Colin Thubron – Στη σκιά του Δρόμου του Μεταξιού

Έρχονται στιγμές που αισθάνεσαι τον εαυτό σου ελαφρύ, χωρίς βάρος. Ανοίγεις τις κουρτίνες (αν υπάρχουν) και βλέπεις μπροστά σου μια απέραντη ερημιά μέσα σ’ ένα χλωμό φως και νιώθεις αποκομμένος από οτιδήποτε σου έδινε μια αίσθηση ταυτότητας. Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από οποιονδήποτε άνθρωπο που σε γνωρίζει, έχεις την αίσθηση ότι το παρελθόν σου είναι πιο ελαφρύ, ότι σχεδόν δεν ανήκει σ’ εσένα. Ακόμα και οι δεσμοί αγάπης σου έχουν ατονήσει (το δορυφορικό τηλέφωνο είναι στο σακίδιό μου, αλλά δεν χτυπάει ποτέ). Στο τέλος νοιώθεις άτρωτος, πράγμα που είναι πολύ επικίνδυνο. Φοβάσαι μόνο μήπως δεν καταλάβεις τι βλέπεις ή τι σου λένε ή δεν καταφέρεις να φτάσεις εκεί που θέλεις. Μερικές φορές αυτό που σε παρακινεί να συνεχίσεις είναι μια ψυχρή περιέργεια για την οποία ντρέπεσαι μόνο όταν επιστρέψεις στην πατρίδα σου. Άλλες φορές κάτι σε αγγίζει, κάτι σε συγκινεί, αλλά εσύ δεν σταματάς, συνεχίζεις το ταξίδι. (σ. 142)

Εκατό λόγοι σε σπρώχνουν να πας. Πηγαίνεις για να αγγίξεις την ταυτότητα των λαών, να κατοικήσεις έναν άδειο χάρτη. Πηγαίνεις επειδή διψάς για την έξαψη, για να ακούσεις ξανά το γρατσούνισμα από τα παπούτσια σου πάνω στο χώμα· πηγαίνεις επειδή έχεις μεγαλώσει και θέλεις να καταλάβεις κάτι πριν να είναι πολύ αργά. Πηγαίνεις για να δεις τι θα γίνει. Οι παραπάνω φράσεις τριβελίζουν διαρκώς στο μυαλό του ταξιδευτή – συγγραφέα Κόλιν Θέμπρον. Αλλά πολλαπλασιάζονται στη σκέψη του ταξιδιού στο Δρόμο του Μεταξιού, ενός ολόκληρου δικτύου επιλογών, αμφισβητούμενων συνόρων, αχαρτογράφητων φυλών. Η μεγαλύτερη δια ξηράς διαδρομή στον κόσμο ξεκινά από την καρδιά της Κίνας, προς τις οροσειρές της Κεντρικής Ασίας, το βόρειο Αφγανιστάν, τα υψίπεδα του Ιράν και το Κουρδιστάν. Ο όρος επινοήθηκε από τον Γερμανό γεωγράφο Φέρντιναρντ φον Ριχτχόφεν και στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για έναν μοναδικό δρόμο αλλά για δίκτυο αρτηριών που έφτανε μέχρι τη Μεσόγειο.

Μετάξι: ένα από τα πρώτα υλικά (μαζί με το κόκαλο και το ξύλο) πάνω στα οποία μπορούσε να γραφτεί κάτι: έδωσε εγκυρότητα σε αυτοκρατορικά διατάγματα, μετέφερε μηνύματα σε νεκρούς σε θρησκευτικές τελετές. Η ζωγραφική τοπίων εξελίχθηκε σε μια σχεδόν μυστικιστική τέχνη. Το στιλπνό κενό του γινόταν μια ζωντανή παρουσία. Σ’ αυτή την μακροχρόνια σκυταλοδρομία, τα εμπορεύματα περνούσαν από χέρι σε χέρι εκείνων των γιγάντιων καμηλιέρηδων. Το μεταγενέστερο οχτάμηνο ταξίδι με τις καμήλες θα ακουγόταν αστείο στα αυτιά εκείνων των αντρών. Το δικό τους διαρκούσε έως και χρόνια και συχνά δεν γύριζαν στο σπίτι τους ποτέ. Ο Θέμπρον μας εξομολογείται πως στο όνειρό του συνομίλησε μ’ έναν τέτοιο σκονισμένο έμπορο, ο οποίος τον ρώτησε γιατί θέλησε να κάνει το ίδιο ταξίδι. Και του απάντησε: Ταξιδεύω γιατί θέλω να μάθω. Για να διώξω το φόβο. Αυτό που φοβάμαι είναι μήπως δεν συναντήσω τίποτα. Αυτό που φοβάται ο σύγχρονος ταξιδιώτης είναι μήπως δεν συναντήσει τίποτα σημαντικό. Μήπως συναντήσει μόνο το κενό. (σ. 31-32)

