Charles Ludlam – Η Κατάρα της Ίρμα Βεπ

Θέατρο Ροές

Είσαι η ζωντανή διακωμώδηση των ιδανικών σου. Ειδάλλως, τα ιδανικά σου είναι πολύ χαμηλά.  / Η κατάπτωση (bathos, το αντίθετο του pathos [κορύφωση]) είναι ό,τι προτίθεται να είναι λυπηρό, αλλά λόγω υπερβολικής έκφρασης γίνεται κωμικό. Η κορύφωση (pathos) είναι ό,τι προτίθεται να είναι κωμικό, αλλά λόγω υπερβολικής έκφρασης γίνεται λυπηρό Μερικά πράγματα μπορεί να μοιάζουν αντίθετα, είναι όμως διαφορετικές εντάσεις του ίδιου πράγματος (Τσαρλς Λάντλαμ, Μανιφέστο του Γελοίου Θεάτρου, αρ. 1 και 5).

Στη σκηνή μπροστά μας ένα σαλόνι με γκριζοασπρόμαυρους χρωματισμούς, μια τεράστια ως το πανύψηλο ταβάνι βιβλιοθήκη, αινιγματικές πολυθρόνες, μια ευτραφής κυρία στο κάδρο, ένα βάζο με φλόγα, τρεις μυστηριώδεις πόρτες, ο ήχος της βροχής και η αντανάκλαση του κεραυνού. Αυτό που θα συμβεί εδώ σε λίγη ώρα είναι αδιανόητο, είναι π.π.π. – πέραν πάσης περιγραφής. Αλλά πρέπει να πάμε πέρα από αυτό το πέραν και να προσπαθήσουμε να το περιγράψουμε.

Μιλάμε για μια ευφυέστατη, απολαυστική σάτιρα σωρείας θεατρικών και κινηματογραφικών ειδών και στιλ – από την ελισαβετιανή δραματουργία και το βικτωριανό μελόδραμα ως το γκροτέσκο κι από την παρωδία και την λογοτεχνία του φανταστικού και του τρόμου ως τον χιτσκοκικό κινηματογράφο. Εδώ ο Δράκουλας ξαναζεί, ο Φρανκεστάιν βρίσκει ένα ζεστό σπιτικό, κι οι λύκοι αισθάνονται ασφαλείς. Εδώ ο Μπάστερ Κήτον σκάει ένα χαμόγελο κι οι Αδελφοί Μαρξ ετοιμάζονται να ξαναβγούν στη σκηνή. Εδώ τα κόμικς ζουν την τιμητική τους, το γκόθικ είναι στο στοιχείο του και στοιχειώνει κάθε αστοιχείωτο. Εδώ ο Πόε κυκλοφορεί σαν την άδικη…κατάρα (αν και δεν πρέπει να λέγονται ειδικά τώρα τέτοιες λέξεις) και ανάμεσα στους ανατριχιαστικούς θορύβους (μέχρι και το κοκκινωπό φυτό στριγκλίζει όταν του ρίξεις κρυφά το άθλιο κρασί που σου σέρβιραν) ακούγεται κι εκείνος του μολυβιού του Χίτσκοκ. Εδώ το Αλλόκοτο παίρνει σάρκα και οστά κι επίσης μερικές περούκες.

Το έργο είναι γραμμένο για δυο ηθοποιούς και …οκτώ χαρακτήρες, τους οποίους καλούνται να εναλλάσσουν με φρενήρεις ρυθμούς. Αντιλαμβάνεστε ότι μιλάμε για την έσχατη δοκιμασία ενός ηθοποιού, που δεν οφείλει απλώς να ταλαντώνεται από το ένα φύλο στο άλλο και την μία περσόνα στην άλλη (και μάλιστα σε χαρακτήρες τουλάχιστον ιδιόρρυθμους και «ψυχικά ιδιαίτερους») αλλά και να το κάνει σε κλάσματα δευτερολέπτου, καθώς τρυπώνει στην μία πόρτα ως ένας και βγαίνει από την άλλη ως άλλος. Ακριβώς: Μόνο γιορτές δεν θα ’χουμε απόψε!

