κι ας μην τις καταλαβαίνω, η μυρωδιά της παρουσίας του άλλου, ο πάταγος των αισθημάτων του. Αργότερα, με πληκτρισμούς, θα γίνει η καθέλκυση της ιδέας που έχει πια μορφωθεί σ’ ένα διήγημα…

O PLHTHINTIKOS MONOLOGOS

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; 

Ο τρόπος, λοιπόν, με τον οποίο γράφω ένα διήγημα, δεν έχει διόλου να κάνει με οργανώσεις χώρου, διευθετήσεις χρόνου, προκατακλυσμιαίες προφυλάξεις και άλλες ρυθμίσεις, παρά με ορμέμφυτες διαδικασίες, με τη σχεδόν ενδοκρινή δημιουργία ενός είδους κάλυκα, θήκης, κάτι σαν κουκούλι, μέσα στο οποίο αυτή η περίφημη «ιδέα για ένα διήγημα» θα περάσει τη –συνήθως μακρόχρονη– νυμφική της φάση: στο δρόμο, στο αυτοκίνητο, στην παύση ανάμεσα σε δύο μουσικές, στον πρώτο ύπνο. Κι ύστερα, όταν έρθει η ώρα, πιάνω μολύβι και χαρτί, διαλέγω ένα café, το πιο πολυσύχναστο (ποτέ δεν ήμουν «χημικός» του δοκιμαστικού σωλήνα, ποτέ δεν ήθελα το περιβάλλον μου αποστειρωμένο απ’ την ανθρώπινη φωνή), κι αφήνω να ξετυλιχτεί μπροστά μου η φαντασμαγορία της έκδυσης. Καίτοι έχω συχνά την αίσθηση ότι όλο αυτό διαδραματίζεται σχεδόν ερήμην μου, εξίσου συχνά διακατέχομαι κι  απ’ τη βεβαιότητα ότι, τελικά, δεν υπάρχει τίποτα πιο ενδόμυχο, πιο πεισματικά και εγωιστικά ιδιωτικό, απ’ την καλλιτεχνική πράξη.

PSEYDOMARTYRIES

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Μπαχ, Μότσαρτ, Χέντελ, Μπάρτοκ, Βέμπερν, Σοστακόβιτς, Μπιτλς, Ντίλαν, Μπρελ, Γκέιμπριελ, Θεοδωράκης.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Η απάντησή μου αφορά συνοπτικά όλα μου τα βιβλία, εκτός από τις 3 συλλογές δοκιμίων (7 συλλογές διηγημάτων και 2 νουβέλες). Κατά τον Μπόρχες («Οι τέσσερις κύκλοι»), τέσσερις είναι όλες κι όλες οι ιστορίες τις οποίες, «στο χρόνο που μας μένει, θα συνεχίσουμε να αφηγούμαστε, μεταμορφωμένες»: η αφήγηση της υπεράσπισης μιας πολιορκούμενης πολιτείας από «γενναίους άνδρες», της επιστροφής του πολεμιστή, μιας αναζήτησης και της θυσίας ενός θεού. Αν θεωρήσει κανείς ότι, ακόμα και στην τελευταία ιστορία, ο (όποιος) θεός, προκειμένου να θυσιαστεί, πρέπει πρώτα να εξανθρωπιστεί, εύκολα μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, κατ’ ουσίαν, ένα είναι το κεντρικό θέμα κάθε μυθοπλασίας: ο Άνθρωπος· αυτός που, κατά τη μεγαλοφυή διατύπωση του Αραγκόν, είναι «η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση».