Ο Θέμπρον ξεκινάει από την Κίνα, μια χώρα όπου για αιώνες η διαφορετικότητα ήταν από ηθική άποψη ενοχλητική. Η αλλοτινή ερμητικά κλειστή αυτοκρατορία τώρα αιωρείται συντετριμμένη τριγύρω του. Στην διαρκώς ανοικοδομούμενη Σιαν κάθε εκατό μέτρα μια τεράστια εικόνα φτιαγμένη στο κομπιούτερ σε πληροφορεί τι χτίζεται στο οικόπεδο πίσω της, ενώ τεράστιες λεωφόροι μοιάζουν με φουτουριστικά θεατρικά σκηνικά. Σε κάθε νεανικό αυτί γυαλίζει ένα μικρό ασημένιο κινητό. Οι μεγαλύτεροι όμως; Εκείνοι που έζησαν την πείνα της εποχής του Μεγάλου Άλματος και επιβίωσαν μετά την Πολιτιστική Επανάσταση (Π.Ε.); Δεν φαίνεται να υπάρχει πουθενά θέση γι’ αυτούς. Τα πρόσωπά τους μοιάζουν σφιγμένα, λες και τα έχει στεγνώσει η Ιστορία. Ζουν σε σπίτι με αυλακωτές λαμαρινένιες στέγες και μικρές κλειστοφοβικές αυλές, λίγο παραπέρα από τους πλατιούς δρόμους. Κανείς δεν μιλάει για τότε. Στα μαγαζιά τα αναμνηστικά της Π.Ε. πουλιούνται σαν αξιοπερίεργα αντικείμενα – οτιδήποτε θυμίζει εκείνη την εποχή αποτελεί εμπορεύσιμο κιτς.

Κάτω από τα κόκκινα χάρτινα φανάρια ενός εστιατορίου, ο ιδιοκτήτης και η κόρη του μελετούν παλαιότερες ιστορικές περιόδους (των Τανγκ, των Σουνγκ): Έχουμε όλες αυτές τις πολύ παλιές ιστορίες. Προσπαθώ να τις ξαναγράψω με τέτοιο τρόπο ώστε να αρχίσουν οι άνθρωποι να τις αμφισβητούν. // Ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή δεν είναι μέσα στις παραδόσεις της Κίνας.  Πριν είκοσι χρόνια το εστιατόριο ήταν γεμάτο με βλοσυρούς γραφειοκράτες με άκαμπτα κοστούμια – τώρα βλέποντας τους άντρες με τα τζάκετ αναρωτιέσαι μήπως απλώς άλλαξαν τη μια στολή με μια άλλη… Κι όμως καθώς ανταποδίδει το χαμόγελο στην Μινγκζάο νοιώθει σα να δημιουργείται ένα τεράστιο τεκτονικό ρήγμα κάτω από την επιφάνεια της Κίνας καθώς η αρχέγονη υποταγή στην ομάδα χαλαρώνει και δίνει τη θέση της στην ατομικότητα.

Ιδιαίτερα υποβλητικές σελίδες είναι οι σελίδες όπου ο συγγραφέας βρίσκεται στο μαγαζάκι – βιτρίνα ενός αρχαιοκάπηλου, που, όπως πολλοί, εκμεταλλεύεται το γεγονός πως η περιοχή του ήταν γεμάτη αρχαία νεκροταφεία αδύνατο να φυλαχτούν. Τόσο ο ίδιος όσο και ο οποιοσδήποτε αγοραστής ρισκάρουν τη ζωή τους ή την ελευθερία τους – ο δεύτερος και το ενδεχόμενο το εύρημα να είναι πλαστό. Αργότερα ξανασυναντά έναν παλιό του φίλο, τον καθηγητή Μου Λι, που σε προηγούμενο βιβλίο είχε τοποθετήσει με άλλο όνομα σε άλλη πόλη. Τώρα δε διέτρεχε κανένα κίνδυνο. «Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορεί να περιγράψει κανείς την ζωή της Κίνας στην αγγλική γλώσσα. Επειδή τίποτα δεν είναι δυνατόν να μεταφραστεί. Ούτε η κουλτούρα ούτε η πολιτική ούτε η καθημερινή ζωή. Οι λέξεις δεν ταιριάζουν. Οι ιδέες δεν υπάρχουν στα αγγλικά». Ένας άλλος καθηγητής είχε καταδικαστεί να μαζεύει για δέκα χρόνια τα σκουπίδια στο πανεπιστήμιο επειδή είχε στο σπίτι του μια Βίβλο.