Τι συμβαίνει λοιπόν; Βρισκόμαστε στην απομονωμένη οικία Μάντακρεστ όπου ζει συντετριμμένος από τον θάνατο της γυναίκας του Λαίδη Ίρμα o Έντγκαρ, αποφεύγοντας την δεύτερή του σύζυγο Λαίδη Άλμπα (ήδη φανερό στην εξαιρετική σκηνή με τον ταχύτατο ψεύτικο συν-οργασμό τους πάνω απ’ τα ρούχα). Η παρουσία της νεκρής Λαίδης είναι καταπιεστική, δεν τολμούν ούτε να φιληθούν μπροστά στο κάδρο της, όπου μια φλογίτσα καίει αιώνια. Οικιακοί στυλοβάτες η οικονόμος Τζέιν Τουίσντεν (διαβάζει Καζαμία, Σταυροφορίες, Αναρίθμητα Εγχειρίδια για Κυρίες!), εφιαλτική παρουσία που εντοπίζει με κακία και με μόνιμα μισόκλειστο μάτι κάθε διαφορά ανάμεσα στις δυο Κυρίες, Ως εδώ βρισκόμαστε μέχρι τον λαιμό στην νουβέλα Ρεβέκκα της Δάφνης ντι Μωριέ, με τις περιπέτειες της δεύτερης γυναίκας του κυρίου Maxim de Winter, που ζει κάτω από τη σκιά της πρώτης κυρίας de Winter, Rebecca, που πέθανε με μυστηριώδη τρόπο. Η πρώτη τετράδα συμπληρώνεται με τον υπηρέτη Ίγκορ Άντεργουντ με το ένα ξύλινο πόδι (το αληθινό του αναπαύεται κάπου έξω, σε στομάχι λύκου). Η δεύτερη πρέπει να μείνει ακατονόμαστη.

Περί φάρσας πρόκειται, όχι περί κατηχητικού. Να επιδεικνύετε ηδονιστικό υπολογισμό. Να τεστάρετε μια επικίνδυνη ιδέα, ένα θέμα που απειλεί να σας καταστρέψει ολόκληρο το σύστημα αξιών. Να φέρεστε στο υλικό με τρελά φαρσικό τρόπο, χωρίς όμως να χάνετε τη σοβαρότητα του θέματος Να δείχνετε πως το παράδοξο καταλαμβάνουν το μυαλό. Να αυτοτρομάζεστε (Τσαρλς Λάντλαμ, Μανιφέστο του Γελοίου Θεάτρου, Οδηγίες χρήσεως).

Άνθρωποι χαμαιλέοντες με ψυχισμούς ποταπούς παίζονται και περιπαίζονται από υποκριτές πολυπρισματικούς που μιλούν με χίλιους τρόπους, στόμφους, χειρονομίες, υπερβολές και αναστεναγμούς σε εξαιρετικά υποκριτικά σόλο. Όταν κάποια στιγμή η Οικία χαρακτηρίζεται ως παράδεισος για μισάνθρωπους και καταφύγιο από τις κακές γλώσσες καταλαβαίνουμε πως αυτός είναι ο παράδεισος για τις δικές τους κακές γλώσσες και το καταφύγιο για τους ιδανικούς μισανθρώπους που είναι οι ίδιοι. Ακόμα και τα πιο παράλογα πλοκάμια της πλοκής έχουν την δική τους λογική και τις δικές τους συναρπαστικές σκηνές (όπως η ξαφνική χαμηλόφωνη ερμηνεία ή τα σχόλια που υπονομεύουν τους ίδιους τους ρόλους ή οι κραυγαλέοι αιγυπτιακοί χοροί στα έγκατα της ανασκαφής) και τα δικά τους αμέτρητα λογοπαίγινια. Όλες οι αναφορές απορροφώνται στη χοάνη του εφιαλτικού σαλονιού, μασκαρεμένες βέβαια με cross dressing (θεατρικό – και όχι μόνο – στοιχείο που συνάρπαζε τον Λάντλαμ, γι’ αυτό και έθετε ως όρο για τα δικαιώματα του έργου να παίζεται μόνο από άντρες).

