Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 69. Χρήστος Οικονόμου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Με τη σειρά (αν θυμάμαι καλά) που τους πρωτοδιάβασα:  Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Ιούλιος Βερν, Νίκος Καζαντζάκης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, J.D. Salinger, Jack London, John Steinbeck, Κ.Π. Καβάφης, Άρης Αλεξάνδρου, Τάκης Σινόπουλος, Emily Dickinson, Herman Melville, Άντον Τσέχοφ, Raymond Carver, Flannery O’ Connor, Μιχάλης Γκανάς, Robert Frost, Μάρω Δούκα, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Σοφία Νικολαΐδου, Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Ισαάκ Μπάμπελ, Cormac McCarthy, Tim O’Brien, Lorrie Moore, Willy Vlautin.  Μ’ αρέσουν τα βιβλία που έχει γράψει ο Dee Brown για τους Ινδιάνους και την αμερικανική Δύση και τα ταξιδιωτικά (και όχι μόνο) του Bill Bryson.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η Αγία Γραφή.  Τα παραμύθια του Άντερσεν.  Ό,τι έχει γράψει ο Cormac McCarthy.  Η Μυστηριώδης Νήσος του Ιουλίου Βερν.  Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου.  Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου του Σωτήρη Δημητρίου.  Το ασημόχορτο ανθίζει του Βασίλη Γκουρογιάννη.  Η Μεταμόρφωση του Φραντς Κάφκα.  Ο Καπετάν Μιχάλης και Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται του Νίκου Καζαντζάκη.  Ο Φύλακας στη Σίκαλη του J.D. Salinger.  Τα Σταφύλια της Οργής του John Steinbeck.  Winesburg, Ohio του Sherwood Anderson.  The Things They Carried του Tim O’Brien.  A Good Scent from a Strange Mountain του Robert Olen Butler.  True Tales of American Life, σε επιμέλεια Paul Auster.  Τα τρία μυθιστορήματα του Willy Vlautin.  Legend of a Suicide του David Vann.  Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τη συζήτηση του Κωνσταντίνου Θέμελη με τον Κωστή Παπαγιώργη (Η ανάποδη των ανθρώπων), απ’ όπου και η φράση – χαρακιά του Παπαγιώργη:  «Ήθελα να γράφω με τη φυσικότητα που ένας άνθρωπος κιτρινίζει όταν φοβάται».

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Εντελώς ενδεικτικά:

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης:  «Στο Χριστό στο Κάστρο», «Ο Αμερικάνος», «Η Σταχομαζώχτρα», «Έρως – Ήρως», «Τ’ Αστεράκι» (και πολλά άλλα — ποιο να πρωτοδιαλέξω). 

Raymond Carver:  «A Serious Talk» (“On the way, he saw the pies lined up on the sideboard.  He stacked them in his arms, all six, one for every ten times she had ever betrayed him” — τόση πίκρα σε δέκα λέξεις), «What We Talk about When We Talk about Love», «Lemonade» (ποίημα ή διήγημα, είναι ένα από τα σπαρακτικότερα πράγματα που έχω διαβάσει), «The Calm» — θα μπορούσα να γράφω τίτλους μέχρι αύριο.

Άντον Τσέχοφ:  «Το βιολί του Ρόθτσιλντ» και «Καημός».

Λέων Τολστόι:  «Πόση γη χρειάζεται ο άνθρωπος».

Jack London:  «To Build a Fire».

O Henry:  «The Gift of the Magi».

Ernest Hemingway:  «A Clean, Well-Lighted Place».

Flannery O’Connor:  «The Life You Save May Be Your Own» (“In the darkness, Mr. Shiftlet’s smile stretched like a weary snake waking up by a fire” — ασύλληπτη παρομοίωση).

Ambrose Bierce:  «An Occurrence at Owl Creek Bridge».

Tim O’Brien:  «The Things They Carried» (“First Lieutenant Jimmy Cross carried letters from a girl named Martha” — κάθε φορά που διαβάζω αυτή τη φράση βουρκώνω) και «How to Tell a True War Story».