MIKRI PERIOXI

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο λέγεται Κωμωδία (Πόλις, 2010) και πραγματεύεται τρεις-τέσσερις ζωές απ’ αυτές που θα μπορούσε να έχει ζήσει ένας Έλληνας της γενιάς μου. Η Κωμωδία είναι νουβέλα· μ’ άλλα λόγια, το μακροσκελέστερο κείμενό μου μετά το μικρό μυθιστόρημα Ο Ναπολέων Αστός σε νέες περιπέτειες του 1974. Φανατικός θιασώτης και θεράπων της μικρής φόρμας (τόσο στη λογοτεχνία όσο και στον κινηματογράφο), υποχρεώθηκα από το ίδιο το θέμα να αναπτυχθώ πέρα απ’ τις οικείες μου διαστάσεις, επιχειρώντας, ωστόσο, να εξορκίσω την παράβαση (ή να εξευμενίσω το θεό της μικρής φόρμας) με τις δύο πρώτες λέξεις της νουβέλας: «Καίριο και περιεκτικό».

MOYSIKI

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

«Το Δέντρο» (γιατί είναι αείφυλλο κι αγαπώ τους εκδότες του), το «Εντευκτήριο» (γιατί είναι πάντα θαλπερό κι αγαπώ τον εκδότη του), το «δε(κατα)» (γιατί αγαπώ τον εκδότη του). Όσο για «μη ενεργά», νοσταλγώ το κύρος της «Επιθεώρησης Τέχνης», το μεράκι του «Τραμ», το κύρος και το μεράκι του «Χάρτη».

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον άγνωστο στην Ευρώπη αμερικανόστοχαστή και λογοτέχνη Κρίστιαν Γκρέινβιλ (Christian Grainville). Θα το κάνω κάποτε.O KATHREFTIS TOU TYFLOY

Παλαιότερα διαβάζαμε και κείμενά σας όσον αφορά τον σύγχρονο κινηματογράφο. Έχετε σταματήσει να γράφετε τέτοια κείμενα; Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Έχωεκδώσει ένα βιβλίο με αμιγώς κινηματογραφικά κείμενα [Η συνέχεια επί της οθόνης (1984)] και δύο συλλογές δοκιμίων [Ψευδομαρτυρίες (1998), Μικρή περιοχή (2007)], μεγάλο μέρος των οποίων καλύπτουν σπουδές για συγκεκριμένους (αγαπημένους) σκηνοθέτες ή/και συγκεκριμένες (αγαπημένες) ταινίες. Όμως, δεν είμαι μόνο παθητικός εραστής του κινηματογράφου (κατά την περίφημη Σαρτζετάκεια διάκριση των ομοφυλοφίλων), αλλά και γόνιμα ενεργητικός: έχω γυρίσει 10 δέκα ταινίες μικρού μήκους και 2 τηλεταινίες πάνω σε λογοτεχνικά έργα. Λατρεύω τον κινηματογράφο (τον Ταρκόφσκι, τον Ουέλς, τον Ρενουάρ, τον Μιζογκούτσι, τον Κιούμπρικ, τον Γκοντάρ, τον Ντράγιερ, τον Κιαροστάμι, τον Κισλόφσκι κ.ά., καθώς και αρκετούς μεγάλους «ελάσσονες» όπως, π.χ., τον Πέκινπα ή τον Πάκουλα), κι ο κινηματογράφος μού το… ανταπέδωσε επηρεάζοντας βαθιά τη γραφή μου. Από την άλλη, παραβάτης και, ταυτόχρονα, θύμα τού «ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν», όταν γράφω, σκέφτομαι με εικόνες, κι όταν σκηνοθετώ, με λέξεις…

kwmwdia

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Προτιμώ να απαντήσω με κάποιους… μεταχειρισμένους αφορισμούς μου: 1. Ενώ η αφήγηση είναι μια διαδικασία μετάβασης απ’ το εγώ στον άλλον (κι ας μη φαίνεται), η μετάφραση φαίνεται σαν διαδικασία έκπτωσης απ’ τον άλλον στο εγώ (κι ας μην είναι). 2. Μόνο όταν η μετάφραση δεν φαίνεται ότι είναι μετάφραση, μόνο τότε αξιώνεται να μπει στη χορεία των πρωτοτύπων, εκεί όπου η αυθαιρεσία της έμπνευσης βρίσκει τον δάσκαλό της στο αισθητικό αποτέλεσμα. 3. Κάθε πνευματική και καλλιτεχνική εργασία είναι μοναχική· σε τούτη δω, πάντως, έχεις και μια «φωνή» να σου κρατάει συντροφιά. 4. Η μετάφραση είναι σαν τον έρωτα ή το φόνο: χρειάζονται (τουλάχιστον) δύο. 5. Ο μεταφραστής πρέπει να είναι ο ίδιος συγγραφέας, πρέπει να ξέρει τι κοστίζει η μάχη με την ίδια σου τη γλώσσα.