Όπως τόσοι και τόσοι ισχυρίζονται ότι πιστεύουν στο Θεό, και τον ακυρώνουν με κάθε τους πράξη, έτσι και οι άλλοι που λένε πως δεν πιστεύουν, με την κάθε τους πράξη στηρίζουν την πίστη (Τσαρλς Λάντλαμ, Μανιφέστο του Γελοίου Θεάτρου, αρ. 3).

Στο τέλος και μετά από μια ακόμα αβυσσαλέα ανατροπή – την καλύτερη όλων – το ζεύγος αναγαλλιάζει αγκαλιαζόμενο σε αργή κίνηση, μπροστά στη νέα του ζωή: Έχουμε πολλή δουλειά μπροστά μας – αλλά την έβδομη μέρα θα αναπαυτούμε. Ιδού ο Άνθρωπος που ως Θεός δημιουργεί την Ζωή του, επηρεάζει άλλες Ζωές και γράφει για Όλες μαζί. Τελειώσαμε; Όχι! Στον αποχαιρετισμό προς το κοινό επιτέλους ανοίγει το πίσω μέρος της σκηνής και βλέπουμε τι συνέβαινε και πώς δυο αφανείς σκηνίτες έκαναν τις πενήντα εφτά αστραπιαίες αλλαγές κοστουμιών των 8 χαρακτήρων. Και μετά το χαμόγελό μας ελαφρώς παγώνει καθώς οι Δύο πλησιάζουν στα καθίσματά μας για να μας διαολοστείλουν – πάντα με το ευπρεπές χαμόγελο της εποχής τους.

Ο Charles Ludlam (1943 – 1987) ωθήθηκε στην σκηνοθεσία όταν διέκρινε ο ίδιος και οι καθηγητές του πόσο υπερβολικός είναι ως ηθοποιός! Επηρεασμένος από τις παραστάσεις του Living Theater Ίδρυσε το ανεπανάληπτο Ridiculous Theatre Company για να στεγάσει το δικό του όραμα Αμερικανικής θεατρικής κωμωδίας, ως σύνθεσης «πνεύματος, παρωδίας, φάρσας, μελοδράματος και σάτιρας». Το πρώτο του έργο Big Hotel ήταν επηρεασμένο από το κόμικς και τις τηλεοπτικές διαφημίσεις, ήδη από το 1966! Το έργο ανέβηκε την χρονιά που γράφτηκε (1984) στο off – off-Broadway (σε μικρότερες του off-Broadway σκηνές) στο Greenwich Village/NYC με τον ίδιο τον συγγραφέα στον ρόλο της/των Λαίδης και έκτοτε παίχτηκε αμέτρητες φορές με τη μέγιστη επιτυχία. Πέθανε από AIDS αφήνοντας 29 έργα και τη συχνή φράση «κανενός δεν του έχουν υποσχεθεί το αύριο».

Παίζουν: Γεράσιμος Γεννατάς, Αντώνης Λουδάρος. Μτφ. Λάκης Λαζόπουλος,  Άκης Σακελλαρίου, Κων/νος Αρβανιτάκης, Μαριλένα  Παναγιωτοπούλου, σκηνοθ.: Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, βοηθ. σκηνοθ.: Γιώργος Τσάμης, κοστ.: Clare Bracewell, μακιγ.: Άγγελος Μέντης, περούκες: Χρόνης Τζίμας, σκην.: Λίλη Πεζανού, μουσ. επιμ.: Κώστας Σουρβάνος, παραγ.: Άκης Σακελλαρίου. / Πα – Κυ: 21.00 / Ιάκχου 16, Γκάζι, 210 3474312 / 120΄ / [The Mystery of Irma Vep, 1984]

Στις τελευταίες δυο φωτογραφίες: ο συγγραφέας και το πορτρέτο του ως Λαίδης Άλμπα από την Suki Weston.  Δημοσίευση και εδώ.