Η Πολιτιστική Επανάσταση πολέμησε σκληρά τους βουδιστές. Ο βουδισμός ανέκαθεν αντιμετώπιζε δυσκολίες στην Κίνα. Ο κομφουκισμός και ο κομμουνισμός γίνονταν πιο εύκολα αποδεκτοί από την κοινωνία – για την ευσέβεια προς τους γονείς και την κοινωνική πρόοδο αντίστοιχα – ενώ ο βουδισμός υποσχόταν την προσωπική σωτηρία και σκοπός του ήταν το γκρέμισμα της αυταπάτης. Ο Θέμπρον συνομιλεί μ’ έναν Ζωντανό Βούδα, που του περιγράφει τις φρικιαστικές δημόσιες διώξεις που αν δεν οδηγούσαν στην αυτοκτονία, δημιουργούσαν στον διωκόμενο αισθήματα ενοχής, στέρηση κάθε ίχνους αυτοεκτίμησης και απώλειας της ανθρώπινης υπόστασης. Σήμερα σχεδόν σαράντα χρόνια μετά η ρητορική εκείνης της περιόδου μοιάζει παιδαριώδης κι εκείνος πιστεύει πως κάτι στα εσώψυχα των θυμάτων θα παρέμενε αλώβητο.  Μετά την Π.Ε. τα πάντα σε κάνουν ευτυχισμένο».

Ο ταξιδιώτης μοιράζεται σιωπηλά γεύματα με τους επιζώντες μιας πολιτικής τρέλας και τρομοκρατίας αρκετών δεκαετιών, ανθρώπους που οι μνήμες τους είχαν σταματήσει να μεταβιβάζονται, που δεν μιλάνε ποτέ για το παρελθόν. Εδώ εντοπίζεται μια ενδιαφέρουσα διαφορά: Στη Δύση η ψυχική υγεία εξαρτάται από το αν το άτομο θα αποδεχθεί το παρελθόν, θα συμβιβαστεί μ’ αυτό. Η μνήμη είναι κάθαρση. Αλλά στην περίπτωση της Π.Ε., όπου όλοι υπέφεραν, ίσως η επιλογή της λήθης σημαίνει την επιλογή της ζωής.

Σ’ αυτό το ταξίδι, η καθαρότητα των πολιτισμών, ακόμα και του κινέζικου, γίνεται αυταπάτη. Στο δρόμο του μεταξιού τίποτα δεν θα είναι ομογενές, αιώνιο. Η γλώσσα και η εθνική ταυτότητα αλλάζουν συνεχώς, όπως οι αμμόλοφοι των ερήμων. Σε μια κρύπτη αποκαλύπτεται ένας πολυπολιτισμικός κόσμος που κανείς δεν υποψιαζόταν: ιερά βουδιστικά χειρόγραφα, κείμενα γραμμένα στα κινέζικα, στην γλώσσα Σογδιανών, Πάρθων και Τούρκων, σε σανσκριτικά, θιβετιανά, ιουδαιοπερσικά, ακόμα και νεστοριανά κείμενα. Στον ωκεανό των φυλών της Κίνας κάθε φορά κάποιο κατεργάρικο γονίδιο εμφανιζόταν κάθε τόσο από το μακρινό παρελθόν και σφράγιζε τον φορέα του με τα σημάδια κάποιου κόσμου που δεν είχε αφήσει πίσω του κανενός άλλου είδους ανάμνηση. Σε απομακρυσμένα χωριά ψηλοί άνθρωποι με λευκό δέρμα και κόκκινα μαλλιά «αποδεικνύονται» πρόγονοι των …Ρωμαίων και εν γένει ενός ετερόκλητου πλήθους Λατίνων. Απ’ όσο γνώριζα οι πρόγονοί του συνέτρωγαν με τον Καίσαρα ή άκουγαν τους λόγους του Κικέρωνα. Όμως στο δωμάτιο του Ουάνγκ τα κουφώματα των παραθύρων είχε σαπίσει, οι κουρτίνες είχαν κουρελιαστεί και τα τελευταία κομμάτια αγγουριού είχαν καταβροχθιστεί.

Καθώς ο συγγραφέας βρίσκει ιερούς τόπους και μνημεία στη μέση του πουθενά, στις πλέον απίθανες περιοχές, τα πάντα απομυθοποιούνται (συχνά και τα ίδια τα μνημεία που σε κάποιες περιπτώσεις αποτελούν θλιβερές τουριστικές απάτες). Ίσως ούτε ο Λάο-τσε, ο κατά τον μύθο ιδρυτής του ταοϊσμού κατά τον 6ο αι. π.Χ.  δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα και η διδασκαλία του δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα απάνθισμα σοφών απόψεων – ένας μυστικιστικός πανθεϊσμός, η πίστη αυτών που προτιμούν να ζουν σαν ερημίτες.

