Συλλογικό – Luis Bunuel

Πλάνα από σελίδες, πλάνες, Δ΄. [Στο πλαίσιο του αφιερώματος της Βιβλιοθήκης της Ελευθεροτυπίας «Κινηματογράφος και Λογοτεχνία»]

Πώς μπορούμε να ελπίζουμε ότι η συνείδηση του θεατή θα πραγματοποιήσει πρόοδο, όταν ταινίες που αγγίζουν τα όρια της πιο κακόγουστης αστειότητας μάς κάνουν πλύση εγκεφάλου επαναλαμβάνοντας διαρκώς ότι οι κοινωνικές δομές μας, οι ιδέες μας για την Πατρίδα, τη θρησκεία, την Αγάπη και τα λοιπά είναι αν όχι τέλειες, πάντως μοναδικές και απαραίτητες; αναρωτιόταν ο σπουδαίος σκηνοθέτης (σ. 55) που ενσάρκωσε την αντιφατική συνάντηση Καθολικισμού και Σουρεαλισμού, μετουσιώνοντάς την σε άσβεστο καύσιμο της καλλιτεχνικής του ύπαρξης. Η σουρεαλιστική σύγχυση της πραγματικότητας αποτέλεσε το ιδανικότερο δίχτυ ασφαλείας για τον αμφισβητία που έπεφτε απ’ τις αγκάλες της πίστης. Ο «αγνωστικιστής ντεσπεράντο», που προτιμούσε να αποκαλείται σκηνοθέτης μεγάλης απλότητας παρά ανανεωτής της κινηματογραφικής γλώσσας, μετέτρεψε σε πλάνα την παρακμή των αστικών αντιλήψεων περί ηθικής, τις νευρωτικές φαντασιώσεις του υποσυνείδητου και κόσμους ολόκληρους φετιχισμών, εμμονών και αρνητικών ηρώων. Στα κινηματογραφικά του ποιήματα η λογική τίθεται συνεχώς εκτός ισχύος  και τα όνειρα και οι επιθυμίες έχουν τον ίδιο χαρακτήρα πραγματικότητας.

Το τομίδιο περιλαμβάνει κείμενα των Κ. Eder, P.W. Jansen, H.H. Prinzler, M. Michel, R. Saint-Jean και συνομιλίες με τον σκηνοθέτη.

Εκδ. Πλέθρον, Α΄ έκδ. 1984, Β΄ έκδ. 2003, σελ. 191, μτφ. Μαρία Αγγελίδου [Πρόσωπα και Ιδέες. Κινηματογράφος / 8] [ΚlausEder, Peter W. Jansen, Hans Helmut Prinzler, Manuel Michel, Roxanne Saint-Jean].

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 649, 2.4.2010, αφιέρωμα: Λογοτεχνία και Κινηματογράφος  (και εδώ).

Alessandro Baricco – Χιλιαεννιακόσια. Ένας μονόλογος

Πλάνα από σελίδες, πλάνες, Α΄. [Στο πλαίσιο του αφιερώματος της Βιβλιοθήκης της Ελευθεροτυπίας «Κινηματογράφος και Λογοτεχνία»]

Ο Χιλιανεννιακόσια δεν ήταν γραμμένος πουθενά, δεν είχε πατρίδα ή οικογένεια· σε καμιά πόλη, ενορία, ομάδα, πουθενά δεν αναφερόταν το όνομά του· επίσημα δεν γεννήθηκε ποτέ.  Βρέθηκε παρατημένος στο ατμόπλοιο Βιρτζίνιαν, ως ένα από τα μωρά που άφηναν σαν αντάλλαγμα οι μετανάστες για όλες τις τέντες και τα σεντόνια του πλοίου που έραψαν για ρούχα τους, για τη νέα τους ζωή. Γεννημένος σε μια χαρτονένια κούτα, έγινε πιανίστας στις αίθουσες χορού κι έκανε τον Ωκεανό σπίτι του. Όπως εξομολογείται ο αφηγητής τρομπετίστας φίλος του: Παίζαμε γιατί ο ωκεανός είναι απέραντος και σε τρομάζει, παίζαμε για να μη νοιώθει ο κόσμος το πέρασμα του χρόνου, για να ξεχνάει ο καθένας πού βρίσκεται και ποιος είναι.

Αλλά ήταν σαν να είχε πάει παντού, γιατί άκουγε και διάβαζε τους ανθρώπους·  έφτιαχνε τον δικό του χάρτη με τις ιστορίες τους. Τα σημάδια που οι άνθρωποι κουβαλούν μέσα τους: τόπους, φήμες, μυρωδιές, την πατρίδα τους, την ιστορία τους…Ολόκληρη γραμμένη πάνω τους, κατάσαρκα. Αυτός διάβαζε και κατέγραφε… Κάθε μέρα πρόσθετε κι ένα μικρό κομματάκι σ’ εκείνον τον απέραντο χάρτη που σχηματιζόταν στο κεφάλι του, κι εκεί πάνω ταξίδευε μετά σαν θεός, καθώς τα χέρια του γλιστρούσαν στα πλήκτρα, χαϊδεύοντας τις καμπύλες κάποιου ράγκταϊμ. Μια φορά που τον ρώτησε πού ταξίδευε την ώρα με το βλέμμα καρφωμένο την ώρα που έπαιζε, εκείνος απάντησε πως πήγε σε μια υπέροχη χώρα, πως βρέθηκε σε τρένο καταμεσής στην εξοχή, πως μέτρησε τις κολόνες των εκκλησιών, ανέβηκε σε βουνά. Παίζοντας για μια γυναίκα, έπαιζε για όλες τις γυναίκες του κόσμου, μάγεψε κάθε πατέρα που ο ίδιος δεν υπήρξε, τα παιδιά που δεν απέκτησε, φυγάδευσε τη ζωή του μακριά από τις επιθυμίες της.

Μόνο η μουσική του μετρούσε· κι ένα θυελλώδες βράδυ στο άδειο σαλόνι που έπαιξε με λυμένα φρένα, γλιστρώντας σαν τεράστιο μαύρο σαπούνι ανάμεσα στις πολυθρόνες, σ’ ένα σκοτεινό βαλς με τον Ωκεανό. Κλεισμένος τριανταδύο χρόνια στο καράβι αποφάσισε να κατέβει για να δει την θάλασσα από την άλλη πλευρά αλλά έφτασε μόνο μέχρι το τρίτο σκαλί: φοβήθηκε την απεραντοσύνη, ο κόσμος δεν φαινόταν να τελειώνει πουθενά, ενώ οι δικές του επιθυμίες χωρούσαν ανάμεσα σε πλώρη και πρύμνη. Γύρισε κι έμεινε στο πλοίο ακόμα κι όταν, καταδικασμένο σε βύθιση, το γέμισαν δυναμίτη. Τζουζέππε Τορνατόρε, Τιμ Ροθ και Έννιο Μορρικόνε υπήρξαν ιδανικοί ενσαρκωτές του κινηματογραφικού και μουσικού βάθους της νουβέλας.

Εκδ. Άγρα, 2002, μτφρ. Σταύρος Παπασπύρου, 81 σελ., με τετρασέλιδο επίμετρο της Francoise Brun (Alessandro Baricco – Novecento. Un monologo, 1994).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 649, 2.4.2010, αφιέρωμα: Λογοτεχνία και Κινηματογράφος (και εδώ).