Αντονέλλα Μοσκάτι – Μια αιωνιότητα ή σχεδόν

 Οι χρόνοι του σώματος

«Η ζωή ξεκινούσε και τέλειωνε στην ομοιομορφία, με την απουσία οποιουδήποτε προσδιοριστικού σημείου, ενώ η ιδιοτυπία, η μοναδικότητα, δεν είναι παρά το οικοδόμημα που κατασκευάζει ο καθένας από εμάς, προκειμένου να απομακρυνθεί από τη ζωή καθαυτή, ευελπιστώντας ότι με τον τρόπο αυτόν θα μπορέσει να αποφύγει και το πεπρωμένο» (σ. 41).

Η συγγραφέας (Νάπολη, 1955) επιχειρεί μια επίπονη πλην ψύχραιμη λογοτεχνική καταγραφή της προδιαγεγραμμένης πορείας του σώματος στην αναπότρεπτη γραμμική διαδρομή του χρόνου. Έντεκα σύντομα κεφάλαια τριτοπρόσωπης γραφής μας καθιστούν κοινωνούς των σκέψεων μιας γυναίκας, που παρατηρεί την προοδευτική παύση των ανδρικών βλεμμάτων ή την εστίασή τους πλέον σε ρυτίδες, κηλίδες κι εξογκώματα. Οι άλλοτε ανεπιθύμητες εκδηλώσεις ξεδιάντροπης επιθυμίας τώρα της λείπουν. Αν η απόλαυση που βιώνει κάθε γυναικείο σώμα χαρακτηρίζεται από μια σχετική αιωνιότητα, ίσως γι’ αυτό προσαρμόζεται τόσο δυσάρεστα στο πέρασμα του χρόνου, στην αδυσώπητη γραμμικότητά του οποίου βρίσκεται απροετοίμαστο.

Στη νέα αυτή ζωή κυριαρχούν ο φόβος των ιατρικών εξετάσεων και οι σκέψεις του θανάτου. Τα νοσοκομεία και τα ακτινολογικά εργαστήρια μοιάζουν χώροι ετυμηγοριών. Η γυναίκα αισθάνεται πως οι γιατροί κάθε φορά αποσπούν ένα κομμάτι της, πως η κύρια λειτουργία των οργάνων της είναι η παροχή της έδρας και του ονόματος μιας ασθένειας. Κάθε φορά που αισθάνεται ανία, ευφορία ή φόβο, ανακαλύπτει νέους πόνους και οιδήματα. Σημάδια που «στη λευκή σελίδα γίνονταν πιο ορατά». Φυσικά και το σώμα του άνδρα με τον οποίο ζει έχει αρχίσει να γερνά, όμως είναι πεπεισμένη ότι στη γυναίκα η γονιμότητα ή η στειρότητα αποτυπώνονται με πολύ ευκρινή τρόπο. Δικαιούται ένα κορμί να συνεχίσει να ζει έχοντας απολέσει την ιδιότητα της ευφορίας; Η απουσία παιδιών μεταφράζεται σε παραίτηση από «εκείνο τον μικρό παράδεισο της ζωής που συνεχίζει να πορεύεται δίχως να πρέπει να τον τροφοδοτείς με καινούργια ενέργεια»· σε απώλεια της γαλήνης που νιώθεις συνειδητοποιώντας ότι ξεμπέρδεψες με την αναζήτηση κινήτρων και το νόημα της ζωής. Μήπως όμως όλα αυτά αποτελούν απλώς το ιδιαίτερο γνώρισμα των γηρατειών και το γεγονός ότι το κορμί της μετατρέπει τα ελαττώματά του σε συνήθειες, αποτελεί την ένδειξή τους, όπως και η μετάβαση προς μια διαρκή κατάσταση απρόσωπης μονοτονίας; Ακόμα και οι ερωτικές συνευρέσεις γίνονται όλο και πιο διαστροφικές και ταυτόχρονα συνεσταλμένες: αντιβαίνοντας στις προτιμήσεις της νιότης, η ποικιλία και το αφύσικο αντισταθμίζουν την έλλειψη οιστρογόνων πολύ καλύτερα από την αγάπη και την ανάμνηση.

