Σαμ Σάβατζ – Φέρμιν. Οι περιπέτειες ενός μητροπολιτικού κατεργάρη

Ο βίος και η πολιτεία ενός βιβλιοπόντικα

Η χρήση του «ευρήματος» του ανθρωπομορφισμού οπωσδήποτε δεν αποτελεί λογοτεχνική καινοτομία, η επιλογή όμως του απεχθέστερου των ζώων ως κεντρικού χαρακτήρα, επιπρόσθετα προικισμένου με τις ευγενέστερες των προθέσεων και τα αγνότερα των συναισθημάτων, σαφώς ακούγεται ως ενδιαφέρουσα «αντιστροφή». Ο αρουραίος Φέρμιν λοιπόν έχει την τύχη να ζει κάτω από ένα παραδοσιακό βιβλιοπωλείο στο ιστορικό κέντρο της Βοστόνης, μια «μήτρα» που θα του αλλάξει τη ζωή. Η αρχική χρήση των βιβλίων ως μόνης διαθέσιμης πηγής επιβίωσης δίνει σταδιακά τη θέση της στην ανάγνωσή τους και η βιολογική τροφή μετατρέπεται σε πνευματική. Ο Φέρμιν απαρνείται τους ομοίους του και μυείται στον κόσμο των ανθρώπων. Η παρατήρηση οδηγεί στην κατανόηση κι εκείνη με τη σειρά της στην αποδοχή και την επιθυμία για συμμετοχή.

Εισερχόμενος σε αυτό τον ολοκαίνουργιο, φανταστικό κόσμο με οδηγό τα λογοτεχνικά δημιουργήματα της υπέργειας φυλής, αρχίζει μια δεύτερη, «μη πραγματική» ζωή, συνομιλώντας με ήρωες και χαρακτήρες ή και πελάτες του βιβλιοπωλείου. Ανεβαίνει συνεπιβάτης στο ατμόπλοιο της Καρδιάς του Σκότους, αγγίζει την τολστοϊκή Νατάσα, ζεσταίνει τα πληγωμένα χέρια της Τες του Χάρντυ, αφήνει τον Κιτς να παντρευτεί την Φάνι πριν πεθάνει, προσφέροντάς τους μια αλησμόνητη νύχτα σε μια φτηνή πανσιόν στη Ρώμη. Συμπάσχει με την πελάτισσα που αδυνατεί να βρει την Μπαλάντα του Λυπημένου Καφενείου και πληγώνεται όταν βλέπει ιδιόχειρες αφιερώσεις στα μεταχειρισμένα βιβλία («θα έπρεπε να θάβουν τα βιβλία μαζί με τους ιδιοκτήτες τους, όπως οι Αιγύπτιοι»).

Σταδιακά ο Φέρμιν εθίζεται στην ανάγνωση και την βιβλιοφαγία αναπτύσσοντας έναν πλούσιο συναισθηματικό κόσμο, αλλά η ευγένεια, η ευαισθησία και η ωριμότητά του, «ανθρώπινες», υποτίθεται, ιδιότητες, που εξαρχής φαίνεται να είχε συγγραφική αδεία, δεν είναι δυνατόν να έχουν αποδέκτη. Αντίστοιχα, οι εγκεφαλικές του εμπειρίες μένουν ανολοκλήρωτες. Εδώ κοχλάζει ένα από τα καθοριστικά ερωτήματα της φύσης λογοτεχνίας: τα (κορυφαία) έργα της υπάρχουν τελικά για να μας θυμίζουν όσα δεν θα ζήσουμε ή για να μας εμπνέουν να συνεχίσουμε αλλιώς τη ζωή μας; Μπορούμε να αρκεστούμε στις ζωές που, έστω, ζούμε «λαθραία» κολυμπώντας μες τις λέξεις; Αποτελεί η ανάγνωση μια αποκλειστικά μοναχική διαδικασία που στρέφεται και επιστρέφει μόνο στο υποκείμενό της; Ή δικαιώνει το πλήρες νόημά της όταν μπορεί να μεταπλαστεί σε ζωή, όταν τα ευεργετήματά της καθίστανται άμεσα εκμεταλλεύσιμα;

