Λογοτεχνείο, αρ. 123

Αλμπέρτο Σαβίνιο, «Ισιδώρα Ντάνκαν», σε: Άνθρωποι διηγηθείτε την ιστορία σας, εκδ. Αστάρτη, 1989, μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας, σ. 194 [Alberto Savinio, Narrate uomini la vostra storia, 1942].

Ακόμη κι ο κατακλυσμός που επιτελέστηκε με περισσή φροντίδα, άφησε πίσω του κάποιους διασωθέντες. Δεν είναι σπάνιο να συναντήσεις ανθρώπους πολύ δύσκαμπτους, με σκληρή έκφραση, και μερικούς με όψη κυριολεκτικά μπρούντζινη, κι αν πέσεις πάνω τους θα σου απαντήσουν μ’ ένα υπόκωφο και μυστηριώδες «νταν» κάτω απ’ τα ρούχα τους. Είναι άνθρωποι από μέταλλο, επιζήσαντες από την εποχή του χρυσού, του αργύρου ή του μπρούντζου. Έπειτα υπάρχουν οι επιζήσαντες από την εποχή των ηρώων, και μπροστά τους πρέπει να σηκωθείς όρθιος και να χαιρετήσεις. Έπειτα υπάρχουν αυτοί από τη λίθινη εποχή, άνθρωποι σκληρότατοι, κι αν κατά τύχη σου πατήσουν το πόδι, θα το θυμάσαι εφ’ όρου ζωής. Υπάρχουν, τέλος, οι επιζήσαντες από την ορνιθική εποχή, οι άνθρωποι πουλιά, άνθρωποι πανάλαφροι και ιπτάμενοι, που παραήταν λιγοστοί για να καλύψουν μόνοι τους μιαν εποχή, κι έτσι συγκρότησαν στους κόλπους άλλων βιολογικών ειδών μιαν ιδιαίτερη και κρυφή φυλή που, θροΐζοντας και κελαηδώντας, ζούσε εκεί όπου ήταν μεγαλύτερη η απόσταση από τους ανθρώπους και μικρότερος ο κίνδυνος να τους συναντήσουν.

Λογοτεχνείο, αρ. 119

Αλεσσάντρο Μπαρίκο – Χιλιαεννιακόσια. Ένας μονόλογος, εκδ. Άγρα, 2002, μτφ. Σταύρος Παπασπύρου (Alessandro Baricco – Novecento. Un monologo, 1994), 54, 65.

Δεν καταλαβαίνω. Είναι ένα από κείνα τα πράγματα που καλύτερα να μην τα σκέφτεσαι, γιατί παλαβώνεις. Όταν πέφτει ένα κάδρο. Όταν ξυπνάς, ένα πρωί, κι έχεις πάψει να την αγαπάς. Όταν ανοίγεις την εφημερίδα και διαβάζεις ότι κηρύχτηκε πόλεμος. Όταν βλέπεις ένα τρένο και σκέφτεσαι: πρέπει να του δίνω από δω. Όταν κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και συνειδητοποιείς ότι γέρασες. Όταν, στ’ ανοιχτά του Ωκεανού, ο Χιλιαεννιακόσια σήκωσε το βλέμμα απ’ το πιάτο του και μου είπε: «Στη Νέα Υόρκη, σε τρεις μέρες, εγώ θα κατέβω απ’ αυτό το καράβι».

Ήταν όλα τόσο χάλια, που κάθε τόσο έκλεινα τα μάτια και ξαναγύριζα εκεί πάνω, στην Τρίτη θέση, ν’ ακούω τους μετανάστες που τραγουδούσαν όπερες και τον Χιλιαεννιακόσια να παίζει ποιος ξέρει τι μουσική, τα χέρια του, το πρόσωπό του, τον Ωκεανό γύρω του. Ξέφευγα με τη φαντασία, με τις αναμνήσεις, γιατί αυτό σου μένει να κάνεις κάποιες φορές, για να σωθείς, δεν υπάρχει και τίποτ’ άλλο. Κόλπα των φτωχών, θα πείτε, αλλά πάντα πιάνουν.