Ο λόγος της Μοσκάτι διαφοροποιείται από την σκωπτική μοιρολατρία ή την απεγνωσμένη μάχη των ηρώων του Φίλιπ Ροθ ή την ψυχρή, ρεαλιστική σκληρότητα της Κρίστα Βολφ, για να αναφέρουμε δυο σύγχρονους συγγραφείς που καταπιάστηκαν επανειλημμένα με το θέμα της ασθένειας και της φυσικής φθοράς γενικότερα. Μοιάζει περισσότερο φιλοσοφημένος (η συγγραφέας έχει γράψει φιλοσοφικά δοκίμια), εμποτισμένος με μια τρυφερή διάθεση υποδοχής και αποδοχής. Τελικά οι χρόνοι του σώματος ακολουθούν το σώμα του χρόνου, με το οποίο η ηρωίδα συναντιέται σε κάποιο μουσείο. Παρατηρώντας τις τερακότες του απύθμενου προχριστιανικού παρελθόντος, απαράλλακτα δημιουργήματα μιας αιωνιότητας που άφηνε άθικτη την ανθρώπινη ουσία, να δίνουν την θέση τους στην ταραγμένη κίνηση της ελληνικής τέχνης, συνειδητοποιεί πως έκτοτε η ζωή του δυτικού κόσμου όπου έλαχε να γεννηθεί, έγινε «ένας ολοένα ταχύτερος αγώνας δρόμου εναντίον του χρόνου, που με τη σειρά και αυτός τρέχει με ολοένα ταχύτερους ρυθμούς». Πρέπει λοιπόν όλοι να υποταχθούμε στο σκάνδαλο στο οποίο έχει μετατρέψει τα γηρατειά αυτός ο κόσμος, επινοώντας ανθρώπινα μεταλλάγματα – καρικατούρες της νιότης τους; Μονάχα στις χώρες του Τρίτου Κόσμου «οι γέροι μπορούσαν να είναι ακόμα όμορφοι, με μια ομορφιά ιδιαίτερη και διαφορετική από εκείνη των νέων»;

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, σελ. 74 (Antonella Moscati, Una quasi eternità, 2006)

Πρώτη δημοσίευση σε: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 667, 6.8.2011 (και εδώ). Το εικονιζόμενο έργο είναι του Oswaldo Guayasamin (Μουσείο του Quito).

Έλσα Μοράντε – Το ανδαλουσιανό σάλι και άλλες ιστορίες

Σε πόσες σιωπές, σε πόσες σκιές άραγε αυτοφωτίστηκε η γραφή της Έλσα Μοράντε; Σκέφτομαι και μετράω: στο ημίφως μιας ευρύτερης απομόνωσης και σιωπής, στο περιθώριο των μεγάλων αισθητικών ρευμάτων που επηρέασαν την ιταλική λογοτεχνία της εποχής, στη σκιά του σπουδαίου Αλμπέρτο Μοράβια, τον οποίο παντρεύτηκε σε μια ακόμα σκοτεινιά, εκείνη του μεγάλου πολέμου (1941). Όμως εκείνη μαστόρευε μόνο εκείνα που γνώριζε καλά και η ανάπλαση της ιστορίας τριών γενεών μιας σικελικής οικογένειας (Το ψέμα και τα μάγια, 1948) προσέλκυσε τις ματιές λεπταίσθητων κι ορθάνοιχτων οφθαλμών (Ι. Καλβίνο, Ν. Γκίνζμπουργκ, Γ. Λούκατς). Η νέα δεκαετής σιωπή της γέννησε Το Νησί του Αρτούρο και ανέθρεψε το θέμα που θα κυριαρχούσε στη λογοτεχνία της: τη φθορά της γονικής εικόνας, τους ψεύτικους αγγέλους της εφηβείας, την αποκάλυψη λατρεμένων προσώπων ξεγυμνωμένων από μύθους και φωτοστέφανα. Ίσως μόνο στην Ιστορία διέφυγε τούτων για να εξακτινωθεί σε κύκλους πολυάνθρωπους, σε μορφές συνωστισμένες. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως τρυφερά προλογίζεται εδώ από τον Mario Fusco, ήρωες και συγγραφέας ψάχνουν μέσα στον κόσμο των λέξεων μια μαγική μετάφραση μιας αγόητης κι άχρωμης πραγματικότητας.

