Γκορ Βιντάλ – Η χρυσή εποχή

Ποιος είναι καταλληλότερος να μιλήσει για την ιστορική πορεία της σύγχρονης Pax Americana από τον Γκορ Βιντάλ; Ο περίφημος Αμερικανός συγγραφέας (και κάποτε σεναριογράφος και ηθοποιός, γεν. 1925) δεν είναι απλά μόνιμος και καυστικός επικριτής του αμερικανικού επεκτατισμού αλλά και δημιουργός μερικών συναρπαστικών ιστορικών μυθιστορημάτων, τόσο για την αρχαία και βυζαντινή εποχή (προσωπικά τον αγάπησα από τα Ιουλιανός και Δημιουργία) όσο και για την αμερικάνικη ιστορία. Εδώ ανήκει η Χρυσή Εποχή, έβδομο και τελευταίο βιβλίο στη σειρά των λεγόμενων Αμερικανικών Χρονικών του Η Χρυσή Εποχή αποτελεί το 7ο και τελευταίο βιβλίο στην σειρά των Αμερικανικών Χρονικών [Burr (1775-1840), Lincoln (1861-1865), 1876 (1875-1877), Empire (1898-1906), Hollywood (1917-1923), Washington, D.C. (1937-1952) και The Golden Age (1939-1954/2000)].

Στα ιστορικά μυθιστορήματα του Βιντάλ μυθιστορηματική και ιστορική αφήγηση βρίσκονται συνεχώς σε γόνιμο διάλογο, σε επική σύγκρουση, σε πεντακάθαρο αγώνα ισχύος. Κάτι τέτοιο συμβαίνει εδώ: μια εκπληκτική λογοτέχνηση του κλίματος της εποχής και της ατμόσφαιρας, με τους κανόνες του ντοκιμαντέρ και του μυθοπλασμένου ντοκουμέντου.

Η χρυσίζουσα 15ετία 1939-1954 είναι η αφετηρία της μονοκρατορίας των ΗΠΑ, από την ουδετερότητα μέχρι την εμπλοκή στον Β΄ Παγκόσμιο, και μετά στην Γιάλτα, τον Ψυχρό Πολέμο, τον Μακαρθισμό, και την πρώτη ήττα – βλέπε Κορέα, είναι η διαγράμμιση της πορείας με την οποία οι Πολιτείες αποκτούν και παγιώνουν αυτοκρατορικό προφίλ και αξιώσεις, επεκτείνονται στο εξωτερικό και καταπιέζουν στο εσωτερικό. Αν το σύνθημα του Ρούζβελτ φώναζε «όχι στον πόλεμο, εκτός κι αν μας επιτεθούν», τότε ίσως το Περλ Χάρμπορ ήταν θείο δώρο– κι αν ο αμερικανικός λαός έπρεπε να αποφασίσει για την τύχη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τότε κάποιος έπρεπε να τον καθοδηγήσει, κι ακόμα καλύτερα να τον πλάσει. Και μπορεί ο χαρακτηρισμός της εποχής ως χρυσής εμπεριέχει δόσεις σαρκασμού, δεν συμβαίνει το ίδιο για τον επιστημονικό και πολιτισμικό οργασμό της εποχής, με τις ανθοφορίες του κινηματογράφου, της τηλεόρασης, της τζαζ.

Ο Βιντάλ όπως πάντα αντλεί απ’ όλες τις κατηγορίες των πρωταγωνιστών (εκδότες, πολιτικοί, καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, σκηνοθέτες, άνθρωποι των κρίσιμων ιστορικών αποφάσεων) και αναμιγνύει επινοημένες με ιστορικές προσωπικότητες όπως οι Ρούσβελτ, Τρούμαν, Μακάρθι, Χήρστ, Χούβερ, οι οικογένειες της παραδοσιακής διαδοχής της εξουσίας που ζούσαν κατά μήκος του ποταμού Πότομακ, η ιδρύτρια της «Ουάσιγκτον Ποστ», αλλά και συγγραφείς όπως οι Τένεσι Ουίλιαμς, Πολ Μπόουλς κι ο ίδιος του ο εαυτός, αυτόπτης παρών σε όλα εκείνα τα καθοριστικά χρόνια. Είναι αξιοσημείωτο ότι η ίδια η οικογένειά του είχε αντιτεθεί στην είσοδο στον πόλεμο μαζί με άλλες προσωπικότητες (βλ. κίνημα «America First») και κατηγορήθηκαν ως …ναζιστές και αντιαμερικανοί.

Ο συγγραφέας γνωρίζει καλά τους κανόνες και τις απάτες του Θεάματος. Δεν έχει απλώς βρεθεί στα πολιτικά και κινηματογραφικά παρασκήνια, αλλά και γνωρίζει εκ των έσω με ποιο τρόπο αυτό αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του Αμερικάνικου Πολιτισμού και μέγιστο διαμορφωτή συνειδήσεων του λαού. Θέαμα, σώου, παράσταση, πολιτική, εξουσία, επιβολή, η διαδρομή είναι πάντα η ίδια.

