Ντον ΝτεΛίλλο – Υπόγειος κόσμος

Πώς φανταζόμαστε το απόλυτο μυθιστόρημα των τελών του 20ού αιώνα; Σύνθετο, χαώδες, ελεγειακό, πολιτικό, ξεγυμνωτικό, όσο γίνεται περισσότερο πολυφωνικό; Να βγαίνει από την καρδιά μιας σύγχρονης μητρόπολης, να βουτάει στην σύγχρονη ιστορία αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές όψεις της, να αποτελεί την απόλυτη λογοτεχνική αντανάκλαση της κάθε τρέχουσας πραγματικότητας και των συγκυριών της; Κλείνοντας πάνω από δέκα χρόνια «ζωής», ο Υπόγειος Κόσμος μοιάζει πράγματι σαν ένα οριακό έργο της σύγχρονης λογοτεχνίας, πιθανώς το magnus opus ενός συγγραφέα που θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους του μεταμοντερνισμού, στην ουσία όμως περισσότερο μεταμοντέρνα είναι η θεματολογία και η σκέψη του παρά η ίδια του γραφή.

Γιος Ιταλών μεταναστών, γέννημα – θρέμμα του Μπρονξ (1936), πρώην… διαφημιστής, ο ΝτεΛίλλο κατασκευάζει τον Υπόγειο Κόσμο του ως τη φυσική κατάληξη όλων των προηγούμενων έργων του. Ήδη από τα πρώτα του μυθιστορήματα στις αρχές των 70ς έφτιαχνε χαρακτήρες που μοιάζουν όσο κανείς σε μερικές από τις αντιπροσωπευτικότερες «περσόνες» του σημερινού ανθρώπου: Στο Americana ο τηλεοπτικός παραγωγός που ταξίδευε ψάχνοντας να αιχμαλωτίσει την πιο υποβλητική εικόνα (1971), στο Great Jones Street ο ροκ σταρ που τα βρόντηξε στη μέση της περιοδείας του (1973), στο Players οι χρηματιστές που γίνονται τρομοκράτες (1977), στον Λευκό Θόρυβο ο μολυσμένος από εναέρια τοξικά (1985), στο Mao ΙΙ (1991) ο συγγραφέας που αναζητά πρότυπα και δεν τα βρίσκει παρά σε ελάχιστους ομότεχνους – βλέπε Σάλιντζερ ή Πίντσον (δίπλα στους οποίους άλλωστε τοποθετείται σήμερα ο ίδιος ο ΝτεΛίλλο).

Στον Υπόγειο Κόσμο φανταστείτε μια ανάστροφη πορεία από τα 90’ς στα 50’ς και ξανά πίσω, δηλαδή «εμπρός», στις κοινωνίες της θεοποίησης χρήματος και θεάματος, δυό θεοτήτων που ζούνε και μια παράλληλη ζωή μέσω της ίδιας του της εικόνας. Ο Ψυχρός Πόλεμος τελείωσε αλλά η σημερινή πραγματικότητα έχει τη σφραγίδα του. Η ΕΣΣΔ κατέρρευσε αλλά οι πυρηνικές εκρήξεις συνεχίζονται στο Καζακστάν και τη Σιβηρία. Μπορεί η αίσθηση της απειλής να έχει αλλάξει αλλά ο πυρήνας της παραμένει ίδιος. Ο ΝτεΛίλλο στις ελάχιστες συνεντεύξεις του έχει τονίσει την «μετά 9/11» διαφοροποίησή της: ίσως δεν κινδυνεύουμε από μαζικό πόλεμο αλλά ο καθένας μπορεί να σκοτωθεί αύριο στην πόλη του από τρομοκράτες.