6. Δε θα με τιμούσε και πολύ αν κάποιος διατεινόταν ότι με αναγνώριζε πίσω απ’ τη μετάφραση οποιουδήποτε κειμένου, ενώ κάτι τέτοιο θα με κολάκευε αν είχε να κάνει με έναν συγκεκριμένο συγγραφέα· δηλαδή, να με αναγνωρίσει, λ.χ., πίσω απ’ τη μετάφραση ενός ανησυχητικού διηγήματος του Μπόρχες ή μιας ανήσυχης ακροβασίας του Περέκ. 7. Όλα τα βιβλία είναι μεταφραστέα, αλλά δεν είναι όλα μεταφράσιμα. 8. Η μετάφραση δεν συνιστά παρά αυτό που αποτελεί και τη θεμελιώδη προϋπόθεση της επιτυχίας της: μια δημιουργική ανάγνωση. 9. «Η Μαντάμ Μποβαρί είμαι εγώ» φέρεται να είπε ο Φλομπέρ. «Ο Φλομπέρ είμαι εγώ» (πρέπει να μπορεί να) λέει ο μεταφραστής του. 10. Ο μεταφραστικός μόχθος δεν είναι παρά η αγωνία του μεταφραστή ν’ απαντήσει σε ερωτήματα μεταφρασεολογίας που θέτει η ίδια η πράξη της μετάφρασης.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;TEXNHTES ANAPNOES

Η βράβευση (από το ΕΚΕΜΕΛ) της μετάφρασής μου του μυθιστορήματος του Πατρίκ Μοντιανό Au café de la jeunesse perdue (Στο café της χαμένης νιότης, εκδ. Πόλις) ήταν μια μοναδικά ευχάριστη έκπληξη, ίσως γιατί μου απέδειξε ότι δεν είμαι ο «τρελός του (μεταφραστικού) χωριού» που πιστεύει ότι δεν υπάρχουν «εύκολα» και «δύσκολα» πρωτότυπα, κι ότι αυτό που (πρέπει να) ζυγίζεται περισσότερο στην αποτίμηση μιας μετάφρασης είναι ο βαθμός προσέγγισης του ύφους τού συγγραφέα τον οποίο δεξιώνεται η γλώσσα-στόχος. Στην ερώτησή σας, λοιπόν, ως προς το σε ποιο ή ποια από τα πάμπολλα βιβλία που έχω μεταφράσει «τα βρήκα μπαστούνια», απαντώ πως το βιβλίο του Μοντιανό (αυτού του μείζονος σύγχρονου γάλλου συγγραφέα που επιμένει με μινιμαλιστική ταπεινότητα να πραγματεύεται τις εμμονές του με το χρόνο, με τη μνήμη και, κυρίως, τη λήθη, με το επώδυνο αποτύπωμα της Ιστορίας στην ατομική συνείδηση) θα έπαιρνε επάξια μια θέση στην απάντησή μου, μαζί με τη νουβέλα του Πασκάλ Κινιάρ La Raison (Ο Λόγος, εκδ. Μελάνι), ένα βιβλίο-ναρκοπέδιο για μεταφραστές, και το μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Γκαρνέτ Lady Into Fox (Από γυναίκα, αλεπού, εκδ. Opera), όπου κάτω από μια «ύπουλα» στρωτή και ακαδημαϊκή αφήγηση κρύβεται η αποθέωση του βρετανικού understatement. Όσο για τις «ηδονές» που ρωτάτε, απαντώ ευθέως ότι μία από τις ευτυχέστερες περιόδους της ζωής μου ήταν εκείνο το δεκάμηνο που αναμετριόμουν με το La Vie mode d’emploi του Ζορζ Περέκ (Ζωή οδηγίες χρήσεως, εκδ. Ύψιλον).

