Τζοάννα Μάρεϋ – Σμιθ – Το Γυναικείο Είδος

Θεατρική Ομάδα Αλυπίας Πράξεις

Η Μάργκο Μέισον, φεμινίστρια συγγραφέας, ευπώλητη θεωριών – κατευθύνσεων που το κοινό της ακολουθεί πιστά – τυφλά, βρίσκεται σπίτι της ασθενούσα από συγγραφικό μπλοκάρισμα και ασφυκτιούσα των προθεσμιών. Εκεί εισβάλλει η  πρώην φοιτήτριά της Μόλλυ Ρίβερς και την δένει με χειροπέδες στην καρέκλα του γραφείου της, κατηγορώντας την για μετάλλαξη των ζωών τους: η μητέρα της, ως φανατική αναγνώστριά της, την έδωσε μικρή για υιοθεσία και πρόσφατα έπεσε στις ράγες του τρένου αγκαλιά με το βιβλίο της Το Ευφυές Αιδοίο, ενώ η ίδια έκανε επέμβαση για να μην μπορεί να κάνει παιδιά. Οι διάλογοι που ακολουθούν (με το περίστροφο στραμμένο στην αιχμαλωτισμένη) είναι κοφτεροί, στα όρια μεταξύ αυτοδιάθεσης και ευθύνης τρίτων. Μέχρι ποιο όριο δικαιούται να πειραματίζεται ο συγγραφέας, δημιουργώντας ο ίδιος ζωντανές αποδείξεις της προπαγάνδας του; Μπορεί να εγκληθεί για πράξεις που ενέπνευσε στους αναγνώστες του;

«Η αυτάρκεια είναι το γυναικείο βιάγκρα». «Οι γυναίκες που νοιώθουν δυστυχισμένες, ας εγκαταλείψουν τα παιδιά τους». «Όταν γεννιέται ένα παιδί πεθαίνει μια νουβέλα!». «Η μητρότητα είναι γενετικός αυνανισμός». «Η δύναμή σου κινδυνεύει να μετριαστεί από την αγάπη». Η Μέισον οφείλει να απολογηθεί για τις συνεχείς μεταστροφές συνθημάτων και θεωριών, που στην ουσία αποτελούσαν εμπορικά τρικ. Άλλωστε στην ανταγωνιστική της αντιπαράθεση με τη νεαρή οπλοφόρο η συγγραφέας δεν σταματάει να εμπνέεται για τίτλους υποψήφιων βιβλίων. Κλειτορισμός, Μαντάμ Ωοθήκη, Σε βρήκα στο Google.

Στην παρέα προστίθενται σταδιακά: η κόρη της Μέισον, ένα σωματικό ράκος από τον συζυγικό και μητρικό ρόλο, που μαθαίνει έκπληκτη πως χρησιμοποιήθηκε ως παράδειγμα προς αποφυγή στα πανεπιστημιακά μαθήματα της μητέρας της, κι ακόμη ο γαμπρός της, ένας ταξιτζής κι ο εκδότης της. Το όπλο αλλάζει χέρια, ο καθένας έχει κάτι να προσάψει στον άλλον,  να τον φέρει αντιμέτωπο με το μοντέλο της ζωής του αλλά και ν’ απολογηθεί για το δικό του. Αν σε κάποιες στιγμές οι εντάσεις καταλαγιάζουν και διακρίνονται σημεία επαφής, λίγο αργότερα ξανά όλα είναι έτοιμα να εκραγούν και το περίστροφο στην γωνιά του δωματίου είναι ζωντανή πρόκληση.

