Στο αίθριο του Πανδοχείου, 31. Κώστας Καβανόζης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Είναι αρκετοί και έρχονται κυρίως από παλαιότερα διαβάσματα. Δεν μπορώ, ας πούμε, να ξεχάσω τον Λουντέμη και την παρέα που μου έκανε στα πρώτα χρόνια της εφηβείας μου, ούτε βεβαίως τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη. Τον Σολωμό, τον Καβάφη και τον Καρούζο επίσης, αν μου επιτρέπεται να αναφέρω και ποιητές, και ακόμα τον Γονατά, τον Βαλτινό, τον Χατζή, τον Φραγκιά. Οι «φίλοι» όμως που κάνω τελευταία είναι συνήθως ξένοι όπως ο Μούζιλ, ο Μισόν, ο Ζέμπαλντ, ο Ροτ, ο Σελίν.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Με τη σειρά που τα διάβασα στη ζωή μου ξεκινάω από το «Ένα παιδί μετράει τα άστρα» του Λουντέμη, περνάω στο «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων» του Μάρκες και στο «Περί τυφλότητας» του Σαραμάγκου και καταλήγω στο «Βίοι ελάσσονες» του Μισόν. Σίγουρα δε θα είχα τις ίδιες εντυπώσεις αν τα διάβαζα τώρα, νομίζω όμως ότι με καθένα από αυτά τα βιβλία συναντήθηκα ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε. Δε θα μπορέσω επίσης ποτέ να ξεχάσω το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Σελίν και το «Εμβατήριο του Ραντέτσκυ» του Γιόζεφ Ροτ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θα αναφέρω «Το μοιρολόι της φώκιας» και «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον». Τα θεωρώ αξεπέραστα. Αναζητώ επίσης τον τίτλο ενός εξαιρετικού διηγήματος του Καστίγιο που διάβασα πριν από αρκετά χρόνια σε κάποιο έντυπο που δεν μπορώ να θυμηθώ. Δε με πειράζει όμως, ξέρω ότι υπάρχει και ότι το έχω διαβάσει.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Με γοήτευσε από το πρώτο του κιόλας βιβλίο και συνεχίζει να με γοητεύει η γραφή του Ηλία Παπαμόσχου. Θυμάμαι επίσης ότι παρακαλούσα να μην τελειώσει η «Λούπα» του Φώτη Θαλασσινού όπως και η «Σκεπή» του Πέτρου Κουτσιαμπασάκου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Νέα τους μπορεί να μην έχω, με ακολουθούν όμως συχνά. Όταν έγραφα το «Του κόσμου ετούτου» ερχόταν και με έβρισκε η πεσμένη στις μαργαρίτες της αυλής της γριά ψάλτρα, γύρω απ’ το ανήμπορο σώμα της οποίας ξετυλίγεται όλη η ιστορία. Τώρα, όσο κι αν επιμένω να του υπενθυμίζω ότι είναι περίοδος αργίας, δεν παύει να επιζητεί την προσοχή μου ο σημαδεμένος άντρας της, την ώρα που έχοντας το μαχαίρι του στο λαιμό του επταδάκτυλου παπά τους τον αναγκάζει να του δώσει την ευλογία του για να βουτήξει για το σταυρό στο μανιασμένο ποτάμι. Υπάρχει επίσης κι ο κουλουρτζής Μπαμπανίκης από το «Όλα τα λάφια». Είχαμε περπατήσει παρέα ένα βράδυ που δεν ήμουν στα σπουδαία μου από ψηλά στην Αγία Παρασκευή ως κάτω στην Κηφισίας. Κι ακόμα εκείνη η κακομοίρα η Τούλα από το «Χοιρινό με λάχανο». Συμβαίνει καμιά φορά να νομίζω ότι τη βλέπω στο δρόμο, πάντα όμως συνειδητοποιώ τελικά ότι έκανα λάθος. Δεν ξέρω γιατί, θυμήθηκα την «Εφεύρεση του Μορέλ» του Κασάρες τώρα. Νομίζω ότι οι ήρωές μου είναι καταδικασμένοι να πηγαινοέρχονται ξανά και ξανά επαναλαμβάνοντας τα ίδια μέσα στα περιορισμένα όρια της ιστορίας τους και γι’ αυτό ίσως να αισθάνονται ασφυκτικά και να προσπαθούν να διαμαρτυρηθούν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Όποτε συναντώ κάποιον χαρακτήρα που με γοητεύει, ζηλεύω που δεν είναι δικός μου. Ξεπερνιέται, ας πούμε, ο Ρασκόλνικοφ ή η μαντάμ Μποβαρύ; Πάντως με κανέναν ποτέ δεν κατάφερα να ταυτιστώ όπως με τον Μέλιο από το «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα». Ήμουν όμως δεκατεσσάρων και μπορούσα τότε. Και μια και γυρίσαμε τόσο πίσω, να σας εκμυστηρευτώ ότι στα δεκαοχτώ μου υπήρξα σφόδρα ερωτευμένος με τη Μαρίνα των βράχων. Ακόμα τη σκέφτομαι.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ναι, σε πολλά, ακόμα και δημοσίως, μολονότι ντρεπόμουν αρκετά γι’ αυτό. Ένιωθα κάπως σαν να ήμουν γυμνός, πίσω όμως δεν έκανα. Τελικά όλα τα συνηθίζει ο άνθρωπος. Παρόλ’ αυτά, χωρίς προσωπικό χώρο και απομόνωση, δε νομίζω ότι θα μπορούσα να λειτουργήσω μακροπρόθεσμα. Λογικό δεν είναι;

