Andrés Trapiello – Μέρες και νύχτες. Το ημερολόγιο του Χούστο Γκαρθία Βάγιε

 Η μεγαλύτερη νίκη του ηττημένου

«Πολλές φορές ευχήθηκα να είχα πεθάνει, γιατί ποτέ μου δεν φαντάστηκα ότι η θλίψη μπορεί να κάνει τόσο κακό σ’ έναν άνθρωπο. Μοιάζει με μαχαίρι μόνιμα καρφωμένο στο στήθος, κάτι που σε καίει αλλά ταυτόχρονα σου παρατείνει τη ζωή, μια αγωνία που όσο σε βασανίζει τόσο σε απομακρύνει από τον θάνατο. Πιστεύω πως κάτι ανάλογο συμβαίνει και μ’ εκείνους τους άγριους ταύρους που αρνούνται πεισματικά να πεθάνουν μέχρι να τους μπήξει μια πονετική ψυχή τη σπάθα στο σβέρκο». (σ. 124)

Ο Χούστο Γκαρθία Βάγιε έχει συμφιλιωθεί πλήρως με την ιδέα του θανάτου, πόσο μάλλον καθώς η βεβαιότητά του είναι δεδομένη και τόσοι φίλοι του έχουν χαθεί. Αντίθετα βασανίζεται απ’ όλα όσα ακολουθούν την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού στον Ισπανικό Εμφύλιο. Ο πόλεμος και η Ισπανία χάθηκαν, αφήνοντας ένα ολέθριο κενό στην ψυχή. Η πλήρης απώλεια ηθικού είναι διαβρωτική, η αίσθηση πως ούτε η λαϊκή και δικαιική συμπόρευση, ούτε ποιοτική και αριθμητική υπεροχή έφεραν τη νίκη, αβάσταχτη. Η παράδοση των όπλων και η εγκατάλειψη του ισπανικού εδάφους δημιουργούν ταυτόχρονα ενοχή («που δεν τα δώσαμε όλα, που είμαστε ακόμα ζωντανοί») και μη ενοχή («αφού το μόνο που κάναμε ήταν ν’ αμυνθούμε κατά του φασισμού») και σηματοδοτούν την αρχή της πραγματικής ήττας: «Όσο πολεμούσαμε, ήμασταν στρατός. Από δω και πέρα δεν είμαστε τίποτα». Τι μένει λοιπόν για έναν ηττημένο που έχει χάσει τα πάντα;

Ένα βουβό καραβάνι των στρατιωτών με μια βαλίτσα στο ένα χέρι και όπλο στο άλλο, ατέλειωτη πεζοπορία μέχρι τον γαλλικό καταυλισμό (ένα χοιροστάσιο ανθρώπινων υπολειμμάτων στον παγωμένο αέρα), θέρμανση απ’ τον πυρετό του συντρόφου ή τα ούρα τους, πολύωρη ορθοστασία δίπλα στα απλωμένα ρούχα για να μην τα κλέψει κανείς, μια ευθεία γραμμή από τον εξευτελισμό στην παράνοια. «Δεν τολμούσαμε να κοιταχτούμε κατά πρόσωπο, μήπως κι ανακαλύψουμε στον διπλανό μας την εικόνα της δικής μας εξαθλίωσης». Κι ύστερα η αισχρή αφαίμαξη από τους φύλακες των συνόρων, η αντιμετώπιση των προσφύγων ως μιασματικών εισβολέων και χολεριασμένων ληστών, η οικονομική τους εκμετάλλευση ακόμα και στον τραγικό πλου προς την ελευθερία. Μένει μόνο η χαμηλόφωνη διήγηση των βασάνων: «Εδώ κανένας δεν διεκδικεί τα πρωτεία του πόνου, όλοι βρίσκονται στα όριά τους».

Τα τέσσερα στάδια της αδιανόητης οδυσσειακής πορείας (υποχώρηση – πέρασμα συνόρων, καταυλισμός, αναμονή σε Τουλούζη και Παρίσι, αναχώρηση για Μεξικό σ’ ένα συνωστισμένο πλοίο) διαμοιράζονται σε ισάριθμα κεφάλαια ψύχραιμης και ρεαλιστικής αφήγησης όπου το πικρόχολο χιούμορ και η διαπεραστική κριτική εναλλάσσονται με πλήθος συγκλονιστικών σκηνών, τραγικών (το σκληρό πλιάτσικο σε σπίτι αμάχων, η μυστική κήδευση του παιδιού στα κύματα προς αποφυγή του πανικού εν πλω), εικαστικών (η σύναξη των ηττημένων δυνάμεων σ’ ένα σχολείο με τα καμιόνια παρκαρισμένα σύριζα στους τοίχους των σπιτιών να μοιάζουν στο μισοσκόταδο με όρθιους ταύρους που περίμεναν τον θάνατο) αλλά και ευτράπελων (το ομαδικό τραγούδι της Διεθνούς διακόπτεται από ένα μεγάλο κύμα κι όλοι κατεβάζουν τις υψωμένες γροθιές για να πιαστούν από κάπου τρομαγμένοι).

Η συναρπαστική αφήγηση παραδίδεται υπό μορφή ημερολογίου, γραμμένου σε δυο τετράδια που «ανακάλυψε» ο συγγραφέας και τα οποία υπήρξαν για τον Χούστο παραμυθητικά συντροφέματα και αντιφοβικά φάρμακα, υποβοηθήματα επιβίωσης και υποσχετικά κατάθεσης. Γι’ αυτό δεν σταματούσε να γράφει ακόμα κι όταν το μολύβι του γινόταν μικρότερο κι από ένα σπίρτο, δίνοντας πνοή και στους υπέροχους ανθρώπους που δεν θα γνώριζε κάτω από άλλες συνθήκες. Εδώ ξεχωρίζει ο ανθρώπινος ως το τέλος λοχαγός Αλμάδα αλλά κυρίως η αξέχαστη μορφή του Τόμας Λέχνερ, ενός αινιγματικού εθελοντή που πολέμησε για τα ίδια ιδανικά αλλά για διαφορετικούς λόγους, που προσωποποιούσε την δράση και την ολική αυτάρκεια και του οποίου οι εμβολές στο μύθο υπήρξαν καταλυτικές. Ο Λέχνερ γνώριζε την ασημαντότητά του αλλά κοίταζε πάντα μπροστά ακόμα και με δεμένα μάτια, αποδίδοντας δικαιοσύνη με τον δικό του τρόπο. Συγγραφέας όλων των ειδών και δημοσιογράφος, ο Ισπανός Αντρές Τραπιέγιο (1953) διαχειρίστηκε ένα πολύπτυχο τραγικό θέμα με τον πλέον αντιηρωικό τρόπο, φωτίζοντας το κενό μιας αντίστοιχης σύγχρονης ελληνικής αντιμετώπισης.

Ο παραλογισμός του πολέμου βρίσκεται, κυρίως, στις λεπτομέρειες. Ποτέ τα πράγματα δεν είναι αυτά που φαίνονται, ούτε έρχονται από τον συντομότερο δρόμο. Όταν το κρύο φωλιάσει μέσα σου, όπως έγινε μ’ εμένα, είναι δύσκολο να το βγάλεις από κει. Μοιάζει με τον λεκέ της υγρασίας στον τοίχο· έρχεται από μέσα. (σ. 121)

Για τέτοιες στιγμές αξίζει κανείς να απολαμβάνει μια τόσο σπουδαία λογοτεχνία: για να «βλέπει» τα χορτάρια που μένουν ακίνητα και τη φύση που κρατάει την αναπνοή της καθηλωμένη απ’ τις βέβηλες πράξεις, για να συνομιλεί με τις σκέψεις ενός αξέχαστου ήρωα: για τους ιδεαλιστές που επέλεξαν να επιστρέψουν, διατηρώντας τουλάχιστον την επιλογή του τόπου θανάτου, για τον μεγάλο εχθρό στον οποίο μετατρέπεται η σκέψη όταν αφήνεις τα προβλήματα να τριγυρίζουν στο μυαλό σου. Για τις οριακές στιγμές όπου τα πόδια κινούνται σαν τα μηχανικά μέλη ενός ανδρείκελου πιστεύει πως θα περπατάει ως το τελευταίο λεπτό της ζωής του, για τον πόλεμο (όπου μάχεσαι για μία και μόνο ιδέα, αλλά μπορεί να σε σκοτώσουν για ένα σωρό λόγους), τον πόλεμο που μας έχει κάνει όλους γέρους. Μιλάμε σαν γέροι, με αποφθέγματα που δεν είναι παρά φράσεις κοινότοπες και ηλίθιες.

Αυτό είναι το κακό με τους πολέμους: κάποια στιγμή, καταντάς να κάνεις πράγματα εξευτελιστικά, να υποβιβάζεις τον εαυτό σου, να χάνεις τον αυτοσεβασμό σου. Όταν κλέβεις ένα παλιό σώβρακο, απλωμένο σ’ ένα συρματόπλεγμα, το κάνεις επειδή  πιστεύεις ότι δεν αξίζεις τίποτα πια, ότι είσαι ήδη νεκρός· και στους νεκρούς όλα επιτρέπονται (σ. 197). Αλλά ακόμα κι όταν οι κολλημένες στους τοίχους επαναστατικές αφίσες φέρνουν τώρα το αντίθετο αποτέλεσμα (θυμίζουν την ήττα και σμπαραλιάζουν το ηθικό), ακόμα κι όταν του φαίνεται σαν ψέμα που έχασαν τον πόλεμο από άντρες σαν κι εκείνους, εκείνος έγραφε για να μη σκέφτεται και για να μη φοβάται, κι όσο μπορούσε κι έγραφε, ένοιωθε πως δεν έχει χάσει το παιχνίδι.

Ο αφηγητής αυτός δεν έπαψε να αναρωτιέται συνεχώς για την «πίσσα» των αναμνήσεων, που, σύμφωνα με μια άποψη, έπρεπε να καταλύονται ως αστικό και φασιστικό κατάλοιπο, καθώς η ιστορία απαιτούσε να κοιτάζει κανείς μπροστά κι όχι πίσω. Όμως παραδόθηκε ενσυνείδητα στην επώδυνη δοκιμασία της μνήμης, συγκεντρώνοντας κάθε σχετικό γραπτό και δημιουργώντας ένα τεράστιο αρχείο που αντηχεί σαν το κοχύλι που κρατούσε πάντα μαζί του. Και τελικά τούτο το σπαράσσον «ημερολόγιο» δεν μπορεί να μην σε γεμίζει με την ισχυρότερη αισιοδοξία, γιατί ο χαρακτήρας του έζησε για να μιλήσει εκ μέρους όλων εκείνων που βίωσαν όλα εκείνα τα ανείπωτα, χωρίς να μπορέσουν ποτέ να τα γράψουν.

Εκδ. Πόλις, 2009, μτφρ. – σχόλια: Κυριάκος Φιλιππίδης, σελ. 344 (Andrés Trapiello, Días y Νoches, 2000). Σε όλες τις φωτογραφίες οι πρόσφυγες του Ισπανικού Εμφυλίου. Στην τελευταία, η άφιξη προσφύγων στο Le Perthus [1939].

Πάμπλο Τουσέτ – Ο άρχοντας των χοιρινών

Ο διάβολος στο σφαγείο

Βέβαια, όποιος δεν ξέρει να βρει απολαύσεις στη ζωή, πιθανώς δεν μπορεί να τις βρει ούτε στο θάνατο. Υποθέτω πως ένας αυτόχειρας bon vivant θα ήταν παραδοξολογία – δε νομίζετε; Το θέμα είναι πως ούτε οι αυτόχειρες μπαίνουν στο χωριό μας. Συνεχίζουν στον αυτοκινητόδρομο, κάνουν το γύρο του Ορλά και πηδάνε. Μερικές φορές με το αμάξι· εκεί κάτω έχει γίνει νεκροταφείο αυτοκινήτων πια.

Υπάρχει περισσότερο αποτρόπαιο σκηνικό από ένα σφαγείο ή εφιαλτικότερη διαδικασία από εκείνη του σφαγιασμού; Ανεξαρτήτως απάντησης ο Τουσέτ στην παρούσα αστυνομική «δοκιμή» δεν παρασύρεται από τον εντυπωσιασμό που παρέχει ένα τέτοιο περιβάλλον. Τόσο ο τόπος όσο και τα διαδοχικά στάδια της σφαγής αποτελούν μεν τα δεδομένα ενός φόνου μιας 65χρονης γυναίκας σ’ ένα απομακρυσμένο ορεινό ισπανικό χωριό, μένουν όμως στο περιθώριο της αφήγησης. Δεν τον ενδιαφέρει η διαλεύκανση του εγκλήματος αλλά οι δαιδαλώδεις, περιπεπλεγμένες παρακαμπτήριοι προς την διάπραξή του.

Η διάβασή τους διίσταται σε δυο μέρη («Στον Κόσμο», «Στον Παράδεισο») που παρακολουθούν αντίστοιχα τις πορείες δυο διαφορετικών αστυνομικών. Ο Πουγιόλ, τυπικός εκπρόσωπος του παραδοσιακής «σχολής», κρατάει σημειώσεις για τα πάντα, σε μια προσπάθεια να ενταχθεί στην «λογική των νέων καιρών» ακόμα και μέσω της σύγχρονης μουσικής. Προσεγγίζοντας θεωρητικά το έγκλημα, μελετά συγγράμματα περί ψυχοπάθειας και αγωνίζεται να επιλύσει τον γρίφο της επιγραφής που βρέθηκε στο θύμα και των παρεμφερών στίχων που δημοσιεύτηκαν σε επαρχιακό λογοτεχνικό περιοδικό. Ο Τόμας περιπλανιέται στη Νέα Υόρκη πολιορκώντας και αποπλανώντας μια νεαρή γυναίκα. Ο συγγραφέας προφανώς επιθυμεί να διασκεδάσει την διάθλαση του μύθου, παραχωρώντας μεγάλη έκταση στην αμερικανική εμπειρία του «Τ.» και στις συχνά εξουθενωτικές λεπτομέρειές της, προτού καταλήξει στο σημείο σύγκλισης των δυο ερευνών: την εξιχνίαση του ελάχιστου ποσοστού των ανεξιχνίαστων υποθέσεων και την διείσδυση στον κόσμο της ψυχοπάθειας. Μόνο που ο «Τ.» φαίνεται αποτελεί ο ίδιος κομμάτι του, όσο κι αν διατείνεται πως αποτελεί την μεταμοντέρνα εκδοχή ενός ιεροεξεταστή» και πως «υπάρχουν μόνο δυο κατηγορίες ιεροεξεταστών: ή είμαστε ψυχοπαθείς ή ακριβώς το αντίθετο – κάποιος που πιστεύει σε κάποιο είδος δικαιοσύνης ή γενικού καλού στο οποίο πρέπει να συμβάλλει.

Στο πιο ενδιαφέρον τμήμα του μυθιστορήματος (τιτλοφορούμενο πλέον «Στην Κόλαση») ο «Τ.» μεταβαίνει στο χωριό του εγκλήματος δήθεν ως νέος κάτοικος με σκοπό να εργαστεί αργότερα στο σφαγείο. Το Σαν Χουάν δε Ορλά απολαμβάνει την «αίγλη» ενός καθαρτηρίου έκτισης ποινής, αλλά και του ενδιαιτήματος του Μοπασάν λίγο προτού τρελαθεί. Οι περίεργοι έως αποτρόπαιοι κάτοικοι αυτού του εσωστρεφούς και αποκλεισμένου κόσμου, που μοιάζει με «μια λασπότρυπα τρύπα του συστήματος» και «όπου οι ειδήσεις μοιάζουν με σίριαλ επιστημονικής φαντασίας», όπως καγχάζει ένας εξ αυτών, κινούνται μεταξύ του μοναδικού μπαρ, όπου η ίδια κασέτα γυρίζει ατέρμονα στο κασετόφωνο, της εκκλησίας όπου η λειτουργία γίνεται από μια τηλεόραση μπροστά στο ιερό και του τοπικού «συνεταιρισμού».

Έτσι ζούμε σ’ «ένα νησί της λησμονιάς…μια τρύπα του συστήματος…ή μάλλον μια λασπότρυπα. Να βλέπεις εδώ τις ειδήσεις είναι το ίδιο σαν να βλέπεις σίριαλ επιστημονικής φαντασίας, και θα το αντιληφθείτε κι εσείς αν αντέξετε.

Ο συγγραφέας δοκιμάζει ιδιότυπες παρομοιώσεις για την περιγραφή της πόλης και των ενοίκων της (ένας εξοργισμένος Διογένης, ο Γολιάθ της κυκλοφορίας, οι Παρθένες και ο Μινώταυρος, οι υπάλληλοι στους δρόμους σαν σκουλήκια στο πτώμα της), μιας πόλης που μπορεί και να είναι νεκρή· μόνο η ανάμνηση αυτού που άλλοτε ήταν, και αν βράζει από την ακατάπαυστη κίνηση, σαν ένα ψόφιο σκυλί με εκατομμύρια σκουλήκια πάνω στο πτώμα του που παλεύουν να επιβιώσουν.

Τελικά το εφιαλτικό σφαγείο της UNI-PORK με τον θάλαμο της απεντέρωσης και τις αίθουσες τεμαχισμού και ψύξης, τον υδάτινο και ξερό μαστιγωτή, το μηχάνημα ηλεκτρονάρκωσης των χοίρων και το σαν κόλαση ζουμί μοιάζει το ιδανικό συμπλήρωμα στη ζέχνουσα εργατική και ανθρωπολογική παθολογία της πόλης. Η «γραμμή της θυσίας» στην αλυσίδα της περίκλειστης βιομηχανίας του σφαγείου, η νάρκωση του θύματος σε μια μακρόχρονη και περίπλοκη διαδικασία ως το θάνατο, η ταύτιση του χοίρου με την ηδονή, την αμαρτία και την ρυπαρότητα αλλά και η χρήση του ως μεταφορέα παράνομων εμπορευμάτων ραμμένων στην κοιλιά του, οι εξάρσεις απρόκλητης και αψυχολόγητης βίας και η επακόλουθη διέγερση και  αμνησία είναι μόνο μερικά από τα στοιχεία που ορίζουν τον πολύπλευρο κύκλο του αινίγματος – εγκλήματος. Που πιθανώς «ζήλεψε» την φήμη του άξενου αυτού τοπίου ως ιδανικού τόπου αυτοχειρίας, καθώς ο κόσμος δε βολεύεται να βάλει ένα λάστιχο στην εξάτμιση και να ρουφήξει μονοξείδιο του άνθρακα, θέλει κάτι πιο θεαματικό, κάτι σαν ένα τελευταίο λεπτό δόξας.

Τελικά κάθε μέρα βλέπουμε και κάνουμε ένα σωρό πράγματα για τελευταία φορά στη ζωή μας χωρίς να το συνειδητοποιούμε, δίχως καιρό για αποχαιρετισμούς.

Εκδ. Opera, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, 2008, 475 σελ. [Pablo Tusset, En el nombre del cerdo, 2006]

Δημοσίευση και στο mic.gr [υπό τίτλο: The Lord of the Pigs ή όταν το νουάρ γίνεται ροζ, κι όχι με την ερωτική έννοια…]. Στις φωτογραφίες, εγκαταλειμμένα σφαγεία.