Νόελ Κάουαρντ – Ιδιωτικές ζωές

Θεατρικός Οργανισμός S.Τ.Ε.P., Θέατρο Άλμα, Β΄ Σκηνή

Στο Κολοσσαίο του Έρωτα

Όπως όλοι, κάποια στιγμή ας ζήσουμε την επιπολαιότητά μας και ας οικτίρουμε τους φτωχούς φιλοσόφους, ας σαλπίσουν οι τρομπέτες κι ας κροταλίσουν οι ροκάνες, ας χαρούμε τη γιορτή όσο κρατάει, σαν μικρά σκανταλιάρικα σχολιαρόπαιδα, ας φυλάξουμε τη γλύκα της στιγμής. Ας φιληθούμε, αγάπη μου, πριν σαπίσει το σώμα σου και σκουλήκια αρχίσουν να πετάγονται απ’ τις κόγχες των ματιών σου.

Αν συμφωνήσουμε πως ο Κάουαρντ είναι ένας απολαυστικά αιχμηρός θεατρογράφος, τότε οι Ιδιωτικές Ζωές του αποτελούν ένα αληθινό αντιπροσώπευμα της πένας του. Και μια πένα τόσο γλυκοδηλητηριώδης, δεν θα μπορούσε να μην έχει διαλέξει ως αγαπημένο της θέμα το ίδιο το γλυκό δηλητήριο ή το δηλητηριώδες γλυκό του έρωτα. Τον οποίο συνεχίζουμε να αναζητούμε για να καταβροχθίσουμε και να μας καταβροχθίσει – εν γνώσει μας. Περί αλληλοκαταβρόχθισης λοιπόν ο λόγος, αλλά όχι δραματικής ή μελοδραματικής· το αντίθετο: αν μιλάμε για ερωτικό κανιβαλισμό, τότε ας φανεί και η γελοία, η κωμική, ακόμα και η ξεκαρδιστική του πλευρά.

Πιάνεις λίγο το κλειδί, να βγάλω την αλυσίδα με την μπάλα απ’ το πόδι μου, να σου φέρω το πλεκτό που φτιάχνω για σένα και το λαμπαντέρ στο κεφάλι;

Η ιδέα βέβαια βασίζεται σ’ έναν γνώριμο διαχρονικό πυρήνα: ένα πρώην θυελλωδώς ερωτευμένο και νυμφευμένο ζευγάρι (Έλιοτ και Αμάντα) συναντιέται απροσδόκητα στο ίδιο ξενοδοχείο, όπου έχουν πάει για τον μήνα του μέλιτος με τους νέους πλέον συντρόφους τους (Σίμπιλ και Βίκτορ αντίστοιχα). Προτού αντιληφθούν την διαβολική συνύπαρξη, αποτελούν αντικείμενο συζήτησης και απέχθειας ο καθένας από τον πρώην εραστή του, ενώ μόλις την αντιληφθούν καταλαμβάνονται από ένταση και επιθυμία φυγής. Όταν όμως, τσακωμένοι με τους νυν συζύγους, βρεθούν δίπλα δίπλα στο μπαλκόνι, τους περιμένει η αντίστροφη [ανα]μέτρηση. Κι ήδη από τη στιγμή που η Αμάντα μπουσουλάει προσεκτικά στα τέσσερα για να περάσει το κράσπεδο προς το πλευρά του Έλιοτ, είναι διάχυτο στην ατμόσφαιρα πως μια άλλου είδους ριψοκίνδυνη ακροβασία έχει ξεκινήσει.