Στο διήγημα Ο κλέφτης των φώτων η εξάχρονη αφηγήτρια βλέπει τον κόσμο από το παράθυρό της (τους σκονισμένους περαστικούς, την απέναντι ξεγυμνωμένη από χορτάρι αυλή) κλεισμένη στο σπίτι για να προσέχει την γιαγιά της, που μια ακολουθία αμέτρητων χρόνων την είχε απομυζήσει αργά αργά, μέχρι να συρρικνωθεί σε έναν μικρό σκελετό, σαν από ξύλο, τόσο που αδυνατούσε και να πεθάνει ακόμα. Η μητέρα της με κάθε ευκαιρία καταριέται την μικρή, με το γοητευτικό αλλά φθαρμένο από τη μνησικακία πρόσωπό της στραμμένο προς τον Ναό. Ο Ναός διακρίνεται απ’ το παράθυρο· ο θόλος, το θαμπό φως απ’ τις λυχνίες των νεκρών. Οι νεκροί, σκέφτεται το κορίτσι, θα αισθάνονταν πιο ήσυχοι μέσα στο έρεβός τους εάν είχαν ένα φως. Κάθε βράδυ όμως ο φύλακας σβήνει τις λυχνίες για οικονομία στο λάδι. Και το κορίτσι, υποχρεωμένο στη σιωπή για να μην του στερήσει τη δουλειά του, κραυγάζει σιωπηλά, μέχρι να χαθεί ο κηροσβέστης στα δρομάκια. Σε μια οριακή της στιγμή βρίσκεται φοβισμένη στον τοίχο του Ναού, αλλά λυτρώνεται απ’ τη συνύπαρξη με τον Κλέφτη των Φώτων (που έχασε τη φωνή του, θεϊκό σημάδι στο μυαλό της) και τις σκιές των νεκρών. Ένα ολόκληρο περιβάλλον, ασφυκτικό και δεισιδαίμον, έχει ήδη οδηγήσει το κοριτσάκι σε κόσμους φασματικούς κι ανείδωτους.

Αλλά μερικές φορές ακόμα και η συνείδησή μας ψεύδεται… (σ. 182)

…μονολογεί ένας άλλος πρωτοπροσώπως αφηγούμενος σ’ Έναν εξίσου ολιγοσέλιδο Άντρα Χωρίς Χαρακτήρα. Εδώ ο νεαρός, φρέσκος φοιτητής, επιστρέφει στο χωριό του για τις καθιερωμένες θερινές διακοπές, όπου φιλάρεσκα κυκλοφορεί η παραθερίστρια Κάντιντα Β., με την αύρα της πρωτευουσιάνας ανάμεσα σε επαρχιώτες. Οι έξοδοί της παίρνουν σταδιακά τη μορφή θεάματος, καθώς εκείνη, κάθε μέρα όλο και πιο ευτραφής, όλο και πιο επηρμένη, αδυνατεί να διακρίνει υποκριτικούς θαυμασμούς και απροκάλυπτα περιγελάσματα, εκλαμβάνει δε την αληθή αδιαφορία του νέου ως αδυναμία συναισθηματικής έκφρασης εξαιτίας της συστολής του. Εκείνος (με την επίγνωση πως του λείπει «το πνεύμα του ποιητή και η τόλμη του ιππότη») υπερβαίνει τα όρια του θάρρους του για να την προστατεύσει, γνωστοποιώντας της την κακεντρέχεια των φίλων του, αποκαλύπτοντας την κωμωδία πίσω απ’ την πλάτη της. Όταν με υποκριτική ειλικρίνεια (μια πολύ βαθειά έννοια που εκπροσωπεί επάξια) την καθιστά κρυμμένη αυτήκοο μάρτυρα της ομαδικής κοροϊδίας η νεαρή συντρίβεται. Μόνο οι ψευδαισθήσεις της τής επέτρεπαν να ζει. Σκοτώνοντάς τις, σκότωσε και την ίδια.

