η Νόρα…μετά

Θέατρο ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟύ

Χορεύεις για να γεμίσεις την ερημιά και την ακινησία, τραγουδάς γιατί δεν αντέχεις την σιωπή. Μπογιατίζεσαι γιατί δεν αντέχεις τον καθρέφτη. Βρίσκεις την τέχνη για σωσίβιο και κρατιέσαι για να μη σε ρουφήξει ο βυθός…

Η Ιψενική Νόρα τα είχε βροντήξει κι είχε φύγει. Για πάντα; Αν ξαναβλέπαμε τον μύθο της με τα σημερινά μας μάτια, στην καμένη αυτή εποχή των «επαναστατικών αποτυχιών και των υπαρξιακών απογοητεύσεων»; Αν ξαναμπούμε σ’ ένα Κουκλόσπιτο «πειραγμένο» πώς θα είναι η Νόρα τώρα, δηλαδή μετά – θα έκανε το ίδιο;

Να ’την λοιπόν ξανά παγιδευμένη στο Σπίτι. Εύθραυστη, ευάλωτη, εξαρτημένη, ετεροκαθορισμένη. Πάντα ξυπόλητη γιατί είναι αδύνατο να φύγει. Κι ας πρέπει αυτά τα πόδια δεν πρέπει μόνο να χορεύουν αλλά και να μάθουν να κλωτσούν και να φεύγουν. Αλλά με γυμνά πόδια πώς να περπατήσεις; Η λεωφόρος είναι καυτή και τα μονοπάτια γεμάτα τσουκνίδες. Και άλλωστε με τι στηρίγματα, αφού κανόνες, θεοί και ιδέες δεν είναι δικές της, είναι αλλονών. Γύρω της τρεις ανδρικές φιγούρες που καθορίζουν αποκλειστικά την ζωή της: σύζυγος Τόρβαλτ (και δυνάστης και εκπρόσωπος των καθιερωμένων αξιών), γιατρός (και πολιορκητής και τροφοδότης της φιλαρέσκειάς της), πιστωτής (και προσωποποίηση της απειλής) – όλοι συνεχώς παρόντες σε κάθε σκηνή, ακόμα και απόμερα, προβάλλοντες έμμεσα τις δικές τους επιθυμίες. Τι της μένει να κάνει αφού αυτή ποτέ δεν θα γίνει αυτή;

Παραλογισμένη να παίζει και να ξαναπαίζει το ίδιο έργο σ’ ένα pop up σκηνικό, να θεριεύει τους άντρες σε τεράστιες τερατικές μαριονέτες ή να τους τυποποιεί σε φύλλα τράπουλας, αγαπημένο της παιχνίδι μαζί με τα μικρά μοντελικά σπιτάκια που επιπλώνει με ανθρωπάκια προτού τους βάλει φωτιά. Αφού και στο δικό της Κουκλόσπιτο εκείνη αποτελεί έγκλειστο διακοσμητικό στοιχείο. Ένας καθρέφτης και μια κάσκα κομμωτηρίου είναι ό,τι έχει μάθει πως της χρειάζεται. Η ζωή της είναι μια μακέτα παράστασης, κι εκείνη μια μηχανική κούκλα που παίζει με τον εαυτό της κι άλλες κούκλες, μια κούκλα η ίδια για όλους, μια ανθρώπινη καρικατούρα. Μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας, κυκλοθυμία, γονίδια, απώλεια μνήμης, διαταραχές ψυχικής οργάνωσης, κρίση ταυτότητας, αυτοκτονικές τάσεις, φόβος εγκατάλειψης, μονολογεί ο γιατρός σε κάθε της φράση. Η μόνη της αταξία είναι μπροστά του να ψιθυρίζει: «να πάνε να γαμηθούνε όλοι τους».