Στο Σινικό Τείχος αιωρείται ακόμα ο ίδιος παλιός φόβος που ένοιωθε ο Κινέζος για την εσωτερική Ασία που έσκαζε κατά κύματα πάνω στο Σινικό Τείχος, για την ερημιά που απλωνόταν έξω από το βασίλειο. Αυτές οι σκοτεινές κατασκευές άλλοτε μοιάζουν σαν εγκαταλειμμένα ασύνδετα βαγόνια τρένου κι άλλοτε σαν να παραπατούν εξουθενωμένες – ένα τείχος για το οποίο σύγχρονοι σινολόγοι υποστηρίζουν πως κατασκευάστηκε περισσότερο να κρατήσει τους Κινέζους μέσα παρά τους νομάδες έξω, ένα τεράστιο όριο που εμβαπτίστηκε στον τρόμο, με εντοιχισμένους νεκρούς εργάτες για να κρατήσουν μακριά τις … εφόδους των πνευμάτων. Για αιώνες η Κίνα και η Δύση ζούσαν αγνοώντας η μία την ύπαρξη της άλλης

Ο συγγραφέας αισθάνεται διαρκώς την παλιά γνώριμη έξαψη της παιδιάστικης αίσθησης ότι κάθε φορά μπαίνει σ’ ένα χώρο άγνωστο, σε κάτι εντελώς αλλότριο. Περιπλανιέται σε φαντασματένια χωριά, μπαίνει στα σπίτια των κατοίκων, συνήθως άδεια με ξερή αυλή, χαμηλά δωμάτια με χωμάτινο πάτωμα και χτιστά κρεβάτια, κάτω από τα οποία βάζουν κάρβουνα για να ζεσταθούν, με μόνη πολυτέλεια μια μικρή παλιά τηλεόραση και μια έγχρωμη φωτογραφία σ’ ένα τοίχο – μια σελίδα από ένα περιοδικό, με μια γη πιο γλυκιά, που δεν θ’ αντικρίσουν ποτέ. Οι μεγαλύτεροι νοιώθουν τελεσίδικα άχρηστοι και παραμερισμένοι, με τα χωριά τους να αργοπεθαίνουν ξεχασμένα, θυσία στο βωμό της οικονομικής ανάπτυξης του έθνους

Αλλού βλέπει τον καπνό μιας τσιμεντοβιομηχανίας πίσω από το βουνό, γερανούς να ξεφυτρώνουν ανάμεσα στους λόφους, φορτηγά που απορείς πώς έφτασαν μέχρι εκεί. Στην παλιά μεθόριο που γεννούσε πάντα φόβο, στην ονομαζόμενη Άνω Ταταρία ή Κινέζικο Τουρκεστάν, το λεωφορείο (ένας μεταλλικός σκελετός με ξεκοιλιασμένα καθίσματα και μπράτσα σκέτα σίδερα) παραδίδει το πνεύμα του σε μια εφιαλτική κωμόπολη με ορυχεία αμιάντου, όπου τα σπίτια των μεταλλωρύχων ήταν σκοτεινές τρώγλες από τις οποίες βγαίνουν μαυρισμένοι άντρες σκυμμένοι σαν κατάδικοι. Σήμερα η Κίνα μοιάζει μ’ ένα απέραντο εργοτάξιο. Στο Λαν- τσόου ίσως βρίσκονται οι πιο μολυσμένοι της δρόμοι: 22 χιλιόμετρα κατά μήκος του Κίτρινου Ποταμού ανάμεσα σε διυλιστήρια και εργοστάσια χημικών χάνονται μέσα στην αιθαλομίχλη.

Δεν χρειάζεται να ειπωθεί πως ο ίδιος ο Θέμπρον εκτέθηκε σε πλείστους κινδύνους (αντάρτες στα υψίπεδα του Αφγανιστάν, αστυνομία σε Κιργισία και Ουζμπεκιστάν, ληστές), ενώ κρατήθηκε σε καραντίνα ως πιθανώς μολυσμένος με τον ιο SARS με άλλους ήδη μολυσμένους (όπου και συνδέθηκε συγκινητικά με τον ξεχασμένο απ’ όλους συγκρατούμενό του, σε κάτι παραπήγματα στη μέση του πουθενά). Λίγο καλύτερα πέρασε στα ξενοδοχεία της παλιάς Κίνας: σκοτεινά κρύα κτίρια πνιγμένα στη μύγα, με ξεχειλισμένες τουαλέτες, εμαγιέ πτυελοδοχεία, γυμνούς γλόμπους βιδωμένους σε σπασμένα πλακάκια, μυρωδιές νουντλ, καμένου λίπους και ούρων. Αλλά συνέχισε…

 …. από την Μάντρα (γη σμιλεμένη από την άμμο που φέρνουν εδώ και αμέτρητους αιώνες οι αέρηδες από την Μογγολία) στο Τάκλα Μακάν, που σημαίνει «εγκαταλειμμένος τόπος», μια από τις πιο επικίνδυνους ερήμους στον κόσμο, όπου οι μαύρες αμμοθύελλες μπορούσαν να σηκώσουν ολόκληρους αμμόλοφους και να θάψουν ολόκληρα καραβάνια. Κι απ’ τους Ναούς του Ματίσι, όπου πρόσωπα από τις χίλιες μινιατούρες από βούδες είχαν μουτζουρωθεί ή ξυθεί από τους Ερυθρούς Φρουρούς, σβησμένο το καθένα με ένα πρόχειρο Χ σαν να ήταν μια μαθηματική εξίσωση που δεν είχε επιλυθεί, στα χωριά όπου τα μεγάφωνα που προπαγανδίζουν τον οικογενειακό προγραμματισμό σ’ ένα μακρινό χωριό καλύπτονται από την φλυαρία των σπουργιτιών μέσα στις λεύκες.