Στα όρια μιας ακόμα σπαρακτικής διασταύρωσης μοιρών (Ο Σικελός στρατιώτης), αυτή τη φορά εν μέσω πολέμου, οι γυναίκες μιας καλύβας στο βουνό, όπου φιλοξενείται για ένα βράδυ η αφηγήτρια προτού αναχωρήσει προς μια αβέβαιη Ρώμη, δέχονται την καταφυγή του Γκαμπριέλε, ενός στρατιώτη των συμμαχικών στρατευμάτων, που τους διηγείται την ιστορία του. Μεταλλωρύχος στη Σικελία, εγκαταλείφθηκε από τη σύζυγό του, μόνος με το απερπάτητο κοριτσάκι του, που σταδιακά άρχισε να κακομεταχειρίζεται, καθώς τα βάσανα και η ανέχεια άρχισαν να λυγίζουν την καθημερινότητά τους. Η δεκαπεντάχρονη Ασούντα στέλνεται ως υπηρέτρια στο σπίτι του ενωμοτάρχη, αλλά πνιγμένη ανάμεσα στις βίαιες επιθέσεις του γιου του και στο ενδεχόμενο επιστροφής στον πατέρα της, αυτοκτονεί πέφτοντας στο πηγάδι. Ο πατέρας της αποστερημένος πια από κάθε επιθυμία ύπνου, γνωρίζοντας πως η άταφη λόγω αυτοχειρίας κόρη του δεν θα κοιμηθεί ποτέ, κατατάχθηκε στο στρατό, συνεχώς και ακατάπαυστα μαχόμενος, με την ελπίδα ενός θανάσιμου χτυπήματος, μιας φυσικής απόδοσης δικαιοσύνης, προς μια επιστροφή και συνάντηση με την κόρη του, για να εξηγήσουν ο ένας τον άλλον και να την κοιμίσει στην αγκαλιά του, όπως όταν ήταν μικρή.

Για σένα, ιερό καπρίτσιο, όψη θεϊκή, χωρίς όπλα, χωρίς πυξίδα έχω ξεκινήσει…Για δύσκολες αγάπες έχω γεννηθεί…στιχουργούσε η Μοράντε στον ποίημά της Περιπέτεια και καθώς ο Giorgio Agaben στο επίμετρό του αναφέρει την παραγνωρισμένη ποιητική της συλλογή Άλλοθι (Alibi) από την οποία προέρχεται, σκέφτομαι πόσο ταιριάζουν αυτοί οι στίχοι στους περισσότερους χαρακτήρες των δώδεκα διηγημάτων της συλλογής. Κι ο έτερος επιμετρών Giorgio Carponi, μιλάει για τα λεπτά όρια μεταξύ μαγείας και ποίησης, για το παλιό και ξεχασμένο είδος αφήγησης (που περιλαμβάνει τα παραμύθια και την αναλαμπή που αφήνουν στην ίδια την πραγματικότητα), για την εκκίνηση της Μοράντε από την πιο αντικειμενική πραγματικότητα μέχρι να μας παρασύρει στην βαθιά και σχεδόν ανιστορική ατμόσφαιρα της δικής της ποίησης, σ’ ένα υπόγειο ρεαλισμό, σ’ έναν τόνο νοσηρά ρομαντικό.

Φυλλομετρώντας, τέλος την εργοβιογραφία της κλέβω κι εγώ με τη σειρά μου, τα σκόρπια «φώτα» της δικής της ζωής: την αναχώρηση από το σπίτι της στα 18 της, θυσιάζοντας σπουδές, την ζωή με τον Αλμπέρτο Μοράβια, την φυγή τους στο Νότο λόγω της αντιφασιστικής τους δράσης, την κοινή και χωριστή τους ζωή, τα ταξίδια τους (μέχρι και την Ινδία, μαζί με τον Π.Π. Παζολίνι), την (έστω και ανεπιτυχή) επιθυμία της να δώσει η ίδια τέλος στη ζωή της, όταν αντιλήφθηκε πως η υγεία της θα την εμπόδιζε να ζήσει με πληρότητα, όπως μέχρι τότε ζούσε [1912-1985].

Εκδ. Άγρα, 2004, μτφ. Χαρά Σαρλικιώτη, εισαγωγή Mario Fusco, επίμετρο Giorgio Agamben και Giorgio Carponi, με εξασέλιδη εργοβιογραφία και μονοσέλιδη ασπρόμαυρη φωτογραφία της συγγραφέως (Elsa Morante, Lo scialle andaluso, 1963).