Αυτός ο «υπόγειος» κόσμος περιλαμβάνει οτιδήποτε απορρίπτουμε ως άχρηστο ή θάβουμε ως ανεπιθύμητο: κομμάτια μνήμης ή Ιστορίας, απόβλητα βιομηχανίας ή θανατηφόρας τεχνολογίας. Μόνο που η ταφή και οι επιχωματώσεις δεν συνεπάγονται πάντα θάνατο ή στατικότητα. Αυτό που βρίσκεται από κάτω, αργά ή γρήγορα θα αναδυθεί. Κατά τα άλλα, η ιδέα μας για τον κόσμο δεν είναι παρά η τηλεοπτική του αντανάκλαση, ο μαζικός αθλητισμός θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ιδανικό αντίδοτο στην χρεοκοπία της θρησκείας, η ανάγκη της (χαμένης) υπερφυσικής πίστης θα καλυφθεί με κάποιο τρόπο (βλ. διαδίκτυο), οι επιχειρήσεις αποτελούν τον ισχυρότερο πολιτικό παράγοντα. Ο χρόνος αποτελεί ανταλλάξιμο είδος, η βία μπορεί και να μην έχει αιτίες, κάθε φραγμός μοιάζει άχρηστος, η μαζική ψυχολογία είναι οδηγός. Άφησε στην άκρη το παρόν, ζήσε για το μέλλον. Υπάρχουν περιθώρια επιλογής; Σαφώς: διάλεξε τη θρησκεία, το σύστημα κι ένα κανάλι που σου ταιριάζει. Αλλά ένα ακόμα στοιχείο θα καθορίζει την ταυτότητά σου: τα σκουπίδια που αφήνεις πίσω σου. «Ίσως ο άνθρωπος δεν είναι μονάχα το τι δημιουργεί, αλλά και το τι σκουπίδια αφήνει πίσω του, τι καταναλώνει» (1).

Η γνωστή Ντελίλλια Γραφή εστιάζει στο δίπολο «καθημερινοί χαρακτήρες και ιστορικά γεγονότα»: πώς τα πρώτα εκτροχιάζουν τις προσωπικές ζωές το ίδιο ανεπαίσθητα όσο και ανεπανόρθωτα, πώς η ιδιωτική ζωή του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα καθορίστηκε από τις συγκυρίες τους. Αφηγητές εναλλάσσονται, λεπτομέρειες υπερτονίζονται, διάλογοι ζωγραφίζονται. Υπαρκτά πρόσωπα που αντιπροσωπεύουν ολόκληρους κόσμους (από τον Σινάτρα ως τον Mr FBI Χούβερ) στέκονται ξανά δίπλα σε ιδιαίτερους ανθρώπους για τους οποίους συνήθως δεν μαθαίνουμε ποτέ: εραστές που βρίσκονται μετά από 40 χρόνια, καλλιτέχνες του πολέμου, αναλυτές πυρηνικών αποβλήτων που αναρωτιέται τι απογίνονται όλα αυτά που θάβονται «από άνδρες με διαστημικές στολές». Ορισμένοι θυμίζουν τους ήρωες του Λευκού Θορύβου: το μόνο που τους σώζει είναι να πιστέψουν σε μια δεύτερη μεταθανάτια ζωή. Η πρώτη δεν έχει καμία ελπίδα βελτίωσης. Σε έναν φαντασιακό αντίποδα, ο συγγραφέας δηλώνει πως δεν επιθυμεί να δημιουργήσει κανέναν διαφορετικό κόσμο με τα βιβλία του: ο ήδη υπάρχων κόσμος έχει πολλά να γράψει και να γραφτούν.

Θυμάμαι τις πρώτες λέξεις του μαγικού Gold Mine Gutted των αγαπημένων Bright Eyes, ενός σύγχρονου ροκ συγκροτήματος που κρατάει χαμηλές μουσικές εντάσεις αλλά υψηλές ποιήσεις: It was Don DeLillo, whiskey neat, and a blinking midnight clock / speakers on a tv stand, just a turntable to watch…Από την άλλη, όλο αυτό το σύμπαν των «αδικαιολόγητων συμπεριφορών» μου θύμισε τον ομώνυμο ηλεκτρονικό δίσκο του Laurent Garnier (Unreasonable Behavior) και το τελευταίο του κομμάτι: Α tribute to the 20th century. Άλλωστε ορθά ως ένα από τα «βιβλία αποχαιρετισμού, το δικό του αντίο στον εικοστό αιώνα» από τον Αναστάση Βιστωνίτη, που έκθαμβοι καθώς στεκόμαστε μαζί του μπροστά σ’ αυτό το κολοσσιαίο λογοτεχνικό οικοδόμημα τον ακούμε να συνεχίζει: «Τα μνημειακά κτίσματα του παρελθόντος ήταν κατ’ εξοχήν οι καθεδρικοί ναοί. Οι μεγάλοι καθεδρικοί της εποχής μας είναι οι ουρανοξύστες. Και η ποίηση του μεταπολέμου αναδύεται από τη μουσική της καθημερινότητας, η οποία ακούγεται σαν πολλαπλασιασμένος ψίθυρος μέσα στο ηχείο του νικητή: ένα κενοτάφιο που το αποκαλούμε Ιστορία» (2).