Μην φοβηθείτε το ανθρωπογεωγραφικό σχεδιάγραμμα στην αρχή του βιβλίου, στην πορεία τα αναρίθμητα αυτά πρόσωπα παίρνουν τις προαποφασισμένες θέσεις τους σε αυτό τον θίασο με σκηνή την Ουάσιγκτον και άβουλους θεατές όλους εμάς. Η Χρυσή Εποχή είναι ένα από τα 2 μυθιστορήματα (το άλλο είναι ο Υπόγειος Κόσμος του Ντον Ντελίλο) που μας παραδίδουν πλήρη «Μαθήματα Αμερικάνικης Ιστορίας», του πώς και ποιοι κινούν τους τροχούς της Ιστορίας και με ποιο τρόπο τους βοηθούμε εμείς οι απλοί άνθρωποι να γίνουν κυρίαρχοι του πλανητικού παιχνιδιού.

Ο Βιντάλ μέχρι σήμερα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του αντιπολεμικού μετώπου (με δηλώσεις, άρθρα, πράξεις αλλά και σημαντικές εκδόσεις, όπως το Διαρκής πόλεμος για διαρκή ειρήνη. Πώς καταφέραμε να γίνουμε τόσο μισητοί, από τις ίδιες εκδόσεις). Ο ίδιος έχει δηλώσει πως η Χρυσή Εποχή είναι οριστικά το τελευταίο «ιστορικό» του μυθιστόρημα.

Συντεταγμένες: Gore Vidal, The Golden Age, 2000. / Εκδόσεις Scripta, 2003, μτφρ. Ρένα Χατχούτ, σελ. 608.