Ο Φερμίν αδυνατεί εκ φύσεως να έχει έστω και τη στοιχειώδη επικοινωνία με τον βιβλιοπώλη (πρότυπό του) ή τους ομογάλακτους επισκέπτες του – ούτως ή άλλως το είδος του είναι επικηρυγμένο στην ανθρώπινη επικράτεια. Όμως αντίστοιχη μοναξιά βιώνει και κάθε όμοιός του μανιώδης αναγνώστης. Η αποκλειστική πνευματική ζωή, η μονόδρομη συνομιλία με τους λογοτεχνικούς ήρωες κρύβει κι αυτή κινδύνους: εθισμό στις λέξεις, εξάρτηση απ’ το διάβασμα, κοινωνική απομόνωση. Εδώ και το «οξύμωρο» της ανάγνωσης: η γνώση του κόσμου συνοδεύεται με ιδιότυπη εξορία, με καταφυγή από τον πραγματικό προς τον χάρτινο κόσμο της. Αυτός ο βιβλιοπόντικας θα υποφέρει από την μοναξιά, χωρίς να μάθει ποτέ αν θα ήταν περισσότερο ευτυχισμένος στην προδιαγεγραμμένη, αφοσιωμένη στην επιβίωση ζωή του.

Ο Σαμ Σάβατζ σπούδασε Φιλοσοφία στη Χαϊδελβέργη και το Γέιλ (όπου και δίδαξε αργότερα), προτού αφοσιωθεί στην συγγραφή. Το Φερμίν κυκλοφόρησε από ελάσσονα εκδοτικό οίκο κι έγινε γνωστό μέσω ηλεκτρονικών βιβλιοπωλείων και ιστολογίων. Ο μύθος και τα «περιφερειακά» του ευρήματα δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα έργο με πλούσιο υπέδαφος. Πολλές ιδέες θα άξιζαν μεγαλύτερη λογοτεχνική ανάπτυξη, ενώ η γραφή δίνει περισσότερο βάρος στον ταχύ ρυθμό, θυμίζοντας ανάλογα κινηματογραφικά σενάρια ή κόμικς, παρά στην εξεύρεση της κατάλληλης λέξης. Όμως η έγερση ερεθιστικών ζητημάτων έχει συντελεστεί.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ιστορικά και τοπογραφικά συμφραζόμενα του μύθου, που αναφέρονται μεν στη Βοστόνη των αρχών της δεκαετίας του ’60 αλλά παρουσιάζουν δραματικές ομοιότητες με το σήμερα. Το ιστορικό κέντρο της πόλης και η Πλατεία Σκόλλεϋ οδηγούνται σε σταδιακή παρακμή. Ο Δήμος λαμβάνει σκληρά μέτρα ενάντια στους απόκληρους και έχει σταματήσει να συλλέγει τα σκουπίδια από τους δρόμους, οι επιχειρήσεις σταδιακά κλείνουν, οι βιοτεχνίες μένουν με σπασμένα παράθυρα, τα σινεμά γίνονται λαϊκά υπνωτήρια για αστέγους. Η ισοπέδωση της πλατείας και η ταχύτατη εκποίηση του συγκεκριμένου βιβλιοπωλείου υπήρξαν πραγματικά γεγονότα και, προφανώς, κινητήρια έμπνευση για τον Φερμίν. Που μας έπεισε για άλλη μια φορά πως ο Άλλος μάς χρειάζεται και χρειαζόμαστε τον Άλλον ακόμα και στους κόσμους που μας ανοίγει η λογοτεχνία.

Εκδ. Λιβάνης, 2006, μτφ. Χριστιάννα Ελ. Σακελλαροπούλου, σελ. 222 (Sam Savage, Firmin: Adventures, of a Metropolitan Lowlife, 2006).

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 20 (χειμώνας 2010). Η φωτογραφία από το http://www.boston.com/…/gallery/influential_streets/ – πιθανώς μέσα από τα μάτια ενός ποντικού.

Λογοτεχνείο, αρ. 51

Τόμας Μπέρνχαρντ, Μπετόν, εκδ. Εστία, 1996, μτφ. Αλέξανδρος Ίσαρης, πρόλογος – εργοβιογραφία Hannelore Ochs, σ. 132-134 (Thomas Berhnard, Beton, 1982).