Όλη αυτή η ιστορία μοιάζει με φτηνό αστείο. Γιατί η ευτυχία δεν διαρκεί. Πόσο θα κρατήσει η αδυσώπητη αγάπη μας;

Το πρώην ζεύγος αντιλαμβάνεται την άλλοτε αόρατη και τώρα εκκωφαντικά ορατή ροπή που στέλνει τον έναν κατευθείαν στην αγκάλη του άλλου. Έχουν λυτές τις ρόμπες τους, έτοιμοι για περιπτύξεις, λυτές και τις ζώνες τους, πανέτοιμοι για καυγά. Έχουν άλυτα ζητήματα και μισοτελειωμένες ζήλειες, τη μία είναι έτοιμοι να ξαναζήσουν δεύτερο έρωτα, την άλλη βασανίζονται από το άπιστο παρελθόν.

Ήμουν το νίτρο κι ήταν η γλυκερίνη στον δοκιμαστικό σωλήνα του γάμου μας…

λένε για τις προηγούμενες ιστορίες τους, ενώ στην ουσία ξέρουν πως η φράση είναι κομμένη και ραμμένη για τους ίδιους. Καθώς η κάθε κουβέντα είναι έτοιμη να αρπάξει φωτιά και να τους κάψει, συνάπτουν την ιερή συμφωνία κάθε φορά που είναι έτοιμοι να κατασπαραχθούν να ψελλίζουν μια μαγική λέξη, μια συνθηματική φράση (Όλιβερ Τουίστ, αργότερα σκέτο Τουίστ!), συμφωνία που επιτρέπει πλέον ελεύθερα στον καθένα να ταράζει ο ένας τον άλλον και να κατόπιν να σβήνει μονομερώς τη φωτιά! Φυσικά θα βγουν στην δική τους παρανομία: δραπετεύουν μαζί. Αλλά στον κόσμο των ιδιωτικών ζωών τίποτα δεν είναι παράνομο ή ανήθικο. Ο καθένας ορίζει την ιδιωτική του ζωή όπως θέλει, χωρίς να δίνει λόγο σε κανέναν.

Ας μείνουμε μαζί κι ας μην ξαναμιλήσουμε ποτέ για μας.

Η επόμενη (και απολαυστικότερη) πράξη τους βρίσκει σε παρισινό καταφύγιο (με διακριτική παρουσία της πόλης μέσα από την μουσική, την περιγραφή της θέας κ.ά.): από τη μια ευδαιμονία, από την άλλη η αγωνία για τη στιγμή που θα αναλάβουν τις ευθύνες τους ενώπιον των παρατημένων τους συζύγων – και στη γωνία έτοιμες οι άγριες φιλονικίες τους ξανά. Ο καθένας είναι πανέτοιμος να πληγώσει τον εγωισμό του άλλου. Πότε ερωτική κλινοπάλη, πότε αλληλοσπαραγμός, πάντα στα όρια. Σε μια απολαυστική σκηνή εκείνος γρατζουνάει βίαια τον δίσκο που συνοδεύει τον οργιαστικό της χορό. Και σε μια άλλη αλληλοδέρνονται και αλληλοφτύνονται σε μια σχεδόν τραγικογελοία απαθανάτιση του ίδιου του έρωτα. Σε μια τέτοια στιγμή εισέρχονται έκπληκτοι οι σύζυγοι…

Άρα τα αρνητικά συναισθήματα βγαίνουν στην επιφάνεια επειδή ήμασταν ερωτευμένοι! Στο διάολο ο έρωτας!