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Μ’ αρέσει –δε νομίζω ότι μπορώ να κάνω κι αλλιώς δηλαδή–  να ξεκινάω κι όπου βγω. Να ξεκινάω από μια σύντομη φράση ή από μια εικόνα που έχει καρφωθεί στο μυαλό μου. Το «Του κόσμου ετούτου» για χρόνια ήταν μόνο η εικόνα της πεσμένης στις μαργαρίτες γριάς ψάλτρας, με τα ολόλευκα μακριά μαλλιά της αφημένα στον αέρα και το δαιμονικό γαντζωμένο πάνω τους. Τίποτα άλλο. Ήξερα όμως ότι η ιστορία ήταν κρυμμένη εκεί μέσα και ότι όφειλα να την ανακαλύψω. Σπανίως γνωρίζω, ακόμα και όταν έχω προχωρήσει αρκετά, τι θα συμβεί παρακάτω. Και δεν μπορώ ποτέ να φτάσω στο τι θα πω, αν ταυτόχρονα δε βρω το πώς θα το πω. Όταν μπλοκάρω, επιμένω ανοήτως να χτυπιέμαι στο γραφείο μου κι όταν κάποια στιγμή το συνειδητοποιώ αυτό, με παίρνω με το ζόρι απ’ το χεράκι και με βγάζω μια βόλτα.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Κατά την ανάγνωση πάντα, κατά τη γραφή ποτέ. Όταν διαβάζω είναι σαν να ζητάω επίμονα συντροφιά, όταν γράφω είναι σαν να μη θέλω να δω άνθρωπο μπροστά μου. Εγωιστικό και αυτάρεσκο ίσως, δεν αντιλέγω. Όσο για μουσικές επιλογές, παρήλθε ο καιρός που διάλεγα τι θα βάλω στο σιντί ή στο πικάπ. Τώρα απλώς μου αρέσει να ακούω ραδιόφωνο και συχνά προτιμώ το «Τρίτο».

Το πρώτο σας πεζογραφικό βιβλίο «Χοιρινό με λάχανο» καλολογήθηκε δεόντως από αναγνώστες, επαγγελματίες και ερασιτέχνες. Μετά εξαφανιστήκατε. Ποιος ο λόγος, ποιες οι ασχολίες σας;

Μολονότι δε βλέπω το κακό σε αυτό, δε θα έλεγα ότι εξαφανίστηκα. Έκανα πεντέμισι χρόνια να βγάλω βιβλίο, είχα όμως δημοσιεύσεις διηγημάτων σε περιοδικά, όπως και στον πρώτο τόμο της σειράς Hotel από τις εκδόσεις Πατάκη («Με τον Γ. Μ. Βιζυηνό, αλλά και χωρίς αυτόν»). Μπορούσα να έχω εκδώσει ένα βιβλίο με διηγήματα δυο τρία χρόνια πριν από το «Του κόσμου ετούτου», μάλλον όμως θα το κάνω εκ των υστέρων. Η αλήθεια είναι ότι κυρίως έγραφα αυτό το διάστημα και δεν είχα ούτε τη διάθεση ούτε το χρόνο να βγω προς τα έξω.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