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Χάρηκα κάθε βιβλίο που έχω μεταφράσει, καθένα για διαφορετικό λόγο: άλλο για το δέος που μου ενέπνεε το πρωτότυπο, άλλο για το τρελό γαμήλιο γλέντι μετά από το προξενιό των δύο γλωσσών, άλλο για τις δυσκολίες του, άλλο για τις ύποπτες ευκολίες του. Ωστόσο, παρά τις 100 περίπου μεταφράσεις μου που κυκλοφορούν, εξακολουθούν να με στοιχειώνουν κάποια μεταφραστικά απωθημένα· μ’ άλλα λόγια, βιβλία που θα ήθελα να έχω μεταφράσει: Η αισθηματική αγωγή του Φλομπέρ, Κάτω από το ηφαίστειο του Λόουρι, Το κουτσό του Κορτάσαρ και, σαν τρελός, Η βουή και το πάθος του Φόκνερ… Να εξομολογηθώ, επίσης, ότι διατηρώ μια τρυφερή σχέση με όσα βιβλία πρόκειται «να μου δοθεί η χάρη» να μεταφράσω και που μπορεί να μην έχουν γραφτεί ακόμα…

JAZZ

Σας γνωρίσαμε και ως μεταφραστή του Μπόρχες, τόσο στις εξαιρετικές εκδόσεις Ύψιλον όσο και στις μετέπειτα συλλογές των Ελληνικών Γραμμάτων. Πως ξεκίνησε η σχέση σας με τον Μπόρχες, πως ήταν η εμπειρία της μετάφρασής του, πώς είναι η σχέση σας σήμερα;

Όπως συμβαίνει σε/με κάθε ξένο συγγραφέα που ολόκληρο ή μεγάλο μέρος του έργου του επισκέπτεται τη γλώσσα μας, έτσι και ο Μπόρχες πέρασε μέσα από περιπέτειες παρερμηνειών, παρεξηγήσεων και παρανοήσεων ώσπου, τη δεκαετία του 1980, να συναντηθεί με τους ανθρώπους που τον δεξιώθηκαν μετ’ ελέου και φόβου. Ανάμεσά τους, ο Δημήτρης Καλοκύρης, ο Τάσος Δενέγρης, ο Νάσος Βαγενάς. Σε ό,τι με αφορά, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ενώ η ζωή μου έπλεε σε πελάγη ρεαλιστικής ευτυχίας κι ενώ ήμουν ήδη «σημαδεμένος» από διάφορα παιδικά αναγνώσματα, εφηβικές αποκαλύψεις και ώριμες ανακαλύψεις (Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, Βιζυηνός, Σεφέρης, Τσίρκας, Ντάρελ, Φλομπέρ, Βασιλικός κ.ά.), μου χαρίστηκε από έναν αμερικανό φίλο ένα βιβλιαράκι των Εκδόσεων Penguin, στη σειρά Modern Classics. Συγγραφέας με διπλό όνομα (Jorge Luis Borges), τίτλος μονολεκτικός (Labyrinths), και στο εξώφυλλο λεπτομέρεια από τον ιλιγγιώδη και «αρτσιμπολντίζοντα» πίνακα Αβάνα(!) του… κουβανού ζωγράφου Πορτοκαρέρο. Παρακάμπτοντας έναν βαρύγδουπο Πρόλογο του Αντρέ Μορουά, άρχισα να διαβάζω, ολοένα και πιο έκθαμβος, ολοένα και πιο αμήχανος, τα κείμενα του μικρού τόμου, προσπαθώντας να εικάσω, πίσω από τις αυστηρές, ακριβείς, οξύγωνες αγγλικές λέξεις, την κρυφή γοητεία του πρωτοτύπου, γραμμένου σε μια γλώσσα που σωστά τη φανταζόμουν συνυφασμένη από γάργαρα λατινικά και την αραβική των ερήμων και της ραθυμίας.