Πρώτη δημοσίευση σε πιο σύντομη μορφή: http://www.mic.gr/books.asp?id=15619

Πιέρ Ασουλίν – Ξενοδοχείο Lutetia

Προσωπικό ημερολόγιο: Ανέκαθεν αναζητούσα ένα μυθιστόρημα που να διαδραματίζεται σε ένα ξενοδοχείο. Που ο χώρος να μην αποτελεί απλώς το απαραίτητο φόντο της πλοκής (όπως π.χ. η αργεντίνικη και η πορτογαλική πανσιόν στα γοητευτικά κατά τα άλλα μυθιστορήματα Η Ροζάουρα μετά τα μεσάνυχτα του Μάρκο Ντενέβι και Ο κήπος δίχως όρια της Λίντια Ζορζ αντίστοιχα), ούτε και το σκηνογραφικό συμπλήρωμα των ιδιόμορφων ιστοριών (όπως στα Hotel New Hampshire του Τζον Ίρβινγκ, Ξενοδοχείο Ίρις της Yogawa Okawa και Ξενοδοχείο πολυτελείας του Κλοντ Σιμόν). Στην ουσία φανταζόμουν ένα κείμενο όπου ο ίδιος ο ξενοδοχειακός χώρος να μεταπλάθεται σε καθοριστικό μυθοπλαστικό παράγοντα: σε έναν άλλο μυθιστορηματικό «ήρωα» (ή μήπως «ηρώο»;).
Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα Καζαμπλάνκας (1953), γόνος Μαροκινοεβραίου πατρός, τεσσαρακονταετής κάτοικος Παρισιού, δημοσιογράφος των δρόμων και κριτικός λογοτεχνίας [τώρα Monde, Le Nouvel Observateur], ενίοτε βιογράφος και χρονογράφος. Τροφοδότης προσωπικού λογοτεχνικού blog (Le republique des livres). Το 2006 κυκλοφόρησε το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Θραύσματα Βιογραφιών. Μυθιστοριογράφος, ιστορικός και ερευνητής, ο Ασουλίν είχε έμμονο σχέδιο στο μυαλό του τη μυθοπλαστική αναπαράσταση της ζωής του Lutetia δεν ξέρει κι αυτός πόσο καιρό. Η συλλογή των στοιχείων κράτησε 3 χρόνια και ολοκληρώθηκε με την ενσωμάτωσή του στο προσωπικό του ξενοδοχείου για κάποιες μέρες.
Τοπογραφικό: Αριστερή όχθη Σηκουάνα, το μόνο πολυτελές ξενοδοχείο της, το πρώτο αρ-ντεκό κτίσμα των Παρισίων, ανάμεσα σε ένα πολυκατάστημα και μια φυλακή. Ενδότερα του ξενοδοχείου, διάδρομοι, χoλ, ρεσεψιόν, δωμάτια, τραπεζαρία, τουαλέτες, πόρτες.
Ήρωας: Ο ίδιος ο αφηγητής, υπεύθυνος ασφάλειας του ξενοδοχείου, ένας αγνώστου ηλικίας μοναχικός Αλσατός. Δίγλωσσος και διχασμένος στο πολιτιστικό του γερμανογαλλικό δίπολο, ψυχρά τρυφερός ή το αντίστροφο, τηρεί προσωπικούς φακέλους για τους «πελάτες» και εμβαθύνει σε χαρακτήρες και ενέργειες άλλων. Από το μόνιμο ορθοστατικό του φυλάκιο, ψυχαναλύει και φιλοσοφεί, αναρωτιέται και βασανίζεται από τα ίδια διλήμματα με τους παρατηρούμενούς του. Τα θραύσματα των ιστοριών που ακούει τυχαία ή μη, ολοκληρώνονται σε ιστορίες μέσα στο μυαλό του. Τα παρατημένα βιβλία των πελατών συγκροτούν την προσωπική του βιβλιοθήκη. Όποτε μιλάει για ξενοδοχείο είναι σαν να αναφέρεται σε κανονική πόλη. Το ξενοδοχείο δεν καθορίζει απλώς την ταυτότητά του: γίνεται η ίδια του η πατρίδα, με όλα τα επακόλουθα.
Πλοκή: Πλεγμένη σε τρία κεφάλαια: Ο κόσμος πριν, Στο μεταξύ, Η ζωή μετά. Τρεις φάσεις που αντιστοιχούν σε διαφορετικές εποχές, διαφορετικές λειτουργίες του κτιρίου, διαφορετικά στάδια ωριμότητας του ήρωα. Η μικρογραφημένη κοινωνία που περιφέρεται στα σαλόνια, τις σκάλες και τα δωμάτια ζει καθημερινότητες και πολεμικές συρράξεις, υποδέχεται χώρες και συνήθειες, δημιουργεί ή συμμετέχει σε μάχες. Οι πόλεμοι είναι κυριολεκτικοί και μεταφορικοί, οι διαμάχες στρατιωτικές, ή πολιτισμικές, οι κατακτήσεις καλλιτεχνικές ή ερωτικές. Και ποιοι είναι οι «μαχόμενοι»; Υπαρκτοί και μη, συγγραφείς, επιστήμονες, περαστικοί, κοσμοπολίτες, εκκεντρικοί, τυχαίοι, καλλιεργημένοι, τυχοδιώκτες, κατακτητές. Το προσωπικό του ξενοδοχείου. Πρόσωπα φανταστικά και πρόσωπα πραγματικά: Ματίς, Τζέιμς Τζόις, Τόμας Μαν, Μπλεζ Σαντράρ, Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί, Ροζέ Μαρτέν ντι Γκαρ, Χάινριχ Μαν, Βίλι Μπραντ, Αλμπέρ Κοέν. Άνθρωποι που εμφανίζονται με τα αληθινά τους ονόματα και μιλούν με τα δικά τους λόγια όπως καταγράφηκαν σε πάσης φύσεως πηγές (βλ. τρισέλιδη βιβλιογραφία στο τέλος).