Αντώνης Σουρούνης:  «Μια γιαπωνέζικη πυρκαγιά» (“Εγώ παρακάλεσα την κόρη μου.  Παίξε, της είπα, γιατί ο Έλληνας φίλος μας θα είναι πολύ λυπημένος”).

Γιώργος Σκαμπαρδώνης:  «Ο χωματόδρομος» (“Όταν όλα είναι βαριά, χωρίς νόημα, όπως απόψε, και ο Άγγελος ο Χορταριάς νιώθει στη ράχη του να γαντζώνεται εκείνη η μεγάλη κίτρινη στενοχώρια…”).

Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος:  «Στον σταθμό» και «Ο οβολός» (“Μάνα, η μανταρινιά μας ζει!»).

Robert Olen Butler:  «Love» (“I was once able to bring fire from heaven” — πώς να μην αγαπήσεις ένα διήγημα που αρχίζει με αυτή τη φράση).

Ισαάκ Μπάμπελ:  «Γκυ ντε Μωπασσάν» (“Κανένα σίδερο δεν μπορεί να διαπεράσει και να παγώσει την ανθρώπινη καρδιά με τη δύναμη μιας τελείας βαλμένης στη σωστή θέση”).

Lorrie Moore:  «People Like That Are the Only People Here:  Canonical Babbling in Peed Onk».

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Γιάννης Παλαβός, Κάλλια Παπαδάκη, Βασιλική Πέτσα, Σπύρος Γιανναράς.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι μόνοι που με (παρ)ακολουθούν είναι οι άνθρωποι που δεν έχω γράψει ακόμα κάτι γι’ αυτούς.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο μολυβένιος στρατιώτης του Άντερσεν, ο Γκρέγκορ Σάμσα από τη Μεταμόρφωση, ο Χόλντεν Κόλφιλντ από τον Φύλακα στη Σίκαλη.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στο χαρτί όχι.  Στο μυαλό μου γράφω όπου να ‘ναι.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω με μολύβι και χαρτί.  Γράφω συνήθως τη νύχτα.  Γράφοντας και ξαναγράφοντας προσπαθώ να καταλάβω και να νιώσω τι γράφω.  Προσπαθώ να γράφω με καθαρό μυαλό και καθαρή καρδιά.  Δεν ακούω ποτέ μουσική όταν γράφω γιατί θέλω ν’ ακούω αυτά που γράφω.  Το ίδιο και όταν διαβάζω — θέλω ν’ ακούω αυτά που διαβάζω.  Τον υπόλοιπο καιρό ακούω διάφορα πράγματα:  μπαρόκ, ηπειρώτικα, Μάρκο Βαμβακάρη, Ανέστη Δελιά, Μαρίκα Παπαγκίκα, Ρόζα Εσκενάζυ, Robert Johnson, The Doors, Tom Waits, Syd Barrett, Joy Division, Wipers, PJ Harvey, Nirvana, Soundgarden, The Smashing Pumpkins, 16 Horsepower, Uncle Tupelo, Richmond Fontaine, και άλλα πολλά.

Μπορούμε να έχουμε μια μικρή εισαγωγή στα δυο βιβλία σας. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν.

Έχω γράψει δυο συλλογές διηγημάτων (και μερικά σκόρπια):  Η γυναίκα στα κάγκελα (2003) και Κάτι θα γίνει, θα δεις (2010).  Δεν μ’ αρέσει πολύ να μιλάω γι’ αυτά που έχω γράψει.