borges-kyriakidis

Το πρώτο κείμενο αυτής της ανθολογίας πεζώνκαι δοκιμίων του Μπόρχες από διάφορες συλλογές του ήταν ένα κυριολεκτικά διαστημικό ταξίδι σ’ έναν τόπο εξορίας κάθε ρασιοναλισμού και κάθε κανόνα ορθόδοξης αφηγηματικής τεχνικής. Στον πλανήτη αυτόν, του διηγήματος με τον επιστημονικοφανή, παράδοξα γοητευτικό και γοητευτικά παράδοξο τίτλο «Tlön, Uqbar, Orbis Tertius», εγκαταστάθηκα για τα καλά και διαμένω έκτοτε, αφού πρώτα φρόντισα ν’ αποκτήσω τα Άπαντα του συγγραφέα στο πρωτότυπο και ν’ αξιοποιήσω τη γνώση μου άλλων λατινογενών ιδιωμάτων για να αυτοδιδαχθώ τη συναρπαστική γλώσσα του Αργεντινού. Δεν ξέρω πώς μπορώ να επεκταθώ (τι βλάσφημο ρήμα όταν μιλάς για έναν συγγραφέα με τόσο ευγενή φειδώ των λέξεων!) στον τρόπο με τον οποίο άλλαξε η ζωή μου μετά από εκείνη τη μετωπική σύγκρουση που κονιορτοποίησε όλες μου τις αυτάρεσκες βεβαιότητες. Ούτε ξέρω πώς μπορώ να εξηγήσω τι είναι αυτό τελοσπάντων που με κρατάει, εκόντα, δεσμώτη του, και γυροφέρνω στο λαβύρινθό του σαν μακάριος Μινώταυρος.

Ξαναγυρίζω στην κεραυνοβόλα «γνωριμία» μας. Καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα, σε μια απότομη στροφή της ηλικίας μου, η ζωή μου εκτροχιάστηκε, κιαυτό που με βοήθησε να βγω αλώβητος απ’ τα συντρίμμια δεν ήταν άλλο από την περιπετειώδη εκστρατεία μετάφρασης των δύο αρχετυπικών βιβλίων του Μπόρχες που, άλλωστε, συνιστούσαν και τον βασικό κορμό του Labyrinths: τη συλλογή διηγημάτων Ficciones (Μυθοπλασίες) και τη συλλογή δοκιμίων Otras inquisiciones (Διερευνήσεις) – δύο μεταφράσματα, που αγκαλιάστηκαν αμέσως και εκδόθηκαν από τον γενναιόδωρο Θανάση Χαρμάνη των εκδόσεων Ύψιλον/βιβλία. The rest is history (για να κλείσω με μια αγγλική έκφραση που δεν μεταφράζεται αναίμακτα).

BORGES

Μας συστήσατε, μεταξύ άλλων, και τον εξαιρετικό λατινοαμερικανό συγγραφέα Λουίς Σεπούλβεδα. Ποια η σχέση σας με τον ίδιο και την λογοτεχνία του;