Οι «Ιδιωτικές ζωές» καθιέρωσαν τον Κάουαρντ, ως έναν «απολαυστικά τολμηρό» θεατρικό συγγραφέα, που πάντα γέμιζε τις θεατρικές πλατείες ενώ το έργο θεωρήθηκε από τα πλέον «καλότυχα», εφόσον πάντα έφερνε την επιτυχία. Στο πρώτο ανέβασμα του έργου τον ρόλο του Έλιοτ τον είχε αναλάβει ο ίδιος! Ο περίφημος φλεγματικός Άγγλος δεν χαρίζει κάστανα σε τρόπους και ευγένειες, γδύνει τις συντηρητικές υποκρισίες και φωνάζει μέσα από τις κρεβατοκάμαρες και τα καθιστικά πως εδώ θα γελοιποιηθούν και θα υμνηθούν όλα. Αλλά πάντα, πάντα πίσω από την πόζα του υπάρχει ωραία πρόζα κι ο καθένας από τους τέσσερις ρόλους έχει την δική του γοητεία (με προεξάρχοντες βέβαια εκείνους της Αμάντα και του Έλιοτ αλλά και με υπογειότατες φορτίσεις των άλλων δυο) και παίζεται ως του αξίζει. Άλλωστε αυτοί ο κακομαθημένοι εγωιστές και ευέξαπτοι εραστές δεν είναι χειρότεροι από εμάς. Έτσι κι αλλιώς ελάχιστοι άνθρωποι είναι απολύτως φυσιολογικοί στις προσωπικές, ιδιωτικές ζωές τους, όλα είναι θέμα συγκυριών. Είμαστε ανίσχυροι μπροστά στις επιθυμίες του σύμπαντος. Μια σπίθα τη σωστή στιγμή, ή τη λάθος αν αυτό προτιμάς, μπορεί να πυροδοτήσει την έκρηξη και τότε, είμαστε όλοι ικανοί για όλα…

Η τρίτη και τελευταία πράξη είναι αφιερωμένη σε ένα πανδαιμόνιο ερωτικών αψιμαχιών αλλά και συμμαχιών. Αντί οι νυν απατημένοι να ζητήσουν το λόγο από τους άπιστους, φτάνουν στο σημείο να υπερασπίζεται ο καθένας τον δικό του! Ούτως ή άλλως στο Κολοσσαίο – όπως χαρακτηρίζεται κάποια στιγμή – του Έρωτα, όλα επιτρέπονται. Στο τέλος φτάνουν να τσακώνονται οι ίδιοι, καθώς οι ξαναφιλιωμένοι εραστές φιλιούνται στο φόντο. Αλλά στο τέλος φαίνεται πως κι αυτοί καταλήγουν να κάνουν τα ίδια – και χειρότερα, δηλαδή και καλύτερα!

Κάποια πράγματα που μας φαίνονται βουνό, όταν είμαστε ευτυχισμένοι δεν μας προβληματίζουν καθόλου τελικά.

Παίζουν: Θάλεια Ματίκα, Τάσος Ιορδανίδης, Ορέστης Τζιόβας, Νικολέττα Κοτσαηλίδου. Μτφ.: Πέτρος Φιλιππίδης, Χρήστος Σιμαρδάνης, σκηνοθ.: Πέτρος Φιλιππίδης, σκην.: Γιώργος Γαβαλάς, ενδυμ.: Ιωάννα Τιμοθεάδου, κοστ.: Βασίλης Ζούλιας, χορογρ.: Ελπίδα Νίνου – Φιλιππίδη, φωτ.: Μπάμπης Αρώνης, μουσ. επιμ.: Ιάκωβος Δρόσος, σκηνοθ. trailer : Αλέξανδρος Ζαρμπής. / Τε: 19:30, Πε-Σα: 21:15, Κυ: 19:30 / Αγ. Κωνσταντίνου και Ακομινάτου 15-17 / 210-5220100 / 95΄/[Noel Coward – Private lives, 1930]

Σημ.: Το αρχικό παράθεμα προέρχεται από το κείμενο του έργου, όπως δημοσιεύεται στο θεατρικό πρόγραμμα της παράστασης, εκδ. Εξάντας, σ. 79. Στην τρίτη φωτογραφία ο Noel Coward ως Elyot με την Gertrud Lawrence στην παράσταση του 1931.