Ασχολείστε και με την μετάφραση λογοτεχνίας (ενδεικτικά: Orlando Figes – Ο χορός της Νατάσας. Μια πολιτισμική ιστορία της Ρωσίας, Tobias Wolff – Ο κλέφτης του στρατοπέδου, Michael Arditti – Ο εχθρός του καλού). Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Δεν ξέρω αν είναι συγγραφικός ή όχι, πάντως χρόνο μου κλέβουν πολύ οι μεταφράσεις.  Όταν μεταφράζω, η μεγάλη μου έγνοια είναι να μην προδώσω τον συγγραφέα και να μην παραπλανήσω τον αναγνώστη.  Έχω πάντοτε στο μυαλό μου ότι μια μετάφραση θεωρείται επιτυχημένη όταν δημιουργεί στον αναγνώστη την εντύπωση ότι το βιβλίο γράφτηκε εξαρχής στη δική του γλώσσα.  Και, φυσικά, θυμάμαι πάντοτε τον αφορισμό του Robert Frost:  Ποίηση είναι ό,τι χάνεται στη μετάφραση.

Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; Και τον μεταφραστή με τον επιμελητή;

Η δική μου σχέση με τον συγγραφέα που μεταφράζω είναι αυτή που προανέφερα:  προσπαθώ να μην τον προδώσω.  Έχω συνεργαστεί με τέσσερις ή πέντε επιμελήτριες, για κείμενα που έχω γράψει ή μεταφράσει.  Όλες μου πρόσφεραν πολύτιμη βοήθεια και με γλίτωσαν από αρκετά στραβοπατήματα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Γράφω σε μια εφημερίδα και ενίοτε μεταφράζω βιβλία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα ήθελα να γράψω μια ιστορία για τον Ιησού Χριστό, που να εκτυλίσσεται τις μέρες που μεσολάβησαν ανάμεσα στη Σταύρωση και την Ανάστασή Του.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το Caribou Island του David Vann και το Αυτή η απίστευτη ανάγκη για πίστη της Τζούλιας Κρίστεβα.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 68. Σταύρος Σταυρόπουλος

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μπέκετ, Χειμωνάς, Κάφκα, Πεσσόα, και αρκετοί άλλοι. Δεν έχει νόημα, νομίζω, η παράθεση ενός καταλόγου, μιας συγκεκριμένης σορτ λίστ ή ενός τοπ 10 αγαπημένων μου συγγραφέων. Η λογοτεχνία δεν είναι facebook για να κάνεις απλώς ένα like. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό: μια παγίδα, μια εσωτερική φυλακή, μια εξιλέωση.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ισχύει η προηγούμενη απάντησή μου. Ας πω όμως, απολύτως ενδεικτικά, δυο ελληνικούς τίτλους: «Ο γιατρός ινεότης» του Γιώργου Χειμωνά και «Η γραμμή του ορίζοντος» του Χρήστου Βακαλόπουλου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δεν διαβάζω συχνά διηγήματα. Επομένως, η άποψή μου για το είδος δεν είναι βαρύνουσα. Ούτε καν ενδιαφέρουσα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Δεν θα ήταν σωστό να το απαντήσω αυτό. Θα δυσαρεστούσα πολλούς.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στα βιβλία που γράφω παρακολουθώ απλώς τον εαυτό μου. Δεν θέλω να διασκευάσω την «Αποκάλυψη», να προχωρήσω την «Έρημη χώρα» του Έλιοτ ή να επινοήσω μια ιστορία εμπνευσμένη από κάποια τραγωδία του Ευριπίδη. Επομένως, οι ήρωές μου συρρικνώνονται απελπιστικά σε αυτούς που είμαι, άρα, με ακολουθούν παντού και πάντοτε. Αναγκαστικά, μαθαίνω και τα νέα τους αφού  με αφορούν άμεσα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Φάνης, στον «Οργισμένο Βαλκάνιο» του Νίκου Νικολαίδη: Αφελής, ονειροπόλος, φλεγόμενος, αντικαθεστωτικός, ένας μικρός Τσε του ροκ εν ρολ. Και βέβαια, ο Άμλετ, ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο, με τεράστιο λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Θα ήθελα να μιλούσα σαν τον πρίγκιπα της Δανίας και να οδηγούσα την μηχανή του Φάνη, «χαράζοντας μια ασημένια λάμψη μες στο απομεσήμερο…»

