Alessandro Baricco – Χιλιαεννιακόσια. Ένας μονόλογος

Πλάνα από σελίδες, πλάνες, Α΄. [Στο πλαίσιο του αφιερώματος της Βιβλιοθήκης της Ελευθεροτυπίας «Κινηματογράφος και Λογοτεχνία»]

Ο Χιλιανεννιακόσια δεν ήταν γραμμένος πουθενά, δεν είχε πατρίδα ή οικογένεια· σε καμιά πόλη, ενορία, ομάδα, πουθενά δεν αναφερόταν το όνομά του· επίσημα δεν γεννήθηκε ποτέ.  Βρέθηκε παρατημένος στο ατμόπλοιο Βιρτζίνιαν, ως ένα από τα μωρά που άφηναν σαν αντάλλαγμα οι μετανάστες για όλες τις τέντες και τα σεντόνια του πλοίου που έραψαν για ρούχα τους, για τη νέα τους ζωή. Γεννημένος σε μια χαρτονένια κούτα, έγινε πιανίστας στις αίθουσες χορού κι έκανε τον Ωκεανό σπίτι του. Όπως εξομολογείται ο αφηγητής τρομπετίστας φίλος του: Παίζαμε γιατί ο ωκεανός είναι απέραντος και σε τρομάζει, παίζαμε για να μη νοιώθει ο κόσμος το πέρασμα του χρόνου, για να ξεχνάει ο καθένας πού βρίσκεται και ποιος είναι.

Αλλά ήταν σαν να είχε πάει παντού, γιατί άκουγε και διάβαζε τους ανθρώπους·  έφτιαχνε τον δικό του χάρτη με τις ιστορίες τους. Τα σημάδια που οι άνθρωποι κουβαλούν μέσα τους: τόπους, φήμες, μυρωδιές, την πατρίδα τους, την ιστορία τους…Ολόκληρη γραμμένη πάνω τους, κατάσαρκα. Αυτός διάβαζε και κατέγραφε… Κάθε μέρα πρόσθετε κι ένα μικρό κομματάκι σ’ εκείνον τον απέραντο χάρτη που σχηματιζόταν στο κεφάλι του, κι εκεί πάνω ταξίδευε μετά σαν θεός, καθώς τα χέρια του γλιστρούσαν στα πλήκτρα, χαϊδεύοντας τις καμπύλες κάποιου ράγκταϊμ. Μια φορά που τον ρώτησε πού ταξίδευε την ώρα με το βλέμμα καρφωμένο την ώρα που έπαιζε, εκείνος απάντησε πως πήγε σε μια υπέροχη χώρα, πως βρέθηκε σε τρένο καταμεσής στην εξοχή, πως μέτρησε τις κολόνες των εκκλησιών, ανέβηκε σε βουνά. Παίζοντας για μια γυναίκα, έπαιζε για όλες τις γυναίκες του κόσμου, μάγεψε κάθε πατέρα που ο ίδιος δεν υπήρξε, τα παιδιά που δεν απέκτησε, φυγάδευσε τη ζωή του μακριά από τις επιθυμίες της.

Μόνο η μουσική του μετρούσε· κι ένα θυελλώδες βράδυ στο άδειο σαλόνι που έπαιξε με λυμένα φρένα, γλιστρώντας σαν τεράστιο μαύρο σαπούνι ανάμεσα στις πολυθρόνες, σ’ ένα σκοτεινό βαλς με τον Ωκεανό. Κλεισμένος τριανταδύο χρόνια στο καράβι αποφάσισε να κατέβει για να δει την θάλασσα από την άλλη πλευρά αλλά έφτασε μόνο μέχρι το τρίτο σκαλί: φοβήθηκε την απεραντοσύνη, ο κόσμος δεν φαινόταν να τελειώνει πουθενά, ενώ οι δικές του επιθυμίες χωρούσαν ανάμεσα σε πλώρη και πρύμνη. Γύρισε κι έμεινε στο πλοίο ακόμα κι όταν, καταδικασμένο σε βύθιση, το γέμισαν δυναμίτη. Τζουζέππε Τορνατόρε, Τιμ Ροθ και Έννιο Μορρικόνε υπήρξαν ιδανικοί ενσαρκωτές του κινηματογραφικού και μουσικού βάθους της νουβέλας.

Εκδ. Άγρα, 2002, μτφρ. Σταύρος Παπασπύρου, 81 σελ., με τετρασέλιδο επίμετρο της Francoise Brun (Alessandro Baricco – Novecento. Un monologo, 1994).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 649, 2.4.2010, αφιέρωμα: Λογοτεχνία και Κινηματογράφος (και εδώ).

Ντάριο Φο – Ο έρωτας και η ειρωνεία. Τέσσερις ιστορίες.

«Όλα είναι θέατρο…τίποτα δεν είναι τυχαίο» ομολογεί μες τον χειμαρρώδη λόγο της η τσιρκολάνα ενός διηγήματος εδώ και η παραδοχή δεν αφορά μόνο τις δικές της υποκριτικές τελετουργίες αλλά και την ίδια την γραφή του Φο. Γιατί εκτός από την σεσημασμένη θεατρογραφία του, ο Μπουφφόνος Παραμυθάς παραμερίζει πλήρως κουίντες και παραπετάσματα ξεγυμνώνοντας ρόλους και συμπεριφορές.