«Του κόσμου ετούτου» όπως προείπαμε, από τον «Κέδρο», μυθιστόρημα. Η ιστορία είναι από τη Θράκη, την πατρίδα μου, και μιλάει για ένα ποτάμι, ευνόητο ποιο. Οι ήρωες βγαίνουν κατευθείαν από την παιδική μου ηλικία, είναι μορφές υπαρκτές που ανακάλεσα και μου αφηγήθηκαν την αλλόκοτη ιστορία τους. Ο κουτσός γκαϊντατζής και ο πατέρας του που του έκοψε το πόδι και του έφτιαξε την γκάιντα μ’ αυτό, η στέρφα μαμή που τη σκότωσε ο άντρας της, ο σημαδεμένος από τη σφαγή του βουβαλιάρης που παντρεύτηκε την ψάλτρα, η ψάλτρα τέλος που την ίδια μέρα έχασε πρώτα το αβάφτιστο βρέφος της και μετά τον άντρα της στο ποτάμι κι έζησε χρόνια μονάχη με το αμίλητο δαιμονικό να πεταρίζει από γύρω της. Κι όλα αυτά μέσα στο διωγμό από τους αλλόπιστους, στο αναγκαστικό πέρασμα από την όχθη της γέννησής τους στην όχθη του θανάτου τους. Τα όσα γίνονται μπορεί να τα έχω επινοήσει, είναι όμως κατά κάποιο τρόπο αυτά που έβλεπα και άκουγα και φοβόμουν και αγαπούσα ως παιδί μαζί με την αίσθηση της οριστικής τους απώλειας. Είναι ο τόπος και ο χρόνος στον οποίο δε θα ξαναγυρίσω ποτέ. Η νοσταλγία της παιδικής ματιάς και η απάτη της μνήμης.

«Του κόσμου ετούτου» (Κέδρος, 2009) λοιπόν: Εδώ φτάνετε σε μια θυελλώδη χρήση της γλώσσας. Απαιτείτε τη μέγιστη προσοχή του διαβαστή, προτού κολυμπήσει σε πάσης φύσεως λέξεις, εκφράσεις και νοήματα. Πώς συνέβη όλο αυτό; Πόσο επίπονη ή μη ήταν η δημιουργία του; Τι πρέπει να γνωρίζουμε προτού εισέλθουμε;

Το βιβλίο είναι γεμάτο εικόνες που φτιάχνονται από λέξεις παράξενες. Σχεδόν στο σύνολό του είναι έμμετρο και με ιδιαίτερη γλώσσα, γλώσσα που απαιτεί, στην αρχή τουλάχιστον, κόπο. Έπρεπε όμως να γραφτεί έτσι, γιατί έτσι μόνο θα έλεγε αυτό που είχε να πει. Το περιεχόμενό του δεν είναι μόνο το τι συμβαίνει με τους ήρωες, είναι και το ύφος του και οι εικόνες που αυτό το ύφος φτιάχνει. Οι λέξεις του είναι επιλεγμένες μία προς μία. Αν αλλάξεις μια λέξη, αλλοιώνεται και η εικόνα την οποία αυτή η λέξη στηρίζει, αλλοιώνεται και το συμβάν το οποίο αυτή η λέξη εξιστορεί. Η συγγραφή του κράτησε περίπου εφτά χρόνια κι όταν το τέλειωσα ήμουν πανευτυχής που δε θα έγραφα πια. Το κλειδί για ορισμένους που δυσκολεύτηκαν ήταν να το διαβάσουν δυνατά, απαγγέλλοντάς το. Άλλοι πάλι το ξεκλείδωσαν μόλις βρήκαν το μέτρο ή τη μουσική του κι άλλοι ενέδωσαν από την πρώτη στιγμή στις εικόνες και τη γλώσσα του και προχώρησαν στην ιστορία, κι ας μην καταλάβαιναν όλες τις λέξεις. Υπάρχουν φυσικά και αυτοί που απλώς το εγκατέλειψαν.