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει παντού. Σε πάγκους διάφορων μπαρ, σε χαρτοπετσέτες, σε παιδικές εκδηλώσεις, σε ξενοδοχεία, σε Σαββατοκύριακα στην εξοχή, στη θάλασσα, σε ημίχρονα ποδοσφαιρικών αγώνων, σε σκαλιά εκκλησίας, κατά την διάρκεια του φαγητού, οδηγώντας, σε συναυλίες, σε πακέτα τσιγάρων, σε αποδείξεις μαγαζιών, σε συνεργεία, στο κρεβάτι, παντού. Δεν με κινεί ο χώρος για να γράψω, αλλά η επιθυμία να γράψω. Και η επιθυμία μπορεί να γεννηθεί οπουδήποτε.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Έχω μια ονειροπαγίδα κρεμασμένη μονίμως πάνω απ’ το κεφάλι μου, κάτι σαν φωτοστέφανο της ψυχής. Ουσιαστικά, πρόκειται για έναν αόρατο εργοστασιακό χώρο, όπου παρασκευάζονται – και προστατεύονται  οι εικόνες και οι ιδέες. Είναι κάτι, νομίζω, τόσο απλό όσο το βλέμμα. Το κακό είναι ότι αιχμαλωτίζει μόνο εικόνες καταστροφής. Δηλαδή, την πραγματικότητα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Το γράψιμο είναι, ούτως ή άλλως, τελετουργία. Μια μυστική τελετή του μυαλού. Χρειάζεται μόνο να μείνεις προσηλωμένος στον άνθρωπο που αποτελείς. Και να τον εμπιστευθείς. Δεν ακούω ποτέ μουσική όταν γράφω. Με μουσική δεν μπορεί να γίνει τίποτε άλλο εκτός από μουσική. Έχω πει ότι αν ο David Bowie δεν έγραφε το Rock’n’roll suicide, ίσως δεν γινόμουν συγγραφέας. Οπότε, καταλαβαίνετε και τι μουσική ακούω… Άλλωστε, από κει ξεκίνησαν όλα.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Θα πω επιγραμματικά: Το «Διαμελίζομαι» (Βασδέκης 1983, 1990) περιέχει όλο εκείνο το αφελές εγχείρημα του ρίσκου της έκθεσης, όταν είσαι ακόμα παιδί. Αποτελεί, απλά, την συνειδητοποίηση μιας κραυγής, το πρώτο βιαστικό βήμα. «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου» (Απόπειρα 2002, 2004) είναι η γραφή της αθωότητας μιας γενιάς που φετιχοποίησε τις αντιφάσεις της, και ο ατέλειωτος έρωτας με την μουσική. Το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» (Απόπειρα 2005) είναι η αθωότητα της γραφής που άντεξε την ωριμότητα και την ξεπέρασε, αποδεχόμενη τον εαυτό της, και η ζωή μέσω της μουσικής. Το «Φως γυναίκας» (Αστάρτη 2004) είναι το φως της ποίησης που αγκαλιάζει ένα γυμνό γυναικείο σώμα. Το «Οι άλλοι που είμαι» (Μεταίχμιο 2007) μοιάζει με στενογραφημένες σημειώσεις για την άγραφη ιστορία του βλέμματος – κάτι σαν στοχασμός πάνω στο αόρατο σκηνικό των ίδιων των λέξεων.