Το Σπίτι έχει ρόλους προδιαγεγραμμένους για τον καθένα. Η Νόρα πρέπει να αποτελεί συζυγική σκιά, οικοκυρά μητρότητας, μηχανή ανατροφής. Μόνο που πιο κάτω από το σάπιο έδαφος των ρόλων υπάρχει δεύτερο ύπουλο υπέδαφος: το σύστημα του προτεσταντικού ασκητισμού. Η αδιάκοπη εργασία ελκύει την θεϊκή εύνοια και γίνεται αυτοσκοπός, το επάγγελμα μετατρέπεται σε ηθική δραστηριότητα και οι ευσυνείδητοι εργάτες εργάζονται για την δόξα του καλού Θεού – όλως τυχαίως με χαμηλά ημερομίσθια. Οι νόμοι της καπιταλιστικής οικονομίας μεταποιούνται σε θεϊκές επιταγές, τη θέση του Ναού καταλαμβάνει η Τράπεζα, οι νόμοι της χρηματοπιστωτικής οικονομίας αντικαθιστούν τις δέκα εντολές. Αλίμονο σε όποιον τους καταπατήσει, και πόσο μάλλον αν είναι γυναίκα… Η παρεκκλίνουσα Νόρα δανείστηκε χρήματα με εγγύηση ένα πλαστογραφημένο ομόλογο για να σώσει τον Τόρβαλτ, ξεπερνώντας τα επιτρεπτά όρια: φερόμενη ως άντρας. Θα υποστεί τις συνέπειες, ποινικές, χριστιανικές αλλά και παγανιστικές εφόσον θα αρνηθεί τη Χάρη αποδεχόμενη την πτώση.

Η Νόρα αποδίδεται με μια συγκλονιστική γλωσσολογία σώματος. Τα γυμνά της πόδια έχουν το δικό τους λεξιλόγιο, το σώμα κινείται διαρκώς χαμηλωμένο, σχεδόν σα να σέρνεται, σα να θέλει απεγνωσμένα να βρει μια δική της ζωτική επικράτεια. Άλλοτε μοιάζει να αιωρείται προς κάθε κατεύθυνση, λες και πασχίζει να πετάξει από έναν αποπνικτικό κόσμο που δεν επέλεξε. Προσπαθώντας στο τέλος να φύγει, βάζει παπούτσια αλλά έχουν όλα καρφιά και την κρατούν στο πάτωμα. Όμως ακόμα κι αν ο Τόρβαλτ της λέει πως έξω δεν υπάρχει τίποτα και πως εδώ μέσα είναι όλα, οικογένεια, ηθική, προορισμός, καθήκον, Θεός, εγώ εκείνη είναι σίγουρη: Το σπίτι δεν με χωράει πια, δεν έχει μέρος να κρυφτώ εδώ μέσα. Έξω η μεγάλη λεωφόρος πυρωμένη από τον ήλιο. Αυτή θα περπατήσω για να μου κάψει τα πόδια, να βγάλω άλλο δέρμα, καινούργιο.

Το άψογο πρόγραμμα της παράστασης περιλαμβάνει ολόκληρο το κείμενο, τις διαφορετικές οπτικές πέντε θεατρολόγων και άλλα κείμενα. Κάπου εκεί διαβάζω πως ο αναρχικός ατομιστής Ίψεν θεωρούσε υπέρτατη αλήθεια της ζωής την ελευθερία και πως όλοι έχουν το δικαίωμα να επαναστατούν ενάντια στους θρησκευτικούς, ηθικούς και κοινωνικούς καταναγκασμούς. Και σκέφτομαι πως αν οι Νόρες, εκείνη και ετούτη, αποτελούσαν μια πρώιμη κραυγή για τα γυναικεία δικαιώματα, σήμερα σφαδάζουν για όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όλες οι πλαστογραφημένες προσωπικότητες πρέπει να ελευθερωθούν και οι πλαστογραφίες μιας ολόκληρης ζωής να λήξουν.

Μτφρ. και δραματουργική επιμ.: Νίκος Καμτσής – Έρικ Λάρσον, Σκηνοθ.: Νίκος Καμτσής, σκην.: Νίκος Καμτσής – Μίκα Πανάγου, Κοστ.: Μίκα Πανάγου, μους.: Χρήστος Ξενάκης, κούκλες – ομοιώματα – ειδικές κατασκευές: Djordje Petrovic, κιν.-χορογρ.: Ναταλία Στυλιανού. / Παίζουν: Μαρλέν Σαΐτη, Νίκος Αλεξίου, Πολύκαρπος Πολυκάρπου, Γιώργος Κροντήρης, Γεωργία Μαυρογεώργη / 100΄ / Πε – Σα: 21:00, Κυ: 19:30 / Κεφαλληνίας 17 & Κυκλάδων, Αθήνα, 210 – 8656004, 8624392 / http://www.topos-allou.gr/.

Δημοσίευση και σε mic.gr.