Εύγλωττη κωμωδία, μεταξύ φάρσας, σάτιρας και πρόζας α λα Μάμετ, εναλλασσόμενη μεταξύ σοβαρότατου και αστειότατου, τραγικού και ξεκαρδιστικού. Από τη μια ο εγκλωβισμός στο ρόλο της νοικοκυράς – Εσείς πήγατε το φεγγάρι, ενόσω εμείς βρισκόμασταν στην κουζίνα ψήνοντας κουλουράκια από την άλλη το μεταφεμινιστικό χάος και στη μέση οι ρόλοι που αναλαμβάνουμε για να φτάσουμε στο άλλο άκρο από αυτό που θέλουμε ν’ αποφύγουμε. Και τελικά μήπως το βιογραφικό του καθενός μας πρέπει να περιλαμβάνει τα σχετικά τραύματα; Κάπως έτσι συστήνει τον κόσμο μεταξύ τους ένας χαρακτήρας εδώ. Στο τέλος ο ατζέντης βρίσκει τα αντίπαλα δέοντα της Μέισον εξίσου ελκυστικά και εμπορεύσιμα. Συμβόλαια για όλους. Ίσως στο μέλλον σταματήσει και η συνεργασία με την κυρία, δεν πουλάει πια. Δεν ειπώθηκε, αλλά διαφάνηκε. Να σημειωθεί πως το έργο ανέβηκε με πάταγο στο West End του Λονδίνου το 2008 και φέτος στο L.A. με την Ανέτ Μπένινγκ.

Σκηνοθ. Κατερίνα Νικολοπούλου, μτφ. Άμυ Πασσά, σκην. – κοστ. Μαρία – Ελένη Καποτοπούλου. Παίζουν: Αννέτα Παπαθανασίου, Άμυ Πασσά, Χριστίνα Κάπαδοχα, Δημήτρης Μοσχονάς, Χρήστος Συρμακέζης, Στέφανος Αθανασόπουλος. / Booze Cooperativa, Κολοκοτρώνη 57, τηλ. 211-40008631 – 23/12 (Δευτ. – Τρ.), 1-18/1 (Τετ. – Κυρ.).

[Joanna Murrey Smith, The female of species, 2006]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. 

 

Αλεξέι Αρμπούζωφ – Φθινοπωρινή Ιστορία

Θέατρο Άλμα

Θα θυμόμαστε ότι κάποτε μας αγάπησαν με πάθος

Να ξεκινήσω από τον συγγραφέα ή τον ηθοποιό; Ας αφήσω για λίγο στην άκρη τον πρώτο να ησυχάζει στα ράφια ή να ξυπνάει στις πρόβες κι ας αρχίσω μ’ αυτόν τον Υποκριτή και Υποκρινόμενο. Αναρωτιέμαι πότε θα σταματήσει ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος να καταλαμβάνει ολόκληρη την σκηνή και να αιχμαλωτίζει την προσοχή όλων απλά και μόνο με την παρουσία του. Χωρίς να θέλεις να χάσεις ούτε ρυτίδα, ούτε βλέμμα, ούτε συλλαβή.

Σ’ ένα παραλιακό θεραπευτήριο συναντιούνται στις αρχές του φθινοπώρου (της χρονιάς και της ζωής τους) ο χειρούργος και διευθυντής του ιδρύματος Ροντιόν και η φιλοξενούμενη Λύντια, τέως νουμερίστα και νυν ταμίας τσίρκου σε τσίρκο συναντιούνται στις αρχές Εκείνος ζει κλεισμένος στον εαυτό του, αρκούμενος στην ορθή λειτουργία του αναπαυτηρίου  – «σανατορίου», εκείνη παραβαίνει κατ’ εξακολούθηση τους κανονισμούς συνεπώς οι μοναχικές τροχιές τους οδηγούνται σε ευθεία μετωπική. Κάπως έτσι ξεκινάει μια σειρά επιθετικών διαλόγων που σταδιακά καταλαγιάζουν σε ένα συνεχές παιχνίδι δράσης – αντίδρασης κι έλξης – απώθησης. Οι τροχιές τώρα στροβιλίζουν η μία γύρω απ’ την άλλη.

Το αντιφατικό ντουέτο συναντιέται μέσω ενός συνεχούς διαλόγου, με λέξεις που αφήνουν κενά και υπονοούν περισσότερα. Αυτός απορεί πώς ταιριάζει στο μυαλό της τόσο παράταιρα πράγματα, εκείνη ξαφνικά νοιώθει την επιθυμία να ακούσει να προφέρουν το όνομά της. Εκείνος παραδέχεται Θα μ’ άρεσε να δω ένα τσίρκο, εκείνη: Τώρα τελευταία νοιώθω την ανάγκη να θυμηθώ όλα τα ονόματα που γνώριζα κάποτε και να μην τα ξεχάσω πια. Κι οι δυο ομολογούν πως κάποτε μισούσαν τις ομπρέλες, ενώ τώρα και την ομπρέλα θέλουν και την βροχή φοβούνται. Η εξωστρέφειά της εφάπτεται της ερμητικότητάς του και σ’ αυτή τη διαλεκτική του ησυχαστηρίου, η ερωτική συνύπαρξη είναι αναγκαιότερη από την συνεύρεσης, και το αίσθημα υπερτερεί του έρωτα.