Στο «Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν» (Ελληνικά Γράμματα 2008) παρουσιάζονται οι ήρωες μιας καθημερινότητας που επελαύνει, για να μας θυμίσουν ποιοι είμαστε και κυρίως, πώς φτάσαμε ως εδώ.  Το «Unplugged» (Ελληνικά Γράμματα 2008) είναι ένα συλλεκτικό δώρο. Το «Δυο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις» (Μεταίχμιο 2009) είναι σαν να έβγαλε κάποιος την πραγματικότητα απ’ τη τσέπη του βιαστικά και να την πέταξε στη θάλασσα για να απαλλαγεί απ’ το βάρος της. Το «Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια» (Απόπειρα 2010, 2011) είναι ένας δημόσιος διασυρμός της ιδέας του μυθιστορήματος, ένας θεματικός τάφος για όλες τις φορμαλιστικές καταχρήσεις του είδους, που παραλείπει ότι ονομάζεται πλοκή. Στο «Πιο νύχτα δεν γίνεται» (Οξύ 2011) διαπιστώνεται ένα φυσικό τέλος, ένα όριο. Υπάρχει η εικόνα μιας βιβλικής καταστροφής, οι λέξεις καταρρέουν. Σε κάθε περίπτωση, για όλα, αφορμή είναι η ποίηση. Και σκοπός, αυτό το «μετεβλήθη εντός μου και ο ρυθμός του κόσμου» του Βιζυηνού.

Έχετε γράψει πεζογραφία και ποίηση. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί του άλλου;

Νομίζω ότι πάντα επικρατούν οι λέξεις. Οι λέξεις βασιλεύουν. Είναι αυτές που οδηγούν τελικά ένα κείμενο, το προϋποθέτουν, αποφασίζουν για την πεζόμορφη ή την ποιητική του ανέλιξη. Μ’ αρέσει πάντως αυτή η ταλάντευση ανάμεσα στα είδη. Τίποτα δεν σου ανήκει την  ίδια στιγμή που σου ανήκουν όλα. Όποιο και να ισχύει δεν έχεις τίποτα να εξαγοράσεις. Κρύβει μια γοητευτική αντίφαση, όπως η ζωή μας, ενώ συγχρόνως αποτελεί και μια δήλωση, έστω υποφωτισμένη: Δεν θέλω να επωμιστώ ή να υποστώ το βάρος και την ταυτότητα καμιάς ταμπέλας.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Κοιτάξτε, το «Πιο νύχτα δεν γίνεται» είναι ένα βιβλίο οριακό, οι άνθρωποι δρουν ως πρώην πρόσωπα. Τους έχει αφαιρεθεί η δυνατότητα της ζωής. Ουσιαστικά, ζουν τον θάνατό τους, χωρίς να τον κατονομάζουν. Υπάρχει ένας πόλεμος βλεμμάτων, εικόνων, σιωπών. Και ο λόγος που βάφει. Που παρακολουθεί τα ίχνη της καταστροφής, της εκθεμελίωσης. Είναι ένα πολύ φιλόδοξο εγχείρημα, μια απογραφή ενός ιστορικού κύκλου. Ενός καιρού των ανθρώπων. Που τελειώνει.

Πώς βιοπορίζεστε;

Εργάζομαι σε μια τράπεζα.

Ασχολείστε επισταμένα με την παρουσίαση λογοτεχνίας και μάλιστα με έναν ιδιαίτερα προσωπικό τόνο. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Είναι λάθος αυτό, τουλάχιστον ως προς το «επισταμένα». Δεν πιστεύω καθόλου στην αναγκαιότητα της κριτικής, ούτε θεωρώ την αρθρογραφία και την κριτικογραφία μου αυτονόητη συνέχεια ή συμπλήρωμα του έργου μου. Αντιθέτως. Είναι μια αναγκαστική διαδικασία συμμετοχής στα πράγματα, το θεωρώ μάλιστα τιμωρία. Κατά κάποιο τρόπο, η κριτική είναι τα «μαγειρεία» της λογοτεχνίας. Στο στρατό, αν υποπέσεις σε κάποιο παράπτωμα, για να σε παραδειγματίσουν περνάς απ’ τα μαγειρεία. Το θέμα είναι να μην μείνεις εκεί.