Κίνα, Κιργισία, Ουζμπεκιστάν, Αφγανιστάν, Ιράν, Κουρδιστάν, Τουρκία: το βλέμμα αυτού του τελευταίου των ευγενών –  ταξιδιωτών (gentlemen – travellers), αυτού του ακούραστου συγγραφέα – ταξιδευτή κυκλώνει την σκιά μιας διαδρομή 11 χιλιάδων χιλιομέτρων – σκιά, γιατί κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν αυτή η κεντρική αρτηρία αποτελούσε το Δρόμο του Μεταξιού. Το μόνο σίγουρο είναι πως εδώ οι εθνικότητες χάνουν τη σημασία τους και η διαφορετικότητα με την επιμειξία εξαπλώνονται παντού. Εδώ «θα μπορούσε να τρελαθεί κανείς αν επιχειρούσε να βρει την καταγωγή ακόμα και των πιο απλών πραγμάτων».

Εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Αθανάσιος Ζάβαλος, σελ. 427, με τετρασέλιδο παράλληλο χρονολόγιο Κίνας, Κεντρικής Ασίας, Ιράν και Δύσης και τέσσερις δισέλιδους χάρτες (Shadow of the Silk Road, 2006). Οι φωτογραφίες των τοπίων είναι από την ιστοσελίδα ενός ταξιδιώτη στον Δρόμο του Μεταξιού, εδώ. H 14χρονή βοσκός της τελευταίας μας θυμίζει τη νεαρή κιργισιανή που μίλησε στον συγγραφέα για την ομορφιά του τοπίου, την απόλυτη ησυχία αλλά και την πλήρη απομόνωση στην οποία ζει.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και σε: mic.gr.

Anna Funder – Stasiland. Ιστορίες πίσω από το τείχος του Βερολίνου

Το τείχος μέσα στο κεφάλι

Μέρος Α΄

Το ότι μιλάς για την ιστορία σου σημαίνει ότι απελευθερώνεσαι απ’ αυτή; Ή μήπως ότι οδεύεις προς τα μέλλον σου αλυσοδεμένος; (σ. 110)

Αν ζούσαμε σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς κι έπρεπε να επιλέξουμε ανάμεσα στο να δώσουμε πληροφορίες για τους φίλους μας ή να αποχωριστούμε δια παντός σύζυγο και παιδιά τι θα επιλέγαμε; Πόσοι από εμάς θα έμεναν ηθικά ακέραιοι; Μετά την πτώση τέτοιων καθεστώτων οι φάκελοι των πολιτών θα πρέπει παραδίδονται στους ίδιους, να καίγονται ή να ανοίγονται έπειτα από πολλά χρόνια ή μετά τον θάνατό τους; Τα κτίρια των μαρτυρίων να γίνονται μνημεία του παρελθόντος, να κατεδαφίζονται απαλλάσσοντας τον τόπο από το βάρος τους ή να υφίστανται «ιδεολογική ανακαίνιση» με σοβάντισμα και μετονομασία; Πιο επικίνδυνη είναι η γνώση ή το να αγνοείς το παρελθόν και να ξαναρχίζεις από την αρχή, με διαφορετικές σημαίες, διαφορετικά φουλάρια και κράνη;

Ιδού μερικά από τα ερωτήματα που εξακολουθούν να απασχολούν όσους έζησαν υπό το καθεστώς της πρώην Ανατολικής Γερμανίας ακόμα και σήμερα, είκοσι σχεδόν χρόνια μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Η Φάντερ (γεν. 1966) δίνει τον λόγο και στις δυο πλευρές του καθεστώτος: τόσο στους ανθρώπους της Στάζι όσο και στα θύματά τους. Δεν περιορίζεται στις αυτονόητες επισκέψεις σε αρχεία, σημεία του τείχους ή στα πνιγμένα στο λινόλαιο και τις αποχρώσεις του καφέ δημόσια κτίρια που έχουν ακόμα «την οσμή των γέρων» κυβερνητών ή του καθαρού φόβου. Αναζητά η ίδια τους συνομιλητές της μέσω αγγελίας και συζητά ακόμα και με τους περίφημους ανεπίσημους συνεργάτες (ΙΜ – Inoffizielle Mitarbeiter), δηλαδή μυστικούς καταδότες συγγενών και φίλων. Οργανώνει το υλικό της υπό μορφή ταξιδιωτικού χρονικού με στοιχεία ρεπορτάζ, ενσωματώνοντας σύντομα ιστορικά της κατασκευής και πτώσης του τείχους και μικρές προσωπογραφίες των Χόνεκερ και Μίλκε (αρχηγού της Στάζι), και θίγει αποσιωπημένα ζητήματα, όπως η αποκλειστική σύνδεση του Ναζισμού με την Δυτική Γερμανία, που χαρακτηρίζεται ως ένας από τους ευφυέστερους αθωωτικούς ελιγμούς του εικοστού αιώνα.