Γοητεία: Το πρώτο γοητευτικό εύρημα εδώ είναι η πραγματική ιστορία ενός χώρου, όπως είναι ένα ξενοδοχείο. Ένα σκηνικό ανέκαθεν σαγηνευτικό, τόσο για όσους αγαπούν τα ταξίδια (των οποίων αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο) όσο και ως έννοια ενός (μετα)κινούμενου δωματίου μας σε ένα άλλο μέρος. Το ξενοδοχείο Lutetia μπορεί να αποτελεί τόπο αναψυχής, στάδιο γνωριμιών, χώρο διαβίωσης και συμβίωσης, γήπεδο κοσμοπολιτισμού. Μόνο που αυτά ισχύουν στην πρώτη του φάση, εφόσον στη συνέχεια αποκτά πρόσθετα στοιχεία ταυτότητας: στρατηγείο κατακτητών, θέατρο φόβου, εφιαλτικός κόσμος. Στο τρίτο μέρος, ο ίδιος χώρος γίνεται μνημείο θλίψης, τόπος μιασμένος, κτίριο-«μαρτύριο» (με την παλαιά έννοια του όρου): χώρος υποδοχής εκείνων που έρχονται από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Ιστορία μπορεί να συμβαίνει και σε έναν περίκλειστο κόσμο. Το δεύτερο εξίσου ισχυρό μυθοπλαστικό επίπεδο αφορά την ίδια την πλεύση της συνείδησης του αφηγητή μέσα σε όλον αυτόν τον ωκεανό, που κάποια στιγμή σταματά να είναι απλώς συνειδησιακός καταγραφέας και κολυμπάει κι αυτός στα κύματα δικών του οικογενειακών και ερωτικών πενθών. Μόνο που η καταγωγή μας μπορεί να καθορίσει όχι απλά την εικόνα μας στους άλλους, αλλά και την ίδια την ζωή μας, ερήμην μας. Και ακόμη, φτάνει κάποτε η στιγμή που έννοιες όπως προσαρμοστικότητα, συμβιβασμός, συνενοχή, προδοσία, επιβίωση, ακεραιότητα, αξιοπρέπεια φτάνουν κοντά, πολύ κοντά. «Μέχρι πού μπορεί να προχωρήσει κανείς χωρίς να προδώσει τη συνείδησή του»;
Γραφιστικά:  Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εναλλαγή περιγραφικών και φιλοσοφικών προτάσεων, ελκυστικότατη γραφή, συνεχής ανάπτυξη πλοκής, απολαυστικές λεπτομέρειες. Ο ευγενής μετρ της βιβλιοκριτικής Μπερνάρ Πιβό (που ως γνωστόν δεν μασάει τα λόγια του και σφάζει με το βαμβάκιον) υποκλίνεται στο δημιούργημα και δηλώνει αδυναμία να το κατατάξει. Η γνωστή οροθεσία μεταξύ καθαρής λογοτεχνίας και ιστορικής αφήγησης εδώ όχι απλά δεν μπερδεύεται αλλά σχεδόν εξαφανίζεται. Πότε ένα βιβλίο αποτελεί συναρπαστικό ντοκουμέντο και πότε γοητευτική μυθοπλασία; Τι αναλογία μεταξύ πραγματικών και φανταστικών προσώπων πρέπει να υπάρχει ώστε να καταταχτεί στο ένα, στο άλλο ή σε τρίτο είδος;
Απόσπασμα: Πρέπει να παραδεχτεί κανείς ότι παλιά ήταν καλύτερα. Είναι βέβαια αλήθεια ότι η νοσταλγία επηρεάζει, στρώνει ένα όμορφο χαλί από ξερά φύλλα δημιουργώντας την επίμονη ψευδαίσθηση μιας χρυσής περασμένης εποχής και την πεισματική ανάμνηση ενός χαμένου παραδείσου· δεν αγνοώ ότι όλος ο κόσμος ανέκαθεν έλεγε πως παλιά ήταν καλύτερα… Ακόμα και οι πελάτες παλιά ήταν ευγενικοί, καθόλου επιθετικοί όπως τώρα…Το προσωπικό επίσης είχε περισσότερα προσόντα….Παλιά οι άνθρωποι έτρωγαν περισσότερο και κάθονταν στο τραπέζι περισσότερη ώρα…Και όταν είχαν το καλό γούστο να πεθάνουν κοντά μας, στην κηδεία τους πήγαινε σχεδόν αποκλειστικά το προσωπικό, απόδειξη ότι ήμασταν η μοναδική τους οικογένεια, και το ξενοδοχείο, το μοναδικό τους σπίτι. (σ. 119-120).
Γίνεται συχνά λόγος για το πνεύμα ενός χώρου. Αγνοώ πού κρύβεται, παρόλο που πέρασα καμιά δεκαριά χρόνια προσπαθώντας να αφουγκραστώ την ανάσα του. Επειδή όμως είμαι σάρκα εκ της σαρκός του Ξενοδοχείου, ίσως γνωρίζω την ψυχή του. Μολονότι χρειάζεται κάποια τρέλα για να είναι κανείς τόσο εξαρτημένος από το χώρο όπου ζει. Μια μέρα θα αποσυρθώ κάπου στη Γαλλία. Φαίνεται πως όσο μεγαλώνει κανείς, τόσο πιο επαρχιώτης γίνεται. Τι σημασία έχει όμως αφού απομακρυνόμαστε από την κοσμική ζωή με την ψευδαίσθηση πως πηγαίνουμε κάπου για να ζήσουμε όμορφα, ενώ στην πραγματικότητα ψάχνουμε έναν τόπο για να πεθάνουμε όμορφα. Μακάριοι όσοι βρίσκουν τον τόπο για να τελειώσουν και να αρχίσουν! Όσοι δεν πεθαίνουν πολύ μακριά από εκεί όπου γεννήθηκαν. Δεν θα αφήσω τίποτα σε κανέναν, εκτός από ένα χνάρι στη μνήμη της Ν., και μερικά χνάρια πιο εφήμερα, αντιληπτά μόνο από τα μάτια που θα καταφέρουν να τα δουν. (σ. 415)
Συντεταγμένες: Pierre Assouline – Lutetia, 2005. Στα ελληνικά: εκδ. Πόλις, 2006. Μτφ.: Σπύρος Παντελάκης.
Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στις φωτογραφίες, μια εξωτερικη και εσωτερικη όψη του ξενοδοχείου.