Δυστυχώς, η κριτική έχει καταντήσει αλληλογραφία μεταξύ φίλων. Προσπαθώ να διατηρήσω έναν προσωπικό τόνο, για να αισθάνομαι σε περιβάλλον βιβλίου. Σε κάθε περίπτωση, είναι χρόνος που αφαιρείται από το κυρίως συγγραφικό έργο.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν διαβάζω λογοτεχνικά περιοδικά. Τα θεωρώ ανιαρά και απολύτως προβλέψιμα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Δεν θα την έγραφα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι, φυσικά. Τουλάχιστον, όποτε μου δίδεται η δυνατότητα. Θεωρώ, ακόμη και σήμερα, αξεπέραστη την σκηνή του διαλόγου ανάμεσα σε σκηνοθέτη και παραγωγό, στην ταινία του Βιμ Βέντερς, «Κατάσταση πραγμάτων». Είναι μια σκηνή δρόμου μέσα σε ένα πουλμανάκι – καταφύγιο, όπου οι δυο άνδρες συνομιλούν – ουσιαστικά μονολογούν – σκάβοντας τα έγκατα της ψυχής τους. Παρά την αβάσταχτη μοναξιά του λόγου τους, αυτά τα κατακλυσμικά θραύσματα μονολόγου συγχωνεύονται σ’ ένα πελώριο «μαζί». Είναι καταπληκτικό αυτό, πέρα απ’ όλα όσα θίγονται. Είναι καταπληκτικός ο τρόπος που επικοινωνούν χωρίς να ακούν ο ένας τον άλλον, χωρίς καν να κοιτάζονται. Μια μαγική σκηνή.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τίποτα. Ξεφυλλίζω απλώς κάποιες σελίδες – από διαφορετικά βιβλία. Τις διατρέχω με τα μάτια μου. Μοιάζει περισσότερο με κολύριο παρά με ανάγνωση. Αισθάνομαι ότι είμαι κοντά στο τέλος κάποιου κύκλου. Δεν ξέρω τι θα προκύψει μετά. Μπορεί και να μείνει μόνο το τέλος.

Τι γράφετε τώρα; 

Ένα ποιητικό βιβλίο με τον τίτλο «Μετά». Πρόκειται για το μετά της νύχτας, το μετά της καταστροφής, το μετά το τέλος. Κάποτε βρίσκεσαι με τα κόκκαλα στο χέρι, ο νεκρός είναι ήδη γεγονός. Θα πρέπει να αποφασίσεις αν θα τα πλύνεις με κρασί ή αν θα τα πετάξεις. Είναι, θέλω να πιστεύω, η φυσική συνέχεια του «Πιο νύχτα δεν γίνεται».

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αν αρχίσω με τις ερωτήσεις, δεν θα τελειώσουμε ποτέ. Οι ερωτήσεις είναι το σημείο που τα καταφέρνω καλύτερα. Στις απαντήσεις δυσκολεύομαι – γιατί μάλλον δεν υπάρχουν.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν και το διαδικτυώνεσθαι γενικότερα;

Έχω μόνο ένα blog το οποίο χειρίζομαι, σχεδόν σε καθημερινή βάση, με μεγάλη δυσκολία. Δεν θέλω να εξοικειωθώ περισσότερο. Συνεχίζω να ακούω μουσική από βινύλια και καμιά φορά γράφω επιστολές που στέλνω με το ταχυδρομείο. Νομίζω ότι έτσι υπερασπίζομαι μια εποχή ήδη νεκρή. Αλλά, όλοι κάτι δεν νομίζουν;

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Με χαρά και ανακούφιση. Είναι πολύ σπουδαίο να είσαι νέος. Αντίθετα, δεν θεωρώ και τόσο σπουδαίο το να είσαι συγγραφέας. Απλώς, γερνάς γρηγορότερα. Έχοντας επιβαρύνει τον εαυτό σου με μια επιπλέον ματαιοδοξία.

Σημ.:  Το ιστολόγιο του συγγραφέα εδώ. Επίσης, 10 πιθανοί λόγοι για τους οποίους ο έρωτας απουσιάζει, ένα παλαιότερο κείμενο του συγγραφέα, στο συγγενές μας mic.gr, εδώ.