Η «Ελοΐζα» εισάγεται από τον καθηγητή Αμπελάρντο στην μαγεία της τέχνης της αφήγησης και παγιδεύεται στο παίγνιο του αντίλογου σε κάθε κανόνα και της άλλης αλήθειας πίσω από την φανερή∙ στην ιδέα πως «η κάθε λογική μπορεί ν’ αποδειχτεί παράλογη και η κάθε τρέλα, λογική». Ο καθηγητής με τη σειρά του παραδίδεται στο πάθος, αποκαλύπτει το απατηλό του σχέδιο και αποχωρεί συντετριμμένος, εκείνη τον αναζητά και η επιστροφή του σηματοδοτεί την ερωτοτροπία τους στην κορυφή του κόσμου: στις σκαλωσιές της Νοτρ Νταμ και στις λινάτσες πάνω απ’ το κενό. Το σκληρό τίμημα της ύβρεως (η οριστική στέρηση των γενετήσιων απολαύσεων, καθώς ο ευνουχισμένος άνδρας θα απαιτήσει τον μοναστηριακό εγκλεισμό της ερωμένης του) θα τους αφήσει με μόνο κληροδότημα τις βασανιστικές μνήμες της ανεπίστροφης ερωτικής ζωής.

«Η ιστορία της Μαϊνφρέντα, αιρετικής από το Μιλάνο», της νεαρής πριγκίπισσας – συνεχίστριας του θρύλου της Γκιουλελμίνας της Βοημίας, αναδεικνύει μια από τις αναρίθμητες περιπτώσεις διαφορετικών φωνών σε μια θρησκεία που καταπνίγονται δημιουργώντας το ερεθιστικό ερώτημα τι θα συνέβαινε αν επικρατούσαν. Οι ευφρόσυνες κοινότητες και η ισότιμη συνύπαρξη των δυο φύλων σε μια κοσμική και εργατική ιερατική τάξη ευνόητα αποτέλεσαν απειλή για τον παπικό θρόνο και τον ίδιο τον χριστιανισμό, συνεπώς η επιταγή καύσης των πιστών ήταν αναπόφευκτη.

«Η Θηριοδαμάστρια» απομυθοποιεί μπροστά στο κοινό της το θέαμα που προσφέρει αποκαλύπτοντας την εξ απαλών ονύχων προδιαγεγραμμένη ζωή των θηρίων, επεκτείνοντάς την πρόβα εξομολόγησης στα του συζυγικού της βίου. Την οριστική παραμόρφωση της εικόνας της σχέσης των επαγγελματιών με τα θηράματα (με την ευτράπελη διήγηση της εκπαίδευσής τους ακόμα και μέσα στη ζούγκλα) ακολουθεί η εξομολόγηση πως και ο καθένας τους αποτελεί το ζώο για τον άλλο: εξουσία και εκπαίδευση προφανώς αποτελούν τους εκ των ουκ άνευ κινητήριους μοχλούς ενός έρωτα.

Οι παραλλαγές, τέλος, ενός λαϊκού αφηγήματος του Λου Σουέν εμπνέουν τον Φο να παρουσιάσει την δική του «πειραγμένη» εκδοχή. Στην γιορτή των χαρταετών όπου μοναχοί με ζωόμορφες μάσκες πετούν με φτερωτές μηχανές σε τελετές αυτοκτονίας, μεταμφιεσμένοι εορταστές παγιδεύουν τον ίδιο τον Κυβερνήτη εκτοξεύοντάς τον στους αιθέρες του τρόμου προς τέρψιν των υπηκόων του. Ο ταπεινωμένος άρχοντας συλλαμβάνει ως αποδιοπομπαίο τράγο τον σαλό Κου που ενοχοποιείται εξαιτίας της μάσκας του και οδηγείται στο θάνατο απολαμβάνοντας την μεσσιανική του αντιμετώπιση και εμποτίζοντας με την δική του κοσμοθέαση την κομμουνιστική ιδεολογία για την οποία κατηγορήθηκε.

Αρκούν αυτές οι τέσσερις πεζογραφικές ασκήσεις για να διανυθεί μια τεράστια ιστορική και λογοτεχνική παράδοση: από τις μεσαιωνικές διηγήσεις του Βοκκάκιου και την παραδοσιακή αφήγηση μύθων και θρύλων μέχρι τον (θεατρικό) μονόλογο και την αυτοσχέδια «παραλογή». Ο συγγραφέας τεχνουργεί την παραμυθοποιητική του με τρόπο απλό και ακαριαίο. Όπως άλλωστε λέει η Ελοΐζα: «Οι σημαντικές λέξεις, όταν επαναλαμβάνονται, κινδυνεύουν να φανούν ψεύτικες». Απολαυστικές οι ιστορίες μα προσοχή: ο Φο στέκεται «με το δάχτυλο στο μάτι» μας και ανά πάσα στιγμή μπορεί ο παλιός τούτος τίτλος του να γίνει πράξη.

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ.: Ανταίος Χρυστοστομίδης, σελ. 117 (Dario Fo, L’ amore e lo sghignazzo, 2007).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 597, 1.4.2010 (και εδώ)