Ακριβώς πάνω στον καίριο αυτό φωτισμό τολμώ να πω πως ο ΝτεΛίλο εξέφρασε με λέξεις εκείνο που οι πρώτοι ambient και ηλεκτρονικοί μουσικοί συνέγραψαν με τις νότες τους: ήταν οι πρώτοι που απεικόνιζαν τα θεόρατα κτίρια των μητροπόλεων και, κυρίως, που αντιμετώπισαν τους ήχους της πόλης (φωνές σκόρπιες ή μαζικές από εξέδρα, θραύσματα διαλόγων, κραυγές, κόρνες και σειρήνες οχημάτων, βιομηχανικός βόμβος, βήματα που τρέχουν ή σέρνονται) σαν την απόλυτη μουσική της. Άλλωστε μη ξεχνάμε πως ο Λευκός Θόρυβος είναι ο ηλεκτρονικός θόρυβος, το σύνολο των συχνοτήτων του οποίου εκπέμπονται στην ίδια ένταση. Ακριβώς σ’ αυτή την αλλεπάλληλη επανεγγραφή σ’ έναν κόσμο άπειρων διαδοχικών κλωνοποιήσεων είδε ο Ευγένιος Αρανίτσης την ίδια μεταφορά «του χαμένου νοήματος μιας πραγματικότητας όπου όλα μοιάζουν εξίσου σημαντικά ώστε τίποτα να μην είναι σημαντικό και όπου ο θάνατος ζυγίζει όσο η διαφήμιση ενός χάμπουργκερ». Γι’ αυτό κι εξακολουθούμε να ακούμε, όπως έγραψε, το μουρμουρητό της συνείδησης, λες και το βιβλίο λειτουργεί «σαν ένα λογοτεχνικό μόντεμ για τη σύνδεση με τερματικούς του Κάτω Κόσμου» (3).

Αναρωτιέμαι αν ο αντίστοιχος αποχαιρετισμός του πρώτου μισού 20ού αιώνα ήταν η τριλογία USA του John Dos Pasos. Σίγουρα είναι ο πιο ταιριαστός υπότιτλος για τον Υπόγειο Κόσμο του ΝτεΛίλλο, αυτό το αυτονόητα νεοϋορκέζικο, αμιγώς αμερικάνικο αλλά οριστικά και αμετάκλητα διατοπικό και σαφώς διαχρονικό βιβλίο.

(1) Κωστής Καλογρούλης, Προσεγγίσεις στη σύγχρονη αμερικάνικη πεζογραφία. 1945-σήμερα, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2008, σ. 96-100.

(2) Αναστάσης Βιστωνίτης, «Η μαύρη κωμωδία του ψυχρού πολέμου», Ex Libris. Κείμενα για τη λογοτεχνία του εικοστού αιώνα, εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα 2006, σ. 202-204.

(3) Ευγένιος Αρανίτσης, «Ο ήχος της λευκότητας», εφημ. Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2003.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή (και χωρίς τις παραπομπές): υπόγειος και ανώγειος (:περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 504).

 Συντεταγμένες: DonDelillo, Underword, 1997 / Εκδόσεις Εστία, 1998, μτφ. Έφη Φρυδά, σ. 947.