Το «ανατολικογερμανικό σύστημα» δεν είχε απλώς τα γνωστά χαρακτηριστικά των δικτατοριών (γραφειοκρατία, τεράστιος όγκος εγγράφων, παθολογική εμμονή στις λεπτομέρειες). Ήταν πιθανώς το πιο τελειοποιημένο κράτος παρακολούθησης όλων των εποχών: ένας πράκτορας της Στάζι αντιστοιχούσε σε είκοσι τρεις ανθρώπους. Στην υπηρεσία τους επικουρούνταν από μικρόφωνα κρυμμένα σε διακοσμητικά λουλούδια, ποτιστήρια ή στις πόρτες των Τράμπαντ, από «δείγματα οσμής» του κάθε ανθρώπου (που σήμερα κανείς δεν γνωρίζει σε ποια χέρια βρίσκονται) και σπρέι με χειροκίνητες αντλίες που ψέκαζαν τα άτομα στο πλήθος ή στις ανακρίσεις – μήπως έτσι πέθαναν από ένα σπάνιο είδος καρκίνου οι αντιφρονούντες συγγραφείς Γύργκεν Φουκς και Ρούντολφ Μπάρο;

Σε μια κοινωνία όπου οι πάντες υποπτεύονταν τους πάντες και η δυσπιστία που απέρρεε απ’ αυτό αποτελούσε θεμέλιο της κοινωνικής ύπαρξης, οι πολίτες αισθάνονταν ότι το μέλλον τους εξαρτάται από τη συμφωνία τους με όσα λέει και κάνει το κράτος. Έπρεπε, συνεπώς, να μάθουν να ζουν σε μια σχέση «εσωτερικής εχθρότητας αλλά εξωτερικής συμμόρφωσης προς το κράτος». Εξασκήθηκαν στην αυτο–λογοκρισία και βίωσαν μια εσωτερική ψυχολογική εξορία. Αντιλαμβανόταν την κατάσταση αλλά προσπαθούσαν να μη δίνουν σημασία σ’ αυτή την πραγματικότητα για να μην τρελαθούν. Αν ήθελες να διατηρήσεις την πνευματική σου υγεία, έπρεπε να αποδέχεσαι και ταυτόχρονα να αγνοείς «τη λογική της ΛΔΓ». Αν παίρναμε τα πράγματα τόσο σοβαρά όσο νόμιζε ο κόσμος στη Δύση, θα αυτοκτονούσαμε όλοι!

Η γελοιότητα αποτελεί κοινό στοιχείο των ολοκληρωτικών συστημάτων. Συχνά εκπονούνταν διατριβές με θέμα «Περί των πιθανών αιτίων της ψυχολογικής παθολογίας της επιθυμίας παραβίασης των συνόρων», ενώ επινοήθηκε ο χορός Λίπσι, άχαρος, αλύγιστος και χωρίς αγγίγματα, προερχόμενος τάχα από τη νεολαία, ως ένα αντίδοτο στο ξενόφερτο ροκ. Όταν πράκτορες εντόπισαν σε βιβλιοθήκη αντίτυπο της απαγορευμένης Φάρμας των Ζώων, χαμογέλασαν χαρούμενοι καθώς είδαν στο εξώφυλλο γουρούνια που κρατούσαν μια κόκκινη σημαία!

Βασικό κορμό του Stasiland αποτελούν οι συνομιλίες της Φάντερ (δημοσιογράφου αλλά και δικηγόρου διεθνών υποθέσεων) με απλούς, «καθημερινούς» ανθρώπους των οποίων η ζωή καθορίστηκε ολοκληρωτικά από το γεγονός ότι θεωρήθηκαν εχθροί του κράτους, ακόμα και εξαιτίας ενός τυχαίου συμβάντος. Η Μίριαμ θεωρήθηκε εχθρός του κράτους από τα 16 της ενώ μέχρι σήμερα συναντά εμπόδια αναζητώντας την αλήθεια για την υποτιθέμενη αυτοκτονία του συζύγου της στη φυλακή. Θέλουν να πάψουν να σκέφτονται το παρελθόν. Θέλουν να προσποιηθούν πως αυτά δεν υπήρξαν. Η Γιούλα καλούνταν συχνά στα γραφεία της Στάζι για να ερμηνεύσει λέξεις που έγραφε στα γράμματά που αντάλλαζε με τον Ιταλό εραστή της, ενώ στο τέλος των παρακολουθούμενων υπεραστικών κλήσεων μεταξύ τους έλεγε «καληνύχτα σε όλους». Η φράου Πάουλ αρνήθηκε να προδώσει το πρόσωπο που της υπέδειξαν, χάνοντας το αντάλλαγμα να βρεθεί κοντά στο άρρωστο παιδί της στην άλλη πλευρά του τείχους. Άλλοι δεν άφησαν τον εαυτό τους να διαλυθεί, αντιμετωπίζοντας με χιούμορ τα παθήματά τους, όπως ο Κλάους Ρενφτ, αρχηγός του δημοφιλέστερου ροκ συγκροτήματος της χώρας, που αφανίστηκε ολοκληρωτικά από το προσκήνιο λόγω ανυπακοής. Ο Ρενφτ θεωρεί ως μικρή του νίκη την κρυφή μαγνητοφώνηση της υπαλλήλου που τους ανακοινώνει από σήμερα σας πληροφορούμε πως δεν υπάρχετε και δηλώνει: Για τις λεπτομέρειες της ζωής μου μπορώ σήμερα να ανατρέξω στους φακέλους κι αυτό είναι ευτύχημα.

Στην απέναντι πλευρά, αρκετοί δέχονταν να γίνουν πληροφοριοδότες, «άλλοτε γιατί πίστευαν στην υπόθεση, άλλοτε γιατί ένοιωθαν πως θα γίνουν κάποιοι, πως κάποιος θα τους ακούει με προσοχή». Ο Χάγκεν Κοχ επιμένει πως διδάχτηκε από πολύ μικρός ότι η χώρα τους είναι θρησκεία, με το δικό της κλειστό σύστημα πίστης, δική της κόλαση, παράδεισο και άφεση αμαρτιών. Πολλοί παραμένουν αμετανόητοι, όπως ο Καρλ Έντουαρντ φον Σνίτσλερ που σε ειδική τηλεοπτική εκπομπή ασκούσε κριτική σε αποσπάσματα από την δυτική τηλεόραση ή απλώς διακατέχονται από την νοσταλγία της Ανατολής (Ostalgie). Είναι αξιοσημείωτο πως οι πρώην πράκτορες σταδιοδρομούν ως ασφαλιστές, τηλεπωλητές ή μεσίτες, ακριβώς δηλαδή σε επαγγέλματα που απαιτούν την τέχνη του να πείθεις κάποιον να κάνει κάτι παρά την επιθυμία του ή τα ενδιαφέροντά του. Πολλοί συναντιούνται μεταξύ τους ακόμα και με ημερήσια διάταξη ή συμμετέχουν στον μυστικό σύλλογο πρώην ανδρών της Στάζι (Insiderkomitee), όπου ασκούν πιέσεις για παραχωρήσεις δικαιωμάτων, γράφουν την δική τους άποψη για την Ιστορία και αλληλοϋποστηρίζονται σε δίκες, ενώ λέγεται πως παρενοχλούν όσους εργάζονται για να μαθευτούν τα πάντα για τις ενέργειές της.

Μπορεί πλέον να μην υπάρχουν παρά ελάχιστα απομεινάρια του τείχους, ένα άλλο τείχος όμως παραμένει σε πιο δύσβατη περιοχή. Η έκφραση Mauer im Kopf (τείχος στο κεφάλι) δεν υποδηλώνει μόνο την συνεχιζόμενη διάκριση των Γερμανών σε Ανατολικούς και Δυτικούς, αλλά και την διαιώνιση της ύπαρξης του στον μυαλό των μεν νοσταλγών ως ελπίδα, των δε θυμάτων ως εφιαλτικό ενδεχόμενο.

Σήμερα στο πρώην αρχηγείο της Στάζι πηγαίνουν άνθρωποι για να διαβάσουν τις βιογραφίες τους, ενώ σε άλλο τμήμα οι «συναρμολογήτριες» συγκολλούν μεταξύ τους όσα κατεστραμμένα αρχεία δεν πρόφτασαν να κάψουν ή να πολτοποιήσουν. Θα χρειαστούν 375 χρόνια με 40 εργαζόμενους για να αποκατασταθούν, αλλά η συμβολική σημασία είναι δεδομένη. Πώς είναι άραγε να περιμένεις να συναρμολογηθεί ένα κομμάτι της ζωής σου;

Μέρος Β΄

Τι απέγινε το δημοφιλέστερο ροκ συγκρότημα της Ανατολικής Γερμανίας (δηλ. της περίφημης Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας) Klaus Renft Combo όταν το 1975 υπερέβη τα όρια; Ήταν πολύ διάσημοι για να συλληφθούν, συνεπώς κλήθηκαν από μια αξιωματούχο που απλά τους ανακοίνωσε: από σήμερα σας πληροφορούμε πως δεν υπάρχετε. Στην ερώτηση του αρχηγού Κλάους αν είναι πλέον απαγορευμένοι, διευκρίνισε: Δεν είπαμε ότι είστε απαγορευμένοι. Είπαμε ότι δεν υπάρχετε. Οι δίσκοι τους εξαφανίστηκαν σε μια νύχτα, ο Τύπος σταμάτησε να τους αναφέρει, το ραδιόφωνο να τους παίζει. Η δισκογραφική AMIGA ανατύπωσε ολόκληρο τον κατάλογό της χωρίς αυτούς. Κατασκεύασαν και τους αντικαταστάτες τους Carousel, καθαρούς αντιγραφείς των KRC χωρίς τα κακά λογάκια φυσικά. Όμως ο Κλάους είναι μια αληθινή ροκ εντ ρολλ ψυχή: έχοντας προβλέψει τις εξελίξεις, κόλλησε ένα κασετοφωνάκι στο λουρί της κιθάρας και κατέγραψε τα λόγια της «συντρόφισσας» κατσίκας έτσι για ηχητικό εφφέ – μπορείτε σήμερα να ακούσουμε στον δίσκο 40 Years Klaus Renft Combo (1997).

Λίγα χρόνια πριν, μια νεαρή κοπέλα καλείται κάθε τόσο στα γραφεία της Στάζι για να τους εξηγήσει ορισμένα σημεία των ερωτικών επιστολών που ανταλλάζει με τον Ιταλό φίλο της- φανταστείτε την τραγελαφική σκηνή, όπου ο αξιωματικός την ρωτάει για λέξεις που δεν μπορεί να βρει στο μικροσκοπικό του λεξικάκι – μήπως δεν είναι τρυφερότητες αλλά συνθηματικές κατά του κράτους; Όταν δεν τής φράζονται όλοι οι επαγγελματικοί δρόμοι, επειδή αρνήθηκε να γίνει πληροφοριοδότρια, κι εκείνη δηλώνει στο Γραφείο Εργασίας πως είναι άνεργη, η ένστολη υπεύθυνη ουρλιάζει «δεν είστε άνεργη, απλώς ψάχνετε δουλειά!», αντιλαμβάνεται πως βρίσκεται μεταξύ μύθου και πραγματικότητας της ΛΔΓ, στο απόλυτο κενό.

Όταν ζητήθηκε από τους διαδηλωτές που κατέλαβαν το κτίριο της Στάζι (4.12.89) να δείξουν στους φρουρούς τις ταυτότητές τους, σαν μια παράδοξη παρωδία ελέγχου που έχαναν εκείνη τη στιγμή, εκείνοι αιφνιδιασμένοι το έκαναν υπάκουα, προτού καταλάβουν το κτίριο!

Το συναρπαστικό αυτό βιβλίο- καταγραφή μαρτυριών είναι γεμάτο από παρόμοιες ανατριχιαστικές και πολύ σκληρές ιστορίες. Ανθρώπων που έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα στην προδοσία φίλων και την ζωή της οικογένειάς τους, που συνειδητοποίησαν πως το κράτος δεν ήταν ο καλός πατέρας που είχαν στο μυαλό τους. Κι έτσι όπως ο ορισμός του «εχθρού» διευρυνόταν όλο και περισσότερο, καριέρες καταστρέφονταν προτού καν αρχίσουν, σχέσεις διαλύονταν, συνειδήσεις κατατρώγονταν.

Παρά την παθολογική της εμμονή στην λεπτομέρεια (ή μήπως εξαιτίας της;), η Στάζι απέτυχε τελείως να προβλέψει το τέλος του κομμουνισμού και της χώρας. Μεταξύ 1989 και 1990, από σταλινική κατασκοπευτική μονάδα τη μία μέρα, μουσείο την επόμενη. Αναλογίζομαι τον περιβόητο διοικητή της Στάζι Μίλκε, την στιγμή που αντιλαμβάνεται πως ο μηχανισμός που έχει δημιουργήσει είναι τόσο τέλειος, ώστε κάπου, κάποιος παρακολουθούσε στενά και τον ίδιο.

Όμως οι άνθρωποι – ερείπια που άφησε προσπαθούν να συνεχίσουν τη ζωή τους, ενώ οι πρώην καθεστωτικοί παραμένουν αμετανόητοι και πρέπει να νοιώθουν πολύ τυχεροί που οι Γερμανοί αντέδρασαν με σύνεση και ψυχραιμία. Σε άλλη χώρα, θα τους είχαν κατακρεουργήσει.
Εκδ. Οκτώ, 2008, μτφ.: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, σελ. 334, με σημειώσεις για τις πηγές. (Anna Funder – Stasiland: Stories from Behind the Berlin Wall, 2003).
Πρώτη δημοσίευση: Α’ μέρος: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 24, χειμώνας 2011. Β ‘ μέρος: εδώ.