Λογοτεχνείο, αρ. 4

Χουάν Ρούλφο, Η πεδιάδα στις φλόγες, διηγήματα, εκδόσεις Κέδρος, 1981, μτφ. Φ.Δ. Δρακονταειδής, σ. 64 (από το διήγημα Τάλπα) (Juan Rulfo, El llano en llamas, 1953)

Κι εγώ ποτέ δεν είχα νοιώσει πόσο μπορεί η ζωή να είναι αργή κι ανέλπιδη, όταν κανείς βαδίζει ανάμεσα σ’ ένα πλήθος ανθρώπους. Είμαστε σαν ένας σωρός σκουλήκια μπερδεμένα κάτω από τον ήλιο, σκουλήκια που σάλευαν μέσα στα σκούρα σύννεφα σκόνης, περιορισμένα στο ίδιο μονοπάτι. Και το μονοπάτι μας πήγαινε, λες και μας είχε μαντρώσει. Τα μάτια μας παρακολουθούσαν το σύννεφο της σκόνης. Κουτουλούσαν πάνω στη σκόνη, σαν να ήταν πράγμα σκληρό, που δε γινόταν να περαστεί. Κι ο ουρανός γκριζωπός και βαρύς να πέφτει πάνω μας, να μας πλακώνει και να μας λιώνει. Μερικές φορές μόνο, όταν περνάγαμε κανένα ποτάμι, το σύννεφο της σκόνης ξάνοιγε κι έπαιρνε τ’ αψήλου. Βουτάγαμε το πυρωμένο και μαυρισμένο κεφάλι μας στο πράσινο νερό και για μια στιγμή από το πετσί μας σηκωνόταν γαλαζωπή άχνα, όπως συμβαίνει με τον αχνό που βγαίνει από το στόμα, όταν κάνει κρύο. Όμως, αμέσως μετά χανόμαστε πάλι, ανακατεμένοι στη σκόνη, ζητώντας προστασία από τον ήλιο με το να κρυβόμαστε ο ένας πίσω από το κορμί του άλλου, για να γλιτώσουμε από αυτή τη ζέστη που μοιραζόταν ανάμεσά μας.
Κάποτε θα φτάσει κι η νύχτα. Έτσι λέγαμε μέσα μας. (…) Θα ξεκουραστούμε έτσι κι αλλιώς, μια κι έξω, όταν θα πεθάνουμε.

Στον Κώστα Μαυρουδή

Ενρίκε Βίλα-Μάτας – Το Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ

Η ανακάλυψη του ροκ εν ρολ μου έσωσε τη ζωή, ή τουλάχιστον μου έδωσε το κίνητρο για να την ψάξω. Το ροκ εν ρολ δεν ήταν κάτι που η γενιά μου είχε κληρονομήσει από κάποιον κι έτσι δεν υπήρχε κάποιος να μας μάθει να το αγαπάμε (σ. 143).
Tι ώθησε τον περίφημο Καταλανό συγγραφέα Ενρίκε Βίλα-Μάτας σε αυτή την αιφνιδιαστική αυτή αποκάλυψη; Το Βεντερικό Τρία αμερικάνικα LPs, με τη μουσική του Βαν Μόρισον (έκτοτε αγαπημένος του τραγουδιστής) και τις φωνές του Βέντερς και του Χάντκε να σχολιάζουν τα τραγούδια μέσα στο αυτοκίνητο. Επειδή ο πραγματικός ήρωας αυτής της ταινίας ήταν το ροκ εν ρολ, που μετατρεπόταν στο μοναδικό όχημα επικοινωνίας σ’ ένα σύμπαν ερημωμένο και απρόσιτο. Αυτή ακριβώς την αίσθηση της ερημιάς ένοιωθε κι ο ίδιος καταμεσής του κοσμοπολίτικου Παρισιού.

O Βίλα-Μάτας, ανώριμος αυτοεξόριστος της Φρανκικής Ισπανίας και δεδηλωμένος λάτρης του Χέμινγουεϊ, πηγαίνει να ζήσει στο Παρίσι παίρνοντας παραμάσχαλα το A Movable Feast (Κινητή Γιορτή ή, όπως μεταφράστηκε παλαιότερα, Αέναη Γιορτή), εκείνο το δραματικά αντιφατικό κύκνειο έργο του, γραμμένο λίγο πριν την αυτοχειρία του αλλά αφιερωμένο στην πιο ευτυχισμένη περίοδο της ζωής του στο μεσοπολεμικό Παρίσι. Τι έχει μείνει από εκείνη την Γιορτή στο Παρίσι των τελών της δεκαετίας του ’60 και των αρχών της επομένης; Μπορούσε εκείνο το βιβλίο που υμνούσε την ταύτιση ζωής και λογοτεχνίας (δεν γράφεις αν δεν ζεις) να αποτελέσει οδηγό για κάποιον που ψάχνει ένα δρόμο ζωής ανάμεσα στις λέξεις;

Δεκαετίες αργότερα θα ξαναβρεθεί (ή μήπως επιστρέψει;) στο Παρίσι, αναγνωρισμένος συγγραφέας πια, για μια τρίτη εμβύθιση στην πόλη της πλάνης, στην ουσία για μια «ειρωνική αναθεώρηση δύο χρόνων νιότης», τότε που το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να γράψει το πρώτο του βιβλίο (Η πολυμαθής δολοφόνος, 1977 – όπου ήθελε να του προσδώσει το ανεπανάληπτο εύρημα: τον ταυτόχρονο θάνατο ιστορίας και αναγνώστη), τότε που χωρίς, όπως δηλώνει, να το ξέρει, ήδη πρωταγωνιστούσε στο μυθιστόρημα της λογοτεχνικής του μαθητείας.

Ο μαθητευόμενος λεξιπλόκος ξεκινά με ένα χαρτάκι που του έδωσε βιαστικά η Ντυράς στην εξώπορτά της με τα 13 μυστικά της γραφής και μια σύνοψη του ευαγγελίου της περιπλάνησης (Χορείες χώρων) του Περέκ. Αναζητεί πρότυπα στον Χέμινγουέι και στον Μίλλερ, τότε που ήταν φτωχοί κι ευτυχισμένοι στο Παρίσι, και οδηγίες γραφής στα Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή του Ρίλκε, στο Πώς γράφεται ένα μυθιστόρημα του Ουναμούνο και στη Χλομή φωτιά του Ναμπόκωφ. Συντάσσει ένα μνημολόγιο καφενείων όπου του συνέβησαν παράξενα πράγματα και αναζητά τα μέρη όπου αλλοτινά βρίσκονταν το ατελιέ του αυτοεξόριστου Ντισάν ή αυτοκτόνησε η Ζαν Εμπιτέρν (καμία πλάκα, ούτε καν ένα θλιβερό γκράφιτι στον τοίχο).

Προσπαθεί να κλέψει λέξεις από τις συνομιλίες της Τζούλια Κρίστεβα, του Φιλίπ Σολέρ, να συλλάβει αλήθειες στα βλέμματα του Ρολάν Μπαρ, του Ρομπ-Γκριγιέ και του Κόπι, «να φανεί αντάξιος εκείνης της συγγραφικής παράδοσης του καφενείου και της εξορίας». Βλέπει επανειλημμένες φορές το India Song της Ντυράς και τον Κομφορμιστή του Μπερτολούτσι (που τον ενθουσιάζει καθώς μετατρέπει την διήγηση σε παιχνίδι). Ζητά συμβουλές από τον Χουάν Μαρσέ και τον Ζαν Μαρέ, που του διαμηνύει: φτιάξε ένα σωσία του εαυτού σου, να σε βοηθήσει να σταθείς στα πόδια σου και πιθανόν να μπορέσει ακόμα και να σε αντικαταστήσει, να καταλάβει τη σκηνή, ώστε να μπορέσεις να δουλέψεις ήσυχος, μακριά απ’ το θόρυβο(σ. 155).

Συμμετέχει στην αντεργκράουντ ταινία Ταμ-ταμ του Αδόλφο Αριέτα («κινηματογράφος πανκ αλά γαλλικά, υπερβολικού ρεαλισμού πολλά χρόνια πριν τον Αλμοδόβαρ, με τους περισσότερους τραβεστί ανά τετραγωνικό μέτρο σε ολόκληρη την ιστορία του κινηματογράφου») και στις μυστικές διαλέξεις του Μπόρχες σ’ ένα κρυμμένο βιβλιοπωλείο (βλ. τα υποβλητικότατα κεφάλαια 74 και 75). Προσπαθεί να ξεπεράσει τις αναστολές του και να γίνει κοινωνικός, γνωρίζει ανθρώπους πάσης φύσεως (σπαρταριστό το επεισόδιο της ερωτικής επίθεσης από μια ογδοντάχρονη μποέμισσα) και πλαγιάζει με αδιάφορες υπάρξεις ώστε να λειαίνει την σεξουαλική του ανασφάλεια. Ισορροπεί στην άκρη της ανέχειας, φτάνει στο σημείο να πηγαίνει με το μετρό στα δημόσια λουτρά του Οστερλίτς με την πετσέτα στο χέρι, πάντα με τον φόβο μην τον δει κάποιος γνωστός. Μα τίποτε από όλα αυτά δεν θα του δώσει την πολυπόθητη συγγραφική ώθηση. Στο τέλος θα συμφωνήσει με την φράση της Ντυράς (στη σοφίτα της οποίας διαβιεί ως ενοικιαστής): Εμείς οι συγγραφείς ζούμε μια ζωή πολύ φτωχή: μιλάω γι’ αυτούς που γράφουν στ’ αλήθεια. Δεν γνωρίζω κανέναν που να έχει λιγότερη προσωπική ζωή κι από μένα (σ. 199).

Εδώ έχουμε ένα ολοζώντανο συγγραφικό εργαστήρι εβδομήντα χρόνων (1920 – 1990) και 113 επεισοδίων που δεν διανθίζεται απλώς με αμέτρητα περιστατικά, οριακές και αδιάφορες συναντήσεις και φράσεις που αξίζει να κρατάει κανείς στο μυαλό του αλλά και σκαλίζει τα κρισιμότερα ερωτήματα της γραφής: πώς γράφουμε, γιατί, τι μας χρειάζεται, τι μας παγιδεύει – μην ξεχνάμε άλλωστε πως τα της γραφής απασχόλησαν κατεξοχήν τον Βίλα – Μάτας τουλάχιστον σε δύο συναρπαστικά βιβλία (Μπάρτλεμπυ και Σία, Η νόσος του Μοντάνο). Εκείνο που διαποτίζει όμως ετούτο το μωσαϊκό αυτοβιογραφικής, δοκιμιακής και μυθιστορηματικής γραφής είναι η διάχυτη ειρωνεία και η απομυθοποίηση των πάντων, τέχνες που εξ αρχής δηλώνει πως ανέκαθεν τον ενδιέφεραν. Τίποτα δεν γλιτώνει από την πρέσα τους, ούτε τα λογοτεχνικά κέντρα (όπου «μονίμως ακούγονται βλακείες»), ούτε πρόσωπα (όπως η «απαίσια συγγραφέας» Γερτρούδη Στάιν), ούτε κυρίως οι κομψευόμενες πόζες των τεμπέληδων καλλιτεχνών και ποιητών, που το μόνο που έκαναν ήταν να δείχνουν απελπισμένοι.

Νόμιζα ότι ήταν πολύ κομψό να ζεις μέσα στην απελπισία…Τώρα πιστεύω ότι όχι μόνο δεν είναι κομψός, αλλά μάλλον για ζουρλομανδύα όποιος περνάει απ’ τον κόσμο χωρίς να βιώσει τη χαρά της ζωής. Λέει ο Φερνάντο Σαβατέρ ότι η αποκαλούμενη συνήθεια του να φιλοσοφείς τα πράγματα δε σημαίνει να παραιτείσαι, ούτε να τα φέρεις βαρέως, αλλά να τα δέχεσαι χαρούμενα. Φυσικά. Στο κάτω κάτω, για την απελπισία έχουμε στη διάθεσή μας την αιωνιότητα. (σ. 82)

Εδώ έγινε ο Μάιος του 68 αλλά κανείς δεν μιλάει γι’ αυτόν – τα οράματα ξαναμπήκαν στο πίσω μέρος του μυαλού. Τα αριστερά του Σηκουάνα δεν συμπίπτουν με τα αριστερά της Εδέμ και το Παρίσι (πόλη όνειρο για πολλούς, πόλη – εφιάλτης για άλλους, όπως ο Ουρουγουανός συγγραφέας Οράσιο Κιρόγκα) δεν είναι ακριβώς μια κινητή γιορτή. Η κοινωνία των κοσμοπολιτών δεν σε βοηθάει πάντα να γεμίσεις τις ερημιές σου. Αυτό που έψαχνε ο Βίλα – Μάτας στην «σταχτιά», όπως την λέει, ζωή του στο Παρίσι το βρήκε ή τον βρήκε αργότερα, στα χρόνια της ωριμότητας. Καλύτερα μια αληθινή ιστορία, παρά μια εξωραϊσμένη εκδοχή της.

Συντεταγμένες: Enrique Vila–Matas, Paris no se acaba nunca, 2006. / Εκδόσεις Καστανιώτης, 2008, μτφ. Ναννά Παπανικολάου, σελ. 258, με σημειώσεις της μεταφράστριας.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.