Έρχεται κάποια στιγμή που βλέπουμε τελείως καθαρά όλους εκείνους που μας περιστοιχίζουν και ξαφνικά τους μισούμε και τους αποφεύγουμε ή συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, κι αυτό επειδή μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα βλέπει ο ένας άνθρωπος τον άλλον άνθρωπο πάρα πολύ καθαρά, οπότε αποτραβιέται οριστικά από κοντά του. Επί ολόκληρες δεκαετίες πίστευα πως δεν θα μπορούσα να ζήσω μονάχος, πως όλος αυτός ο κόσμος μού ήταν απαραίτητος, ενώ στο βάθος δεν μου ήταν καθόλου απαραίτητος, μπόρεσα να ζήσω και χωρίς αυτόν. Οι άνθρωποι έρχονται κοντά σου απλώς για να εκτονωθούν, για να σε φορτώσουν όλη τους την αθλιότητα, όλα τους τα βάσανα, αλλά και τη βρωμιά που τα συνοδεύουν. Εμείς πιστεύουμε πως, αν τους καλέσουμε κοντά μας, εκείνοι θα μας φέρουν κάτι ευχάριστο, κάτι ανανεωτικό, όμως συμβαίνει το αντίθετο: έρχονται και μας παίρνουν ό,τι έχουμε και δεν έχουμε. Μας στριμώχνουν σε κάποια γωνιά του ίδιου μας του σπιτιού, απ’ όπου είναι αδύνατον να ξεφύγεις και μας ξεζουμίζουν με τον πλέον αδίστακτο τρόπο έως ότου δεν μείνει τίποτα μέσα μας ή μάλλον μόνο μια έντονη αηδία για το άτομό τους. Στο τέλος φεύγουν κι εμείς μένουμε μονάχοι με όλη μας τη φρίκη. Όταν τους καλούμε να μας επισκεφτούν, είναι σα να φέρνουμε τους βασανιστές μας μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, όμως δεν έχουμε άλλη εκλογή από το να καλούμε πάντοτε αυτούς που κυριολεκτικά μας ξεγυμνώνουν και όταν στο τέλος στεκόμαστε ολόγυμνοι μπροστά τους εκείνοι μας περιγελούν. Όποιος σκέφτεται μ’ αυτό τον τρόπο, δεν πρέπει φυσικά να απορεί που σιγά σιγά απομονώνεται εντελώς από τον έξω κόσμο, που κάποια μέρα βρίσκεται εντελώς μόνος, με όλες τις συνέπειες που έχει ένα τέτοιο γεγονός. Μια ζωή λέμε πως ξανά και ξανά πως θα τραβήξουμε τη γραμμή του τέλους, αν και ξέρουμε πως δεν είμαστε σε θέση να το κάνουμε.

Όταν μας έχει βρει κάποια αρρώστια, προσέχουμε πόσο θορυβώδεις είναι οι άνθρωποι και πόσο ασυναίσθητα θορυβούν. Οι άνθρωπο είναι χυδαίοι και εκχυδαΐζουν τα πάντα. Κάνουν θόρυβο όταν ξυπνάνε, κάνουν θόρυβο όπου κι αν βρεθούν, κάνουν θόρυβο κι όταν παν να κοιμηθούν. Επιπλέον μιλούν δυνατά και ασταμάτητα. Είναι τόσο απασχολημένοι με τον εαυτό τους, που δεν προσέχουν διόλου ότι όσα λένε ή κάνουν πληγώνουν τους άλλους, τους αρρώστους, όλους εκείνους που είναι σαν εμένα. Έτσι, μας στριμώχνουν σιγά σιγά στο περιθώριο, μέχρι που δεν μας παίρνει κανένας είδηση ότι υπάρχουμε. Αλλά κι ο κάθε άρρωστος αποσύρεται στο δικό του περιθώριο. Γιατί  η κάθε ζωή, η κάθε ύπαρξη, ανήκει αποκλειστικά σε έναν και μοναδικό άνθρωπο, και κανείς άλλος δεν έχει το δικαίωμα να εκτοπίσει, να απωθήσει, να εξωστρακίσει από τη ζωή τον άνθρωπο αυτόν. Εμείς φεύγουμε έτσι κι αλλιώς από μόνοι μας, ανήκει κι αυτό στα δικαιώματά μας.

Στον Αλέξανδρο Ασωνίτη