Πράγματι, εξαιρετικός – και χαλκέντερος. Οφείλω τη γνωριμία μου με το έργο του στον αγαπημένο μου Γιώργο Μυρεσιώτη των Εκδόσεων Opera. Όσο για τη σχέση μου με τον άνθρωπο, έχω να πω ότι ο Σεπούλβεδα αποπνέει την ίδια λεβεντιά, αισιοδοξία και αγάπη για τη ζωή και τον άνθρωπο που έχουν όλα τα βιβλία του. Έχουμε αναπτύξει μια τρυφερή φιλική σχέση (δε θα ξεχάσω ότι ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που μου έστειλαν ένα μήνυμα συμπαράστασης σε μια κρίσιμη περιπέτεια υγείας μου) – μια σχέση, όμως, που διανθίζεται και με μια ωραιότατη, αντάξια των βιβλίων του παρεξήγηση: από την πρώτη στιγμή που με γνώρισε, βλέποντας την εκ γενετής σπασμένη μύτη μου με θεώρησε παλαίμαχο μποξέρ και δεν έχει πάψει να ονειρεύεται ένα ταξίδι των δυο μας στη Νότια Αμερική, να μεθοκοπάμε σε όλα τα καπηλειά της χιλιανής Παταγονίας και να αντιστεκόμαστε με την πυγμή μας σε κάθε επίδοξο κονκισταδόρ. Μια τέτοια παρεξήγηση, δε νομίζω ότι έχει κανένας το δικαίωμα να τη λύσει.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Θέλω να κάνω ιδιαίτερη αναφορά σε κάποια βιβλία που τα αγάπησα τρελά και τα μετέφρασα με τη λαχτάρα να τα δω τυπωμένα, αλλά δεν ευτύχησαν να διαβαστούν από πολλούς: Το χειρόγραφο της Σαραγόσας (Γιαν Ποτότσκι, εκδ. Ψυχογιός), Νερό καμένο (Κάρλος Φουέντες, εκδ. Άγρα), Πφιτς (Άντριου Κρούμι, εκδ. Πόλις), Ιδιωτική πινακοθήκη (Ζορζ Περέκ, εκδ. Ύψιλον), Ο αλγόριθμος της μελαγχολίας (Κάρλο Φραμπέτι, εκδ. Opera), Η μικρή Μπιζού (Πατρίκ Μοντιανό, εκδ. Πόλις), Συνοπτική ιστορία του παντός (Ζαν ντ’ Ορμεσόν, εκδ. Καστανιώτης), Ο κλέφτης της νοσταλγίας (Ερβέ Λε Τελιέ, εκδ. Opera), Νέα παγκόσμια ιστορία της ατιμίας (Ρις Χιουζ, εκδ. Πόλις).

KAVAFY

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Επειδή η μετάφραση είναι μια απασχόληση που, από τη φύση της, απαιτεί μεθοδικότητα, είναι προφανές ότι αυτή θα καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος (αν όχι όλο σε ορισμένες περιπτώσεις) ενός ιδεατού ημερήσιου προγράμματος εργασίας μου. Πρόκειται, συνεπώς, για προτεραιότητα που δεν είναι ουσιαστική, αλλά έχει να κάνει και με το γεγονός ότι μου είναι αδιανόητο να καθίσω στο γραφείο μου μεταξύ 9 και 11 για να γράψω ένα διήγημα! Το πιο δύσκολο (ίσως το μόνο δύσκολο) πράγμα σε μια μετάφραση είναι η απόδοση του ύφους τού πρωτοτύπου. Δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο απ’ το ν’ αντικαταστήσεις μια λέξη ή, αν θέλετε, ένα κειμενικό περιεχόμενο μ’ ένα άλλο, μιας άλλης γλώσσας – κουτσά στραβά, εύστοχα ή όχι, αυτό θα γίνει. Τα λεξικά να ’ν’ καλά. Το δύσκολο είναι να βρεις στη γλώσσα σου ένα τέτοιο γλωσσικό και συντακτικό «σχήμα», ώστε να προσομοιάσεις όσο μπορείς καλύτερα και να προσεγγίσεις όσο μπορείς περισσότερο το αντίστοιχο σύστημα του πρωτοτύπου. Δεν μπορείς να μεταφράζεις Μπόρχες και να έχεις στο οπλοστάσιό σου μόνο την αίσθηση μιας γλώσσας λαϊκής, όπως δεν μπορείς και να μεταφράζεις Κενό ή Περέκ και να μη πετάξεις στα σκουπίδια όποια ακαδημαϊκή τήβεννο κουβαλάς στη σκευή σου. Το Νερό καμένο του Φουέντες, λ.χ., αποτελείται από τέσσερα διηγήματα που ναι μεν έχουν έναν κοινό άξονα, αλλά θαρρείς και είναι γραμμένα από τέσσερις διαφορετικούς συγγραφείς! Μεταφράζοντάς το, αισθάνθηκα την ανάγκη να γίνω κι ο ίδιος… τέσσερις διαφορετικοί μεταφραστές, έτσι ώστε τα ελληνικά π.χ. του τρίτου διηγήματος, που ο κεντρικός του ήρωας είναι ένας ξεπεσμένος αριστοκράτης, να μην έχουν σχέση με τη γλώσσα του τέταρτου, όλοι οι ήρωες του οποίου είναι αγράμματοι, κομπιναδόροι και μαγκάκια…