Ντάριο Φο – Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού

Θέατρο «Αλέκος Αλεξανδράκης»

Ελάχιστες σημερινές παραστάσεις σε αποχαιρετούν με σφιγμένο στομάχι, κι ας είναι πειστικές, κι ας αποτελούν τέλεια δείγματα μιας σκληρής εποχής όπως αυτή. Που δεν σε αφήνουν απλώς προβληματισμένο (συμπληρώνοντας έναν ούτως ή άλλως καθημερινό προβληματισμό) αλλά σου καρφώνουν ύπουλα το ερώτημα: πόσο πιο Άδικη μπορεί να είναι η Δικαιοσύνη; Αυτή η παράσταση ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία: είναι σπαρταριστή κωμωδία αλλά σου παγώνει το γέλιο στα χείλη. Ρίχνει σαν πολυβόλο τις σπαρταριστές ατάκες αλλά δεν τολμάς να σκεφτείς ότι αυτά συνέβησαν, συμβαίνουν και θα συμβαίνουν. Άρα τι κάνουμε, σοβαρεύουμε ή ξεκαρδιζόμαστε;

O Φο πάντα προτείνει την εναλλαγή σοβαρού και αστείου. Υπήρξε ανέκαθεν ενοχλητικός και ανεπιθύμητος σε κάθε εξουσία ήδη από την δεκαετία του ’50, οπότε και ακυρώθηκε η ραδιοφωνική του εκπομπή στη RAI (Κοκορίκο, με σατιρικούς μονολόγους που μετέτρεπαν βιβλικές ιστορίες σε πολιτική σάτιρα) κι αργότερα απαγορεύτηκε κάθε εμφάνισή του στο κανάλι για τα επόμενα 15 χρόνια. Στη συνέχεια κινούνταν διαρκώς κυνηγημένος και απειλούμενος, η θεατρική του ομάδα δεν έβρισκε θέατρο να παίξει, αντιμετώπισε τις λογοκρισίες όλου του κόσμου αλλά δεν υποτάχθηκε ποτέ. Αντίθετα, όσα και να τράβηξε, τους έπαιρνε πάντα τα σώβρακα, μετατρέποντας ακόμα και τις πραγματικές του συλλήψεις σε πνευματικές συλλήψεις πνευματωδών έργων. Ο Φο γνωρίζει πως δεν υπάρχει υποταγή του χιούμορ σε καμία αρχή και σε κανένα νόμο. Η συνεχής επιβολή του νόμου πάνω στον ίδιο και στον Γελωτοποιό του τον έκανε ατρόμητο απέναντί του. «Από εδώ και πέρα η γλώσσα μου θα τρυπάει και θα καθαρίζει σα μαχαίρι, θα ξαναδώσει το δικαίωμα στο γέλιο».

Κάπως έτσι μετατρέπει τις πάσης φύσεως αντίξοες συνθήκες σε απολαυστική διασκέδαση ο «τυχαίος» σχιζοφρενής πρωταγωνιστής που εξαπατά τον κόσμο παριστάνοντας διάφορους κοινωνικούς ρόλους και συνεπώς μπαινοβγαίνει στα αστυνομικά τμήματα, έχοντας όμως την ασφάλεια του ακαταλόγιστου. Του αρέσει να παίζει θέατρο, κι επειδή «το θέατρό του είναι το θέατρο της πραγματικότητας,» θέλει οι «συνάδελφοι ηθοποιοί» να είναι πραγματικοί άνθρωποι, να παίζουν στα έργα του αλλά χωρίς να το ξέρουν. Κάποια στιγμή βρίσκεται μόνος του σε ένα γραφείο, όπου αναμένεται η ανάκριση για τον «τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού».

Τα (και πραγματικά) γεγονότα: Τέλη του 1969 το ιταλικό κράτος μέσω μυστικών υπηρεσιών και ακροδεξιών κύκλων, στο πλαίσιο της «στρατηγικής της έντασης» (συνομωσία δυσφήμησης αναρχικών και εργατικών οργανώσεων μέσω απόδοσης κατευθυνόμενων τρομοκρατικών ενεργειών σε αυτούς), πυροδότησε μια βόμβα στην τράπεζα στην πλατεία Φοντάνα στο Μιλάνο σκοτώνοντας 19 άτομα. Για την βόμβα συνελήφθησαν οι αναρχικοί Πιέτρο Βαλπρέντα και Τζιουζέπε «Πίνο» Πινέλι. Ο δεύτερος εκπαραθυρώθηκε από τον τέταρτο όροφο – οι αυτόπτες μάρτυρες είδαν την πτώση 12 και 2 αλλά το ασθενοφόρο είχε δεχτεί κλήση…5 λεπτά νωρίτερα… Ο πρώτος φορτώθηκε την ιστορία, δικάστηκε, φυλακίστηκε, απελευθερώθηκε με κλονισμένη υγεία, έγινε σύμβολο σαν τους Σάκο και Βαντσέτι. Στην αποτεφρωτική του κηδεία παίχτηκαν κλασική και τζαζ μουσική και αναρχικά τραγούδια, όπως το είχε ζητήσει.

