El Muniria Stanza 218 (Homesleep 2004)

Oι El Muniria είναι στην ουσία ένα πρόσωπο, ο Emidio Clementi, ιδρυτής και τραγουδιστής της cult Ιταλιάνικης μπάντας Massimo Volume, αλλά και συγγραφέας. Αποσπάσματα από τον έργο του L’ Ultimo Dio εντάσσονται στην χαλαρή, σινεματική – ηλεκτρονική μουσική του και διαβάζονται από τον ίδιο, θυμίζοντας το πρόσφατο εγχείρημα – συνεργασία του Alessandro Baricco με τους Air.

Σχεδιασμένο σαν ένα «στιγμιαίο» άλμπουμ που θα ηχογραφούνταν σε δυο βδομάδες στην ξακουστή Ταγγέρη στο Μαρόκο, τελικά κράτησε δυο χρόνια για να αποπερατωθεί. Ισορροπώντας ανάμεσα στο Hotel Massiria της πολυθρύλητης πόλης και στο Alpha Dept. Studio της Μπολόνια, και μοιράζοντας την ομάδα κάπου ανάμεσα σε Αφρική και Ιταλία, το Stanza 218 βγαίνει αλώβητο απ’ όλα αυτά: συμπαγές και ομοιογενές. Ο Clementi έβγαλε τελικά έναν δίσκο προσωπικό και ταξιδιάρικο μαζί.

Οι Vittoria Burattini και Maria Luisa Balzi προσφέρουν φωνές ή όργανα ενώ άλλοι δυο συντοπίτες συνοδεύουν σε κιθάρα και ηλεκτρονικά. Από συνθετική άποψη ο συγγραφέας ομολογεί επιρροές από John Carpenter, Angelo Badalamenti και Howard Shore στη σχεδίαση ενός νυχτερινού, κινηματογραφικού πίνακα, γεμάτου ομιλίες, εικόνες, πλάνα σε super 8. Οι απαγγελίες του εντάσσονται μέσα στα κομμάτι και δεν είναι ξέχωρες, όπως π.χ. συνέβαινε παλαιότερα με την φιλόδοξη σύζευξη της μουσικής του Steven Brown με την ποίηση του John Keats.

Όπως πάντα συμβαίνει σε ανάλογους δίσκους, η γλώσσα αποτελεί θέλγητρο και βρόγχο μαζί. Η δεδομένη μουσικότητα των ιταλικών λέξεων, ακόμα και η προσεγμένη ανάγνωση του μουσικοσυγγραφέα μπορούν πάντως να ελκύσουν και τους μη γνώστες. Σε κάθε περίπτωση οι μνήμες των Paul και Jane Bowles, του William Burroughs και όλων των Ταγγερινών Περιπλανώμενων που στοίχειωσαν την βορειοαφρικανική πόλη κυκλοφορούν εδώ μέσα, κι ας είναι ο ήχος καθαρά νοτιοευρωπαϊκός. Το βιβλιαράκι συνοδεύεται με όμορφες φωτογραφίες του Federico Labanti.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

Λογοτεχνείο, αρ. 105

Antonio Tabucchi, «Πλαφ, πλόφ, πλάφ, πλόφ», Ο χρόνος περνάει γρήγορα. Εννέα ιστορίες, εκδ. Άγρα, 2009, μτφ. Ανταίος Χρυστοστομίδης, σ. 35-36, 48 [Il tempo invecchia in fresta, 2009].

Σκέφτηκε ότι αν φώναζε τον γιατρό, τον οποίο ήξερε πλέον πολύ καλά, θα του έλεγε πως ήταν άρρωστος από λογοτεχνία, παρατήρηση που την είχε κάνει ήδη και στο παρελθόν. Ήταν σαν να τον άκουγε: αγαπητέ μου, το πρόβλημα έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι παίρνεις λαθεμένες στάσεις, θα έλεγε κανείς ότι έπαιρνες λαθεμένες στάσεις σε όλη σου τη ζωή, για να γράψεις, γιατί το πρόβλημα δυστυχώς είναι ότι γράφεις, χωρίς παρεξήγηση, αντί να κάνεις μια ζωή που να συνάδει περισσότερο με την υγιεινή και την ευζωία…

Πόσο παρούσα μπορεί να είναι η νύχτα. Επιβάλλεται μόνο με την παρουσία της, μια παρουσία φτιαγμένη μόνο από τον εαυτό της, είναι απόλυτη, κάθε χώρος είναι δικός της, έχει την ίδια παρουσία με αυτή του φαντάσματος· που ξέρεις ότι βρίσκεται εκεί μπροστά σου αλλά βρίσκεται παντού, ακόμα και πίσω από την πλάτη σου, κι αν καταφύγεις σε έναν μικρό φωτεινό τόπο γίνεσαι φυλακισμένος του, γιατί ολόγυρα, σαν θάλασσα που περικυκλώνει τον μικρό σο φάρο, υπάρχει η ανυπέρβατη παρουσία της νύχτας.