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 15, φθινόπωρο 2008. Φάκελος Ολοκληρωτισμός

 

Σε απόλυτη αρμονία με τον καιρό που σκοτεινιάζει το φθινοπωρινό τεύχος των (δε)κάτων φτιάχνει ένα αφιέρωμα στο γκριζόμαυρο θέμα του Ολοκληρωτισμού, σε όλες του τις εκφάνσεις. Καθώς ο ολοκληρωτισμός δεν εξαντλείται στις παραφυάδες των –ισμών του ούτε στα ρατσιστικά του παρελκόμενα αλλά διαβρώνει τα πάντα, από την τέχνη και την σκέψη ως και την ίδια την καθημερινή ζωή το αφιέρωμα αποτυπώνει όσο το δυνατό περισσότερες πλευρές (θεοκρατία, ναζισμός, αντισημιτισμός, αστυνόμευση, τηλεοπτικός εκφασισμός κ.ά) και φωνές: διηγήματα των Hanna Krall, Κυριάκου Αθανασιάδη, Γιώργου Ρωμανού κ.ά, μαθήματα ανελευθερίας του Θανάση Τριαρίδη, μια επιστολή του Δ. Ποταμιάνου προς τα ανίψια του, περισσότερο σχετική με το θέμα από κάθε άλλο κείμενο, ακόμα και την άποψη ενός πληρωμένου Σέρβου εκτελεστή εκ μέρους της CIA, καθώς κι ένα απόσπασμα από το «Αλφαβητάρι πολέμου» του Μπέρτολτ Μπρεχτ (πρότζεκτ με τετράστιχα ποιήματα πάνω σε φωτογραφίες εφημερίδων και περιοδικών, που τον συνόδευε επί δεκαετία στις εξορίες του, πάντα ανεπιθύμητο όλες τις πολιτικές πλευρές λόγω του υπονομευτικού του πνεύματος!)

Αν έχετε την εντύπωση πως μια τέτοια θεματολογία θα συνοφρυώσει κάθε αναγνωστικό πρόσωπο, ξεχάστε την: υπάρχουν κείμενα που προκαλούν και ξεκαρδιστικά γέλια, όπως για παράδειγμα τα ποιήματα των Αραγκόν και Ελυάρ με τα οποία υμνούν την σταλινική Γκεπεού και τον Στάλιν αντίστοιχα ή η δικαστική απόφαση βάσει της οποίας αποσύρθηκε από τις σχολικές βιβλιοθήκες το βιβλίο της Έρσης Σωτηροπούλου «Ζιγκ ζαγκ στις νεραντζιές» (δημοσιεύεται αυτούσια).

Άλλα τρία εκτενέστατα κείμενα φωτίζουν ακόμα περισσότερο τις σελίδες: Η ιστορία του CCF / Congress of Cultural Freedom, το «πολιτιστικό» εκβλάστημα της CIA, μια δεξαμενή συγγραφέων, περιοδικών, συνεδρίων και διαλέξεων με απώτερο σκοπό την θεωρητική και όχι μόνο εξάπλωση του αμερικανισμού, χωρίς να γίνεται αντιληπτός ως έννοια παρά μόνο ως αυτονόητο πολιτιστικό μόρφωμα, μας δείχνει το πεδίο όπου σίγουρα θα ανθεί ο ολοκληρωτισμός στο μέλλον.

Ένα οδοιπορικό του Louis Menard προς την ταυτότητα της γενιάς των Μπιτ ξεκαθαρίζει επιτέλους τι σημαίνει beat, ποιος καθιέρωσε το όνομα και πως και απομυθοποιεί θέσφατα για να τα θέσει σε πιο ηδονική τροχιά. Περισσότερο από την μυθολογία της απόδρασης και την «νοσταλγία της παρακμής», το κίνητρο για τον Κέρουακ ήταν η αληθινή λογοτεχνία και ο «δρόμος» του ήταν η σκληρή δουλειά προς αυτήν.

Τέλος, μας πρόσφέρονται ψήγματα του βίου του πρόωρα χαμένου Ρομπέρτο Μπολάνιο που με τόσους ευρηματικούς τρόπους λογογράφησε το άσυλο ψυχοπαθών της Ευρώπης (όπως χαρακτήρισε την Λατινική Αμερική). Κάπου στο ενδιάμεσο, ο Άρης Μαραγκόπουλος μαγνητοφωνούμενος συνοψίζει τα λόγια ενός χαρακτήρα του True Love του : Στον καθένα λείπει κάτι σ’ αυτή τη ζωή. Κι αυτό που του λείπει καταντάει το φριχτό του μαρτύριο, άμα το αναλύει ξανά, και ξανά, άμα του παραδίνει σημασία…

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Στη φωτογραφία: O Κέρουακ Στο Δρόμο των πλήκτρων.