Πίσω στο έργο: ο τρελός εκμεταλλεύεται και προσποιείται τον δικαστικό που έρχεται να ερευνήσει το θέμα, απλά και μόνο για να διασκεδάσει. Αλλά ακόμα κι αυτός διακρίνει την βρωμιά κι εκεί αρχίζει το πρώτο μεγάλο πανηγύρι: μαζεύει τους μπλεγμένους αστυνομικούς και τους ψαρώνει, ξεγυμνώνει, εκθέτει, τρομάζει, ταπώνει, μπερδεύει, πανικοβάλλει, εξαναγκάζει σε αναπαράσταση των συμβάντων, σε αλληλοκατηγορίες, σε γελοιοποίηση. Ειρωνεύεται την ξαφνική τους φιλαλήθεια, τους κάνει να μην γνωρίζουν πότε σοβαρολογεί και πότε κοροϊδεύει, να παίξουν τρενάκι όλοι μαζί, να τραγουδήσουν την bandiera rossa – όλα με την αμυδρή υπόσχεση πως μόνο έτσι θα τους σώσει και θα σωθούν. Ακόμα κι όταν τους λέει «Εγώ στη θέση σας θα πήδαγα απ’ το παράθυρο» εκείνοι το σκέφτονται.

Στο δεύτερο μέρος ο τρελός κυριολεκτικά «αφιερώνει». Εισέρχεται ως διαφορετικά μεταμφιεσμένος αξιωματούχος, μονόφθαλμος, μονόχειρ και μονομανής, κι αρχίζει με γλώσσα ροδάνι και τρυπάνι, να δουλεύει αυτή τη φορά την δημοσιογράφο, αλλά με τρόπο χειρουργικά μελετημένο και κοφτερό, οδηγώντας εκείνη στην αλήθεια και τα πάντα στο χάος. Ο Σ. Παπαδόπουλος ενσαρκώνει αγρίως κωμικά τον αεικίνητο και διαρκώς ομιλούντα σχιζοφρενή, που τελικά είναι ο λογικότερος και δικαιότερος μεταξύ απατεώνων. Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Θέατρο της Κομούνας στο Μιλάνο το 1970 και ο τρόπος που αντιμετώπισε το αληθινό εκείνο γεγονός βοήθησε στην καθοδήγηση της κοινής γνώμης για την διαλεύκανση πολιτικών και άλλων εγκλημάτων της ίδιας περιόδου. Για την ιστορία (και παραπλεύρως του έργου): το 1972 ο ύποπτος επιθεωρητής Καλαμπρέζι δολοφονείται από πυρά αγνώστων, όπως νωρίτερα κι ο ταξιτζής που ενοχοποίησε τον Βαλπρέντα, το 1988 κάποιοι βολικοί συνελήφθησαν ως υπαίτιοι, το 2001 ένα δικαστήριο καταδίκασε τρία άτομα για εκείνη την εκπαραθύρωση, ο τέταρτος ανήκε στην CIA και την γλίτωσε.

Σημ.: Καθημερινά 30 θέσεις για την παράσταση προσφέρονται σε ανέργους. Κυψέλης 54, Αθήνα, τηλ. 7707227, 8827000. Παίζουν: Σπύρος Παπαδόπουλος, Κώστας Αποστολάκης, Αντώνης Καρυστινός, Αλέξανδρος Καλπακίδης, Στέλιος Πέτσος, Δήμητρα Στογιάννη. / Σκηνοθ. Σπύρος Παπαδόπουλος, μτφ. Άννα Βαρβαρέσου, σκην. – κοστ. Σάββας Πασχαλίδης, μουσ.- τραγ. Κίτρινα ποδήλατα, φωτ. Ανδρέας Μπέλλης.

[Dario Fo – Morte accidentale di un anarchico, 1970]

Πρώτη δημοσίευση: micgr, εδώ.