Ο Αλεξέι Αρμπούζωφ, ένας από τους ελάχιστους συγγραφείς της Μεταπολεμικής Σοβιετικής Ένωσης που το έργο τους έχει ξεπεράσει τα όρια της πατρίδας τους, έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Μόσχα κι έγραψε τα περισσότερα έργα του στη Γιάλτα. Αυτό εδώ, Μια παλαιομοδίτικη κωμωδία, όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος του, ήταν και το τελευταίο του (1975). Ορθά ο Ερρίκος Μπελιές στο σημείωμά του ανιχνεύει την καταγωγή του στη γραμμή των Τσέχωφ, Οστρόφσκι, Τουργκένιεφ, Γκόγκολ, Μαγιακόφσκι, Γκριμπογιέντοφ, Κατάγιεφ, Έρντμαν.

Καθώς η κολεκτιβοποίηση της Σοβιετικής Ένωσης είχε ισοπεδώσει κάθε μορφή κοινωνικής ζωής, καθημερινότητας και διαπροσωπικών σχέσεων, οι δυο συζητητές έχοντας βιώσει εκείνο το καθεστώς προσπαθούν από τη μια να διατηρήσουν το τείχος που έχουν μάθει να χτίζουν γύρω τους αλλά και να σκάψουν ανοίγματα προς την θέα του άλλου. Όμως οι αποστάσεις που κράτησε ο Αρμπούζωφ [1908-1986, βλ. ακόμα Τάνια και Καημένε μου Μάρικ] από τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και η εμμονή στα αιώνια θέματα εξάπλωσε τα έργα του πέρα και μετά τον Σοβιετικό Κόσμο.

Απόψε η ζωή μού φάνηκε αλλιώτικη. Τόσο ο Γ. Μιχαλακόπουλος όσο και η Κατερίνα Μαραγκού είναι υπεράνω κριτικής, σε αυτή την δίδυμη ψυχογραφία αντιηρώων που δεν έχουν εγκαταλείψει την επιθυμία να τρέξουν ως τα όρια της προσωπικής ευτυχίας, ακόμα και τώρα που ο χρόνος μοιάζει μικρός, που γνωρίζουν καλά πως η συμπληρωματική παρουσία του άλλου αποτελεί απαραίτητο συνοδηγό. Γι’ αυτό και ο κήπος του ησυχαστηρίου, ένα γειτονικό ζαχαροπλαστείο, οι παλιές γειτονιές της Ρίγα, ακόμα και οι τάφοι αγαπημένων προσώπων γίνονται σκηνή για «μια αποχαιρετιστήρια θριαμβική παράσταση» ή και το πρελούδιο μιας ακόμα!

Μνεία στο άρτιο (και αισθητικά) πρόγραμμα της παράστασης, με χρονολόγιο και παλαιότερη συζήτηση με τον συγγραφέα, παραστασιογραφία στις  ελληνικές σκηνές, αποσπάσματα κριτικών, κείμενα για το σοβιετικό δράμα την δεκαετία του ’70 και τις σχέσεις ελληνικής και σοβιετικής δραματουργίας.

Παίζουν: Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Κατερίνα Μαραγκού. Απόδοση: Ερρίκος Μπελιές, σκηνοθ.: Ιωάννα Μιχαλακοπούλου, σκην. – κουστ.: Γιώργος Πάτσας, μουσ. Ευανθία Ρεμπούτσικα. Θέατρο Άλμα, Κεντρική Σκηνή, Αγ. Κωνσταντίνου και Ακομινάτου 15 –17, Ομόνοια, 210-5220100.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr