Στανισλάβ Ιγκνάσι Βίτκιεβιτς – Αδηφαγία

Ω, πόσο περίπλοκος ήταν ο ψυχισμός μερικών ανθρώπων! Κανείς, ούτε καν ο υπαίτιος, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι γνωρίζει όλες τις διαστρωματώσεις των ανοίκειων προσωπικοτήτων του, όλα αυτά τα κρυφά διαμερίσματα, όλα αυτά τα μυστικά συρτάρια που τα κλειδιά τους είχαν χαθεί…

Η κατά Βίτκιεβιτς Ευρώπη των αρχών του 21ου αιώνα τελεί υπό ολοκληρωτικά καθεστώτα και η Πολωνία βρίσκεται στα πρόθυρα τους τέλους της Ιστορίας της (ρώσικη επανάσταση στο εσωτερικό, κινέζικη προέλαση από τα ανατολικά). Μπροστά στην επικείμενη καταστροφή οι κυβερνώντες αδιαφορούν για τα κοινά και αφήνονται στις προσωπικές τους ιδεοληψίες, αριστοκράτες διασκεδάζουν με κάθε παρακμιακό τρόπο, αποτυχημένοι καλλιτέχνες ζητούν μια τελευταία ευκαιρία, κι όλοι αυτοί, μαζί με πάσης φύσεως εκκεντρικούς και «πρώην» οτιδήποτε, φιλοσοφούν, άγονται και φέρονται από τα πάθη τους, κυνηγούν για τελευταία φορά τις εμμονές τους, εκφυλίζονται και παραφρονούν. Καθώς τα παγκόσμια αποθέματα σε κοκαΐνη και αποτρανσφορμίνη στερεύουν, προϊόν με τη μεγαλύτερη ζήτηση αποδεικνύεται το «χάπι της ευτυχίας», που απομαγνητίζει κάθε βασανισμένο και μη από το άγχος της ύπαρξής του. Η ανθρωπότητα κυριολεκτικά κυλούσε στην άλλη πλευρά της ιστορίας.

Ο ανήσυχος σεξουαλικά και φιλοσοφικά νεαρός ήρωας Ζένεζιπ (Ζιπ) Κάνεπ, ετοιμάζεται να μπει σε όλο αυτό τον άγριο θίασο για το δικό του μερίδιο λαγνείας και μάθησης. Μυητές του φιλοδοξούν να είναι πολλοί, με πρώτη και καλύτερη την πανηδονίστρια πριγκίπισσα Τικοντερόγκα και τον ιδιόμορφο εκκεντρικό κύκλο της. Ο Κάνεπ θα επιχειρήσει να βιώσει τη δική του τη σαρκική και πνευματική αδηφαγία αλλά και να αντισταθεί στο συνεχώς διογκούμενο πλέγμα κατευθυνόμενης βούλησης όπου τον παγιδεύει η παλαιά τάξη που υποχωρεί άτακτα και πανικόβλητα. Ας συμβούν τα πάντα. Θα τα βιώσω όλα, θα τα τιθασεύσω, θα τα μασήσω και θα τα χωνέψω: την πιο ανιαρή πλήξη, τη χειρότερη συμφορά.

Η Αδηφαγία μεταφράστηκε στα αγγλικά το 1985, 55 έτη μετά την πρώτη του έκδοση, στην δε χώρα άλλα 22 χρόνια μετά. Αρχικά μένει έκπληκτος κανείς διαπιστώνοντας πως έχει προηγηθεί των τριών κατεξοχήν προφητικών αντι-ουτοπικών μυθιστορημάτων (Brave New World / Χάξλεϋ – 1984 / Όργουελ – Us / Ζαμυάτιν). Ο Βίτκιεβιτς υπήρξε κορυφαία φυσιογνωμία της πολωνικής διανόησης την περίοδο του Μεσοπολέμου μαζί με τους Βίτολντ Γκόμπροβιτς και Μπρούνο Σουλτς, επιπλέον δε η Αδηφαγία θεωρείται πλέον ένα κορυφαίο δείγμα κεντροευρωπαϊκού μοντερνισμού και προφητικής πολιτικής αλληγορίας και μοιράζεται το ίδιο ράφι με τους Υπνοβάτες του Μπροχ, τον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες του Μούζιλ και τον Φερντυντούρκε του Γκόμπροβιτς.

Αυτή η φαντασιακή δυστοπία έχει προβλέψει ένα αύριο που έχει ήδη φτάσει: κοινωνική σήψη αποδεκτή από όλους, μοντέρνα τέχνη χωρίς χρησιμότητα, μυστικοί οργανισμοί που ελέγχουν τη σκέψη, κυβερνήσεις που αφήνουν τους λαούς στο έλεος του τίποτα, θρησκευτικοί ηγέτες που κόβουν και ράβουν συνειδήσεις, οι πάντες ελπίζουν σε μεταφυσικές σωτηρίες, η σεξουαλική μανία γίνεται ανεξέλεγκτη, η συλλογική τρέλα βρίσκεται προ των πυλών. Το μέλλον έμοιαζε θολό σαν απόνερα λάντζας.

Συχνά δημιουργείται η αίσθηση πως τα πολλαπλά θεματικά κάτοπτρα θα καταρρεύσουν το ένα υπό το βάρος του άλλου και πως η ενίοτε σύνθετη και παραληρηματική γραφή του Βίτκιεβιτς μπορεί να αποτελεί εμπόδιο στην απόλαυση αυτού του ογκώδους εγχειρήματος, στην πράξη όμως βυθίζεσαι οικειοθελώς σε αυτό το σύμπαν ερωτομανίας και αποχαύνωσης.

Μπροστά στο τέλος, ήρωες που διακατέχονται από το σατανικό ρίγος ενός άφατου, παντοτινά μυστηριώδους και ανέφικτου πόθου, νιτσεϊκοί υπεράνθρωποι, απολλώνια σώματα και υποψήφια «ψυχοπτώματα», όλοι γίνονται ίσοι. Φανταστείτε ως μουσικά και, κυρίως, στιχουργικά αντίστοιχα όλης αυτής της γκροτέσκας ατμόσφαιρας Marc and the Mambas και Psychic TV στο ερωτικό σκέλος, Mecano και Death in June στο φιλοσοφικό.

Χρησιμοποιώντας ενδιαφέροντες πειραματισμούς (χωριστά κείμενα πληροφοριών και σημειώσεων μέσα στα κεφάλαια) αλλά και τα στοιχεία ενός μυθιστορήματος «μαθητείας» ο Βίτκιεβιτς συνθέτει ένα αριστουργηματικό (σύμφωνα με την Σούζαν Σόνταγκ), απαισιόδοξο, εσχατολογικό, φαντασμαγορικό, καταστροφικό, υπερβολικό και κυρίως προφητικό κείμενο – ποτάμι για τους μελλοντικούς ολοκληρωτισμούς αλλά και τον βασανιστικό συνδυασμό της σαρκικής και της πνευματικής αδηφαγίας.

Έχω δηλητηριαστεί από ανομολόγητα πράγματα που τα ξέρω μόνο από τη συγγραφή μυθιστορημάτων. Καθώς αποσυντίθενται χημικά μέσα στο μυαλό μου, τα μυστήρια της ζωής παράγουν πτωμαΐνες νωθρότητας, σύγχυσης, αδράνειας. Πρέπει να ξεπεράσω τα επιφαινόμενα. Τι με νοιάζει – εμένα προσωπικά – αν τα έργα μου διαβαστούν από ένα μπουλούκι ημι-αυτοματοποιημένων πιθήκων που προσποιούνται τους ημίθεους αλλά είναι ανάξιοι της πραγματικής τέχνης και ίσως από λίγα μέλη της υπό εξαφάνιση φυλής των ευφυών ανθρώπων (όχι ότι γνωρίζω πολλούς).

Φάκελος φιλοξενούμενου: 1885-1939. Γέννημα Βαρσοβίας, συγγραφέας, δραματουργός, ποιητής, φιλόσοφος, θεωρητικός τέχνης, κριτικός, ζωγράφος (μπορεί κανείς να δει πολλά από τα εξαιρετικά έργα του στο διαδίκτυο), εικονογράφος, φωτογράφος, μέλος της πρωτοποριακής καλλιτεχνικής ομάδας των «Φορμιστών». Όσο ζούσε τα θεατρικά του έργα, επηρεασμένα από τις ανακαλύψεις των Νέων Μαθηματικών αλλά και την ζωγραφική του Πικάσο, παρέμεναν επί το πλείστον ανέκδοτα ή άπαικτα. Αυτοκτόνησε το 1939 όταν έβλεπε να εισβάλουν στη χώρα του από τη μία μεριά οι Γερμανοί κι από την άλλη οι Σοβιετικοί.

Συντεταγμένες: Stanislaw Witkiewicz, Nienasycenie, [Insatiability], 1927/1930. Στα ελληνικά: Εκδόσεις Κέδρος, 2007, σελ. 624, μετάφραση από τα αγγλικά: Αλέξης Καλοφωλιάς.

Απευθύναμε τέσσερις προσωπικές ερωτήσεις στον μεταφραστή Αλέξη Καλοφωλιά, γνωστό μας από άλλα ενεργειακά καλλιτεχνικά πεδία:

Πόσο σε δυσκόλεψε η μετάφραση αυτού του πολύπλοκου και ογκώδους λογοτεχνήματος;

Η μεταφορά της «Αδηφαγίας» στα ελληνικά έγινε από το κείμενο του καναδού Louis Iribarne, που έκανε την μετάφραση του πολωνικού πρωτοτύπου στα αγγλικά. Αυτός έκανε όλη τη δύσκολη δουλειά της αποκρυπτογράφησης των νεολογισμών του Witkiewicz, που αποτελούνται από συνθετικά διαφορετικών γλωσσών. Η δύναμη του κειμένου του ήταν τέτοια που με έπεισε να αναλάβω τη μετάφραση παρά τους κινδύνους που κρύβει ένα τέτοιο («διαγλωσσικό») εγχείρημα.

Οι περισσότερες δυσκολίες χρειάστηκε να ξεπεραστούν στην αρχή, καθώς διαμορφωνόταν το ύφος της μεταφοράς και αντιλαμβανόμουν το πλαίσιο των αναφορών του Witkiewicz. Στη συνέχεια το πράγμα έγινε πιο εύκολο, γιατί έστω κι αν η αφήγηση γίνεται μερικές φορές χαοτική, δεν της λείπει η ακρίβεια. Επιπλέον, η επικαιρότητα της δυστοπίας του Witkiewicz (το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1930) μου φάνηκε τρομερά ενδιαφέρον στοιχείο. Έχουμε και λέμε: Νοητικός έλεγχος και εθνικιστικός παροξυσμός ως βασικά συνεκτικά στοιχεία μιας «εξαρθρωμένης» κοινωνίας, χειραγώγηση μέσω του φόβου του πολέμου και των (παρα)θρησκευτικών δογμάτων, διάχυτη παραίτηση πριν από την καταστροφή, στρατιωτικοποίηση της καθημερινής ζωής, υστερική λατρεία της εικόνας του σώματος και του αθλητισμού.

Κοντά στο τέλος, το μεγάλο μου πρόβλημα ήταν να εξασφαλίσω χρόνο για να το δουλέψω όπως ήθελα, γιατί με είχε απορροφήσει σχεδόν ολοκληρωτικά. Η επιμέλεια που έκανε η Άρτεμις Αργύρη βοήθησε πάρα πολύ το κείμενο, όπως και η βοήθεια που μου πρόσφεραν μία πολωνή φίλη (τις λίγες ευτυχώς φορές που έπρεπε να ανατρέξω στα πολωνικά) και ένας φίλος μαθηματικός.