Πώς βιοπορίζεστε;

Δούλευα χρόνια σε φροντιστήριο. Με το που τέλειωσα το βιβλίο έδωσα ΑΣΕΠ και τώρα ζω και δουλεύω ως φιλόλογος στη Σέριφο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το «Μεταφυσικές εντυπώσεις απ’ τη ζωή ως το θέατρο» του Νίκου Καρούζου. Και κάποιες μικρές ιστορίες του Φώκνερ.

Τι γράφετε τώρα;

Απολύτως τίποτα, ενάμιση χρόνο μετά ακόμα νιώθω μπουχτισμένος από το γράψιμο. Το έχω ρίξει (κυριολεκτικά) στο ψάρεμα. Αν είναι να έρθει, καλοδεχούμενο.

Τι άλλο θα θέλατε να σας ρωτήσουμε αλλά σας απογοητεύσαμε;

Αν έφτασα κάπου γράφοντας το «Του κόσμου ετούτου». Δεν ξέρω όμως να σας απαντήσω, οπότε μάλλον κι εγώ σας απογοητεύω. Ξέρω απλώς να πω ότι με τα μυαλά που έχω τώρα θεωρώ πως το να γράφεις δεν είναι και τίποτα σπουδαίο. «Πρώτα έρχεται να ζεις. Τη φτώχεια γράφοντας μαθαίνεις της γραφής», που λέει κι ο Λορεντζάτος. Όταν γράφεις, ωστόσο, δε γίνεται να μη νιώθεις ότι κάνεις το πιο σημαντικό πράγμα που θα μπορούσες να κάνεις.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 30. Γιώργος Παναγιωτίδης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.
Αγαπημένος πάει να πει σχέση πάθους, κάποιος που κάποτε και για κάποιους λόγους τον αγαπάς ενώ άλλοτε, ίσως και για τους ίδιους λόγους, τον μισείς. Δεν παραλείπω ν’ αναφέρω όταν με ρωτούν, τον Γιώργο Χειμωνά, τον Δημήτρη Δημητριάδη και πηγαίνοντας πιο πίσω, ίσως και πιο μπροστά, στο χρόνο, τον Franz Kafka. Πατερούλη αποκαλώ το Διονύσιο Σολωμό, όχι βέβαια γιατί είναι ο «εθνικός» μας ποιητής αλλά για τη «Γυναίκα της Ζάκυνθος»

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.
Η Κάθοδος των Εννιά του Θανάση Βαλτινού, Τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, Η κυρία Νταλογουέι της Virginia Woolf, Η Δίκη του Franz Kafka, Το Τρίτο Στεφάνι του Κώστα Ταχτσή, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια του Ομήρου, η Έρημη Χώρα του T. S. Eliot και τα αναφέρω χωρίς σειρά, περισσότερο αυθόρμητα όπως το θέλει η ψυχανάλυση.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Τα διηγήματα του Γεωργίου Βιζυηνού «Το αμάρτημα της μητρός μου» και «Το μόνον της ζωής του ταξίδιον», τα διηγήματα του Anton Chekhov, του Edgar Allan Poe και του Franz Kafka.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Ο Γιώργος Χειμωνάς κι αντί να πω κάτι γι’ αυτόν, πέρα από το ότι έφυγε νωρίς, παραθέτω ένα απόσπασμα από το «Γιατρό Ινεότη». «Πρόκειται να έρθει το νέο είδος των ανθρώπων, ένα άλλο είδος ξαφνικό. Μια νέα ράτσα κι απόλυτοι θα έχουν μια αφάνταστη τελειότητα. Οι παλιοί άνθρωποι κι αυτός ο τρομαγμένος λαός θα πρέπει να εξαφανιστούν. Κανονίστηκε να πεθάνουν σε μια ορισμένη μέρα. Αλλά πρέπει να γυρίσουν ο καθένας στον τόπο του κι εκεί να πεθάνει. Ο Γιατρός Ινεότης βγαίνει και πηγαίνει κι αυτός με τον κόσμο. Έχει σύντροφο έναν γύφτο που ακόνιζε μαχαίρια. Όταν ήρθε η ώρα να πεθάνουν , έμαθαν πως δεν θα πεθάνουν με φυσικό θάνατο και χωρίς να πονέσουν, όπως τους είχαν πει. Αλλά με υπολογισμένο και βασανιστικό θάνατο σαν να τους τιμωρούσαν…».

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Το ότι γράφοντας ένα μυθιστόρημα, οι ήρωές του αποκτούν στην πορεία σάρκα και οστά και σε ακολουθούν, συζούν μαζί σου, δεν με εντυπωσιάζει. Είναι θαυμαστό όμως το πώς αυτονομούνται κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Μπορούν να σε αναγκάζουν ακόμα και ν’ αλλάξεις την εξέλιξη της ιστορίας σου. Πολλές φορές νιώθεις πως είσαι ένας υπηρέτης τους. Αφού τελειώσει το μυθιστόρημα παγιώνονται. Σα να κλείνονται σ’ ένα κιβώτιο και η τελεία στο τέλος του μυθιστορήματος τους κρατά εκεί μέσα άφθαρτους και σαν τιμωρημένους, να επαναλαμβάνουν ξανά και ξανά τις ίδιες πράξεις. Βέβαια κάποιοι απ’ αυτούς θα επιστρέψουν στο επόμενο μυθιστόρημα να σε βρουν και πάλι, σα να δικαιούνται μια δεύτερη ζωή, μια δεύτερη ευκαιρία.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Η μαντάμ Μποβαρί, η κυρία Νταλογουέι και ο Γκρέγκορ Σάμσα που ξύπνησε ένα πρωινό από κακό όνειρο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε γιγάντια κατσαρίδα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Παλιότερα είχα ένα πρόβλημα ακόμα και με τα σπίτια. Έχω αλλάξει όχι και λίγα. Αργότερα έγραψα και σε ξενοδοχεία κάνοντας διακοπές. Το πιο περίεργο ήταν όταν φοιτώντας στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα δημιουργικής γραφής «αναγκάστηκα» να γράψω σε μια αίθουσα μαζί με άλλους και μάλιστα κατά παραγγελία.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Έχω τη διαστροφή του συγγραφέα να παρακολουθώ εξονυχιστικά και σε βάθος τις ζωές των άλλων αλλά και τη δική μου. Συλλέγω συνεχώς. Μ’ ενδιαφέρουν και τα ελάχιστα καθημερινά που συγκινούν τους ανθρώπους. Αφήνω πολύ καιρό πράγματα, καταστάσεις και ήρωες να ωριμάσουν μέσα μου πριν καθίσω να γράψω ή για να είμαι ακριβέστερος, να πληκτρολογήσω. Απεχθάνομαι την αταξία του χειρόγραφου. Μικρότερος έγραφα σε γραφομηχανή. Τώρα πια είμαι ερωτευμένος με την οθόνη των υπολογιστών.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Κάθε ποίημα έχει τη μουσική του την οποία και «ξανακούω» κάθε φορά που το διαβάζω μετά. Η μουσική μου είναι άκρως απαραίτητη όταν γράφω. Κάτι σαν soundtrack του κειμένου που γράφω. Μπορώ να εξομολογηθώ για παράδειγμα πως για το μυθιστόρημα «Ερώτων και αοράτων» άκουγα σχεδόν αποκλειστικά Dead can dance και Liza Gerrard.

Ερώτων και αοράτων. Πότε γράφτηκε, υπό ποιες συνθήκες και πόθους; συγγράφηκε. Τώρα με μια χρονική απόσταση πώς σκέφτεστε την «αναπάντεχη», όπως χαρακτηρίστηκε, βράβευσή του;
Το «Ερώτων και αοράτων» ξεκίνησα να το γράφω το 2003 και τελείωσε μαζί με το 2006. Προέρχομαι από την ποίηση. Θεωρώ ότι στην εποχή μας είναι απολύτως ξεχασμένη. Τα νέα παιδιά δεν τη θέλουν και δεν τη γνωρίζουν. Έβαλα ένα στοίχημα με τον εαυτό μου να την παντρέψω με τη μορφή του μυθιστορήματος. Χρησιμοποίησα το μυθιστόρημα ως πολιορκητικό κριό. Υπήρξαν και κάποιες αντιδράσεις. Κάποιοι «θύμωσαν» όταν την διέκριναν σ’ ένα κείμενο που πρότεινα ως μυθιστόρημα. Στην ουσία η σκέψη μου είναι πάντα στη γλώσσα και στις δυνατότητές της. Η λογοτεχνικότητα είναι απλώς ένα αποτέλεσμα και μάλιστα ιδιαίτερα υποκειμενικό. Είχα στο νου μου την λογοτεχνική μας παράδοση, το Διονύσιο Σολωμό, τις παραλογές, το δημοτικό τραγούδι, την Αγία Γραφή. Οι περισσότεροι που γράψανε για το «Ερώτων και αοράτων» τα διέκριναν αυτά και ένιωσα δικαιωμένος. Το βραβείο μυθιστορήματος ήταν αναπάντεχο περισσότερο γιατί δεν υπήρξε ίχνος διαφήμισης για το βιβλίο μου σε αντίθεση με άλλα βιβλία της τότε short list του «Διαβάζω». Εκ των υστέρων θεωρώ σχεδόν επαναστατική την «απόφαση» της τότε κριτικής επιτροπής να το βραβεύσει.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Το «Ερώτων και αοράτων» έμοιαζε γλωσσικά και θεματικά λίγο παλαιικό. Αυτό που γράφω τώρα έρχεται από την αντίθετη πλευρά του χρόνου. Δεν θα μπορούσα ν’ αποκαλύψω το θέμα μου, περισσότερο γιατί προτιμώ να είναι ακόμα ρευστό. Ο ήρωάς μου είναι ένα δωδεκάχρονο παιδί. Εδώ και πολύ καιρό ζει μαζί μου.

Πώς βιοπορίζεστε;
Διδάσκω. Διδάσκω στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση κι επειδή θα ήταν αστείο να ισχυριστεί κανείς πως μπορεί έτσι να βιοποριστεί, θα πρέπει να ομολογήσω ότι επίσης διδάσκω ελληνικά σε ξένους ως δεύτερη γλώσσα και δημιουργική γραφή. Με μια λέξη, διδάσκω.

Η ενασχόλησή σας με την διδασκαλία σε δημοτικό σχολείο εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο στην συγγραφική διαδικασία ή πρόκειται για δυο χωριστούς κόσμους;
Θα ήταν ψέμα αν έλεγα πως η εργασία δεν επηρεάζει τη συγγραφή. Τα παιδιά είναι σπουδαίο υλικό και ισχυρή θετική κινητήρια δύναμη. Θυμάμαι το πόσο υπερήφανοι νιώθανε οι μαθητές μου τη χρονιά της βράβευσης του βιβλίου μου χωρίς να καταλαβαίνουν καλά καλά περί τίνος επρόκειτο. Να σημειώσω όμως πως η «αχαριστία» του ελληνικού κράτους, η «επιβράβευση» που επιφύλασσε σε όλους εμάς της εκπαίδευσης και όχι μόνο, με χρόνια προσφοράς, με ωραιότατες περικοπές και δεν αναφέρομαι μόνο στους μισθούς, είναι ένα γεγονός που με απογοητεύει βαθιά. Είμαστε οι τελευταίοι που ευθυνόμαστε για μια κρίση και οι πρώτοι που την πληρώσαμε. Πρόκειται για μια κρίση αξιών στην ουσία και δευτερευόντως οικονομική. Στην εκπαίδευση μικρός μπήκα από ιδεολογία. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα πλουτίσω αλλά ούτε ότι θα φτωχύνω.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Θα φανεί περίεργο αλλά αυτόν τον καιρό τη λογοτεχνία την παρακολουθώ κυρίως από τα λογοτεχνικά περιοδικά. Διαβάζω περισσότερο πράγματα που θα με βοηθήσουν στη συγγραφή του νέου μου βιβλίου. Η μελέτη και η έρευνα, όταν καταπιάνεσαι με ένα θέμα, θεωρώ πως είναι άκρως απαραίτητη. Διαβάζω λοιπόν βιβλία για την τεχνολογία.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν.
Το ιστολόγιο είναι μια σπουδαία δυνατότητα. Με ενθουσιάζει η αμεσότητα και η δυναμική της επικοινωνίας με τον αναγνώστη. Κάποιες φορές πανικοβάλλομαι στην ιδέα πως το βιβλίο πεθαίνει. Από την άλλη σκέφτομαι πως η λογοτεχνία θα είναι πάντα παρούσα με κάποιον τρόπο. Στον ιστό έχει τη δυνατότητα να το επιχειρήσει ο καθένας. Να «δημοσιεύσει» χωρίς να ψάξει εκδότη. Ίσως έτσι γεμίσουμε κάποια στιγμή με σκουπίδια. Από την άλλη είναι δικαίωμα του καθενός να γράφει και είναι επίσης απολύτως σεβαστός ο κόπος του. Το γράψιμο εξάλλου είναι εκτός των άλλων θεραπευτικό.