EPOHI

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Μα ο μεταφραστής είναι εξ ορισμού στο περιθώριο! Η μετάφραση δεν παύει να είναι ένας μετά-λόγος, ανεξάρτητα από χαριτωμένους αφορισμούς τύπου «Το πρωτότυπο αδικεί τη μετάφραση» (Μπόρχες) ή χαρισματικές μεταγραφές που σχεδόν αυτονομούν το μετάφρασμα (Λόρκα, Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, μτφρ. Νίκος Γκάτσος). Όσο για τις κριτικές, δε νομίζω ότι έχετε δίκιο ως προς το αν γίνονται συχνά ή σπάνια. Γίνονται, κι αυτό έχει σημασία. Απλώς, δε συμφωνώ καθόλου με γενικές αφοριστικές φράσεις, είτε θετικές («Ωραία η μετάφραση του/της τάδε») είτε, κυρίως, αρνητικές, όπως εκείνη κάποιου κ. Γουλανδρή που με συνοπτικές διαδικασίες καταδίκασε στο πυρ το εξώτερον την αριστουργηματική μετάφραση του Penser/Classer (Ζορζ Περέκ, Σκέψη/Ταξινόμηση, εκδ. Άγρα) από τη Λίζυ Τσιριμώκου.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Μόνο 3 φορές δέχτηκα (τις 2, αναγκάστηκα να δεχτώ) να επιμεληθεί κάποιος πρωτότυπο βιβλίο μου ή μετάφρασμά μου. Και στις τρεις, η συνεργασία με τις επιμελήτριες ήταν εξαιρετική, ακριβώς γιατί ήταν εξαιρετικές και οι ίδιες: Πόπη Βουτσινά, Αρετή Μπουκάλα, Μάρω Ταυρή. Στην τρίτη περίπτωση, όμως, έζησα μια τραυματική εμπειρία με τον εκδοτικό οίκο, χωρίς η επιμελήτρια να φέρει γι’ αυτό την παραμικρή ευθύνη.

kyriakidis

Η ενασχόλησή σας με τη μετάφραση σας απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο; 

Η σχέση «συγγραφέας-μεταφραστής» είναι, θα έλεγα, μάλλον ετεροβαρής: τίποτα δεν επιβάλλει σ’ έναν συγγραφέα να είναι και μεταφραστής, ενώ ένας [καλός] μεταφραστής επιβάλλεται να είναι [καλός] συγγραφέας. Ο μεταφραστής ενός κειμένου, μόνο αν είναι και ο ίδιος συγγραφέας, μπορεί να διαγνώσει πόσο πάσχισε ο συγγραφέας του κειμένου να διατυπώσει το λόγο του έτσι όπως τον διατύπωσε, με το συγκεκριμένο ύφος και τον συγκεκριμένο ρυθμό, και να τον αποδώσει όσο πλησιέστερα μπορεί με τα τερτίπια της δικής του γλώσσας. Από την άλλη, ασφαλώς ο μεταφραστής-Κυριακίδης έχει επηρεάσει τον συγγραφέα-Κυριακίδη· πάντως, όχι περισσότερο απ’ όσο κάθε συγγραφέας επηρεάζεται από τα αναγνώσματα, δεδομένου ότι, όπως ανέκαθεν πίστευα, η μετάφραση δεν μπορεί να οριστεί παρά ως η κατ’ εξοχήν δημιουργική ανάγνωση. Ευτυχώς, δεν βιοπορίζομαι από τη μετάφραση, πράγμα που σημαίνει ότι ποτέ δεν μετέφρασα κάτι καταναγκαστικά – νομίζω ότι αυτό είναι ένα μαρτύριο το οποίο εύχομαι να μην υποστώ στον αρμόδιο Κύκλο της Κόλασης, αυτόν των συγγραφέων.

Αδιακρισίες

Πώς βιοπορίζεστε;

Εργάζομαι.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Φυσικά και έχω γράψει ποίηση! Για τι με περάσατε;

Τι γράφετε, τι μεταφράζετε και τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Γράφω δύο νουβέλες ταυτόχρονα. Είναι τόσο ωραία η παλινδρόμηση (ίσως η λέξη είναι αδόκιμη, αλλά δεν βρίσκω άλλη) από τη μία στην άλλη!

155557_128759700517285_106280826098506_188197_3466200_n

Τέσσερις μεταφράσεις μου είναι στο τυπογραφείο [Ζιλμπέρ Λασκό, Η Κοκκινοσκουφίτσα, παντού (εκδ. Opera), Λουίς Σεπούλβεδα, Ιστορίες από δω κι από κει (εκδ. Opera), Λουίς Σεπούλβεδα, Τελευταία νέα από το Νότο (εκδ. Opera), Ζαν Εσνόζ, Αστραπές (εκδ. Πόλις)], ενώ έχω αρχίσει τη μετάφραση του τελευταίου βιβλίου ενός αγαπημένου μου «ουλιπιανού» συγγραφέα, του Ερβέ Λε Τελιέ, το Electrico W (εκδ. Opera). Θα ακολουθήσει αυτή του μυθιστορήματος Tinta (Μελάνι), ενός σύγχρονου σπιρτόζου ισπανού λογοτέχνη, του Φερνάντο Τρίας ντε Μπες (εκδ. Opera).

Διάβασα τα εξαιρετικά διηγήματα της Έρσης Σωτηροπούλου [Να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα (εκδ. Πατάκη)], διαβάζω με προϊούσα αγαλλίαση το καινούργιο μυθιστόρημα του Νίκου Παναγιωτόπουλου [Τα παιδιά του Κάιν (εκδ. Μεταίχμιο)] και απολαμβάνω αργά αργά, φράση φράση, το μυθιστόρημα Op Oloop, γραμμένο από την τελευταία ανακάλυψη της παγκόσμιας λογοτεχνικής γραμματείας, τον αργεντινό συγγραφέα Χουάν Φιγιόι [Juan Filloy (1894-2000)], που έζησε όλη του τη μακραίωνη ζωή στην κωμόπολη Ρίο Κουάρτο της Αργεντινής κι έγραψε, μεταξύ άλλων, 6000 παλίνδρομα(!) και καμιά πενηνταριά μυθιστορήματα που οι τίτλοι τους, μηδενός εξαιρουμένου, αποτελούνται από 7 και μόνον γράμματα!

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δε νομίζω… Απλώς, εύχομαι να μη μου είχατε κάνει την επόμενη.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή μεταφραστικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

AK2

Στις φωτογραφίες (από το φωτογραφικό άλμπουμ του συγγραφέα): 1. Ο ίδιος άλλος. 2. Στα γυρίσματα της μικρού μήκους ταινίας του Jazz (1995).  3. Με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες. 4. Με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες και τον Νάσο Βαγενά, στο Ρέθυμνο. 5. Πλάνο από την ταινία Καβάφης (1994) του Γιάννη Σμαραγδή, όπου υποδύεται έναν έμπορο που έχει έρθει ν’ αγοράσει τα κοσμήματα της μητέρας Καβάφη. 6. Με τον Γιώργο Γιαννόπουλο, σε ένα πλάνο από την ταινία του Νίκου Γραμματικού, Η εποχή των δολοφόνων (όπου συνεργάστηκε και στο σενάριο). 7. Από τα γυρίσματα της τελευταίας του μικρού μήκους ταινίας Μετά τον χαρακτηριστικό ήχο (2009) με τον Δημοσθένη Παπαδόπουλο. 8. Με τον Αντώνη Καφετζόπουλο, σε ένα πλάνο από την τελευταία ταινία του Φίλιππου Τσίτου, Άδικος κόσμος, στην οποία υποδύεται έναν διοικητή αστυνομικού τμήματος. 9. Σκοτεινός.