Υπήρξε κάποιος ήρωας ή κάποια εικόνα που σου «έμεινε»;

Ο Witkiewicz ήταν και ζωγράφος και στην Αδηφαγία υπάρχει μια εικαστική διάσταση. Οι ήρωες δεν είναι ρεαλιστικοί ανθρώπινοι χαρακτήρες αλλά ψυχεδελικές καρικατούρες, διαστρεβλωμένες απεικονίσεις αρχετύπων και στερεοτύπων που υπακούνε στους κανόνες που ορίζει η δήθεν διδακτική νομοτέλεια του μυθιστορήματος. Είναι δύσκολο να ταυτιστείς μαζί τους, αλλά το ίδιο δύσκολο και να τους ξεχάσεις. Η πριγκίπισσα είναι η γυναίκα-αράχνη της εφηβείας όλων των αρσενικών, η σκοτεινή δύναμη της Λίλιθ, και με υπαινικτικό τρόπο, πραγματική μητέρα του Ζιπ. Βρήκα την περιγραφή της «τελετής ενηλικίωσης» του (όταν η πριγκίπισσα τον εξαναγκάζει να παρακολουθήσει τις περιπτύξεις της με τον Τόλζιο) εξωφρενική. Επίσης, οι μορφές του Κοτσμολόσοβιτς – Στάλιν και των γελοίων ευπατρίδων της πολιτικής στηρίζουν με απολαυστικό τρόπο την κριτική του Βιτκίεβιτς.

Με τι μουσική συνόδεψες τη μετάφρασή του;

Κυρίως οργανική, γιατί μου είναι δύσκολο να μεταφράσω όταν ακούω τραγούδια με στίχους. Εκείνη την εποχή (φθινόπωρο – χειμώνας 2005) θυμάμαι ότι άκουγα στο repeat το δίσκο του Bill Frisell με τους Elvin Jones και Dave Holland και τo soundtrack του Neil Young για το «Dead Man».

Κάποια συμβουλή για τον επίδοξο αναγνώστη;

Έχω τη γνώμη ότι μέσα στις πρώτες δέκα σελίδες θα έχει αποφασίσει αν θα παρατήσει το βιβλίο ή αν θα συνεχίσει την ανάγνωση. Στη δεύτερη περίπτωση, θα έχει βρει τους δικούς του, ιδιαίτερους λόγους για να το κάνει, όπως συμβαίνει πάντα με τέτοια βιβλία. Πάντως, καλό θα είναι να γνωρίζει ότι η πλοκή παίζει δευτερεύοντα ρόλο στην «Αδηφαγία», η πραγματική περιπέτεια εξελίσσεται στις εγκεφαλικές συνάψεις του Witkiewicz.

Y.Γ. Τα εικαστικά είναι του ίδιου του συγγραφέα. Πρώτη δημοσίευση εδώ.

Πωλ Μοράν – Ο βιαστικός

Έμαθα πως η ορμή μου είναι μέσα μου, και μόνον μέσα μου, και πως είναι μια θαυμάσια δυνητική δύναμη, που βρίσκεται πάντοτε στη διάθεσή μου.

Ήρωας: Ο Πιερ Νοξ είναι ένας πάρα πολύ βιαστικός άνθρωπος, που ζει με το μάτι καρφωμένο στον καρπό όπου βρίσκεται το ρολόι του. Η ακαριαία δράση είναι το δόγμα του κι η βιασύνη η δεύτερη φύση του. Όταν όλοι βρίσκονται στο σήμερα, αυτός βρίσκεται πάντα στο αύριο. Έχει την αρχή «δύο πράγματα ταυτόχρονα αν είναι δυνατόν» κι εύχεται να τυπώνονταν οι εφημερίδες σε χαρτί υγείας. Του είναι αδύνατο να σταθεί σε μια θέση κι είναι διάσημος μεταξύ των φίλων του για την ταχύτητα με την οποία ξυρίζεται: 2 λεπτά και 28 δευτερόλεπτα!
Θέλω να αισθάνομαι ότι ορμώ μπροστά με τη θέληση μου, θέλω τρένα του τρόμου, κομμένη ανάσα, κενό στο στομάχι, θέλω να πίνω τη ζωή μονορούφι.

Αναρωτιέται τι νόημα έχει να ταξιδεύει κανείς, όταν περνά τις περισσότερες ώρες σε αίθουσες αναμονής. Πηδάει έξω απ’ το ταξί χωρίς να περιμένει το φρενάρισμα του οδηγού κι εξοργίζεται όταν αργεί να έρθει ο σερβιτόρος. Διαθέτει έναν ολόκληρο μηχανισμό κατά των ανεπιθύμητων επισκέψεων: κρύβει τα καθίσματα, ανοίγει τα παράθυρα να μπει κρύο, βάζει καπέλο και γάντια σαν έτοιμος να φύγει! Μεγαλώνει τα φυτά με χημικούς επιταχυντές ανάπτυξης και μονολογεί: Όταν κοιμάμαι, μου κλέβουν τις ακριβές μου ώρες. Ο ύπνος είναι αδικαιολόγητος.

Και με τις γυναίκες; Μπερδεύει το πρώτο ραντεβού με το τελευταίο, τις καταπίνει «σαν να ‘πινε απ’ το μπουκάλι χωρίς ν’ ακουμπά τα χείλη του», τις καταβροχθίζει χωρίς να τις αφομοιώνει και εξαφανίζεται προτού καν εκείνες προλάβουν να πουν ουφ. Δεν υπάρχει λόγος ένα τρένο του έρωτα να μην είναι εξπρές. Όταν παντρευτεί, βιάζεται να τραβήξει το μωρό από τη μήτρα της συζύγου του.

Αυτό που μας κατατρώει, δεν είναι τόσο η επιβεβλημένη, παρατεταμένη αναμονή, όσο αυτές οι αδιόρατες παύσεις κι αυτές οι αυτοματικές χειρονομίες, που αφήνουν την ημέρα διάτρητη σαν να’ ταν ξαφριστήρι: να μασάς τις τροφές, να ξύνεις το μολύβι, να ψάχνεις ψηλαφιστά τα κουμπιά του ασανσέρ, να βάζεις νερό στο σώμα του καλοριφέρ, να περιμένεις το σκύλο να κάνει τα κακά του, να παρηγορείς μια γυναίκα… (σ. 61-62)

Γοητεία: Ο Μοράν, μετρ της νουβέλας ως λογοτεχνικού είδους, εδώ δεν επιλέγει απλώς ένα πρωτότυπο θέμα αλλά και το βγάζει εις πέρας με απολαυστική γραφή. Από την αρχή μας κάνει να κατασυμπαθήσουμε αυτόν τον «φιλόσοφο του μισού δευτερολέπτου» που μας παίρνει παραμάζωμα στην δονκιχωτική του προσπάθεια να δαμάσει το χρόνο, ελαχιστοποιώντας κάθε χρονοβόρα διαδικασία, σχεδόν εξαφανίζοντας τον εαυτό του για χάρη της συνεχούς κίνησης.

Προσοχή όμως! Δεν περιορίζεται στην απόδοση αυτής της πυρετικής καρικατούρας, αλλά ως πρώιμος μοντερνιστής και κομψότατος στυλίστας της γραφής σμιλεύει ένα – προφανώς – χιλιοδουλεμένο λογοτεχνικό κομψοτέχνημα, με πλούτο λέξεων, εκφράσεων και ποιητικών εικόνων. Από την άλλη, οικοδομεί ενδιαφέρουσα πλοκή, με τον Νοξ να εργάζεται ως …συλλέκτης αρχαίων αντικειμένων, να αγοράζει ένα ερειπωμένο μοναστήρι με σκοπό την ανακαίνισή του, να εισχωρεί στους κόλπους μιας γυναικοκρατούμενης εστίας, να παντρεύεται μια γυναίκα που του προσφέρει όλες τις απολαύσεις αλλά αδυνατεί μέσα στην μανιώδη του παραφορά να τις ζήσει. Πού θα καταλήξει όλη αυτή η φρενήρης πορεία;

Ύποπτες επιρροές: Ο Μοράν εδώ εμφανίζεται ως πνευματικό τέκνο του Ανρί Μπερξόν και του έργου του Χρόνος και Ελεύθερη Βούληση. Σύμφωνα με τον δαιμόνιο εκείνο νεαρό φιλόσοφο, η εσωτερική ζωή της ανθρώπινης συνείδησης έχει το δικό της ιδιόρρυθμο ρολόι, που καμία σχέση δεν έχει με τον καθιερωμένο μετρητή του καθημερινού ιστορικού χρόνου. Φυσικά ο Μοράν δεν ασπάζεται εδώ πλήρως το μπερξονικό σύστημα (που επηρέασε μεταξύ άλλων την τριάδα Προυστ – Τζόις και Γουλφ) – μάλλον το προσαρμόζει σε μια καθημερινή έκδοση τσέπης και το κάνει συναρπαστικό ανάγνωσμα.

Αυτή η παραφορά για την οποία είμαι υπερήφανος είναι άραγε η ταχύτητα; Ή μήπως μια μεταμφιεσμένη αργοπορία, ένα μέσο… να αναβάλλω το μεγάλο άλμα που κάθε άνθρωπος οφείλει να κάνει στο άγνωστο; (σ. 98 )

Φάκελος φιλοξενούμενου: 1888-1976. Γέννημα Παρισίων, διπλωμάτης, κοσμοπολίτης, λάτρης των αυτοκινητιστικών αγώνων και της τζαζ, ταξιδευτής και πάνω απ’ όλα ένας παραγωγικός λογοτέχνης αλλά και μια ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη μορφή της γαλλικής κουλτούρας (μαζί με τους Σελίν και Ντριέ Λα Ροσέλ).

Γκράφιτι: Η δυστυχία μου είναι πως είμαι ακριβής. Περνώ τη ζωή μου αναμένοντας. // Διαπιστώνω μια ασυμφωνία ανάμεσα στο ρυθμό μου και στο ρυθμό του περιβάλλοντός μου. // Αυτό που μας καθυστερεί τόσο είναι πως κάνουμε μόνο ένα πράγμα τη φορά. // Την ημέρα που η βραδύτητα θα είναι πιο δυνατή από μένα, θα πεθάνω από ασφυξία.

Συντεταγμένες: Paul Morand, L’ homme presse, 1941. Στα ελληνικά: εκδόσεις Ίνδικτος 2005, μετάφραση Ολυμπία Γλυκιώτη, σελ. 260, μαζί με το τετρασέλιδο επίμετρο της μεταφράστριας.

Επίγραμμα: Όλοι εμείς που σήμερα κάνουμε τρία πράγματα ταυτόχρονα και σκεφτόμαστε άλλα τόσα, που δεν γνωρίζουμε άλλο ρυθμό από τον ιλιγγιώδη και άλλη κίνηση από την επιταχυμένη, που μας διακρίνει μια ανυπομονησία για το αύριο χωρίς να αντιλαμβανόμαστε τίποτα από το σήμερα, που είμαστε μόνο αυτό που κάνουμε, δεν χρειάζεται να ψάξουμε αντίστοιχους λογοτεχνικούς ήρωες. Υπάρχει ήδη ο ακριβέστατος λογοτεχνικός μας καθρέφτης σε βιβλίο που γράφτηκε όχι χθες αλλά 65 χρόνια πριν! Δεν γνωρίζω αν πρέπει να χαρούμε ή να σοκαριστούμε, αλλά ο Πιερ Νοξ είναι πρόγονός μας, είναι εμείς.

Ποιός ξέρει; Ίσως εκεί ψηλά υπάρχει ανταμοιβή γι’ αυτούς που τόσο ταλανίστηκαν περιμένοντας τους άλλους, ένας παράδεισος όπου τα λεωφορεία φεύγουν και οι