Έχετε γράψει πεζογραφία και ποίηση. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί του άλλου;
Δεν μπορώ να βάλω στεγανά στον τρόπο της έκφρασής μου. Πολλοί συνθέτες γράφουν και τους στίχους ή ακόμα και τραγουδούν οι ίδιοι. Πολλοί ηθοποιοί γράφουν ή σκηνοθετούν. Η ποίηση και η πεζογραφία δεν έχουν πιστεύω τελικά τόσο μεγάλη απόσταση μεταξύ τους. Η ισορροπία μεταξύ των δύο είναι ενδιαφέρουσα και δημιουργική.

Η συμμετοχή στην συντακτική ομάδα ενός λογοτεχνικού περιοδικού (στην δική σας περίπτωση ο Μανδραγόρας) τι είδους πνευματικές τέρψεις προσφέρει;
Μετά από δέκα χρόνια συμμετοχής μου στη συντακτική ομάδα του «Μανδραγόρα» διαπίστωσα έντρομος ότι με αναγνώριζαν ως κριτικό ποίησης. Αυτό δεν ήταν ποτέ μια από τις προσδοκίες μου. Έκρινα κάποτε αυστηρά, ψυχαναλυτικά, φιλολογικά, γλωσσικά τα κείμενα και δεν λογάριαζα τον παράγοντα άνθρωπο. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως ο κόπος και ο πόνος του καθενός θα πρέπει να είναι σεβαστός. Κριτικός μπορεί να είναι μόνο ο χρόνος. Νιώθω όμως ικανοποιημένος γιατί με κάποιον τρόπο ανακάλυψα και μίλησα για νέους ποιητές που τώρα πια κάνουν σημαντικά πράγματα, όπως ο Γιάννης Αντιόχου, ο Βασίλης Αμανατίδης, ο Γιώργος Λίλης, και νιώθω δικαιωμένος μ’ αυτό.

Στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού (δε)κατα (τ. 21, άνοιξη 2010, αφιέρωμα στην Ζωή του Συγγραφέα) δημοσιεύεται ένα μεγάλο κείμενο του Louis Menand σχετικά με το αν πρέπει ή όχι να διδάσκεται η δημιουργική γραφή. Ποια είναι η δική σας γνώμη και τι σχετικές εμπειρίες έχετε;
Η δημιουργική γραφή ασφαλώς και διδάσκεται. Η έμπνευση όχι. Ο πρώτος μου στόχος πάντως, όταν διδάσκω δημιουργική γραφή, είναι ο καλός αναγνώστης. Πάντως γίνεται λόγος για κάτι που στην Αμερική και την Ευρώπη είναι διαδεδομένο εδώ και δεκαετίες. Στην ουσία πρόκειται για συστηματική εξάσκηση και ανατροφοδότηση. Κάτι δηλαδή άκρως απαραίτητο για τους συγγραφείς. Σπούδασα δημιουργική γραφή μετά τη βράβευση του «Ερώτων και αοράτων». Με κάθε τρόπο νιώθω πολύ πιο στέρεο πια το έδαφος κάτω από τα πόδια μου ή πολύ πιο γεμάτες τις αποσκευές μου.

Φέτος ανέβηκε και το θεατρικό σας έργο «Η Γριά Μώρα». Ένα άλλο είδος γραφής διεκδικεί θέση ανάμεσα στα προηγούμενα δυο;
«Η γριά Μώρα» με «ω» από το μωρός ή με «ο» από τις σλάβικες καταβολές της, είναι ένα εκτενές ποίημα, δημοσιευμένο μάλιστα στην τελευταία «Ποιητική», που εξαιτίας ενός φίλου μπήκα στον πειρασμό να το μεταγράψω ως θεατρικό. Το αποτέλεσμα δεν μπορώ να πω ότι με ικανοποίησε. Όμως, το έχω ξαναπεί, δεν πιστεύω πως υπάρχουν στεγανά μεταξύ των λογοτεχνικών ειδών. Ίσως ένας ορίζοντας που συνεχώς μετατίθεται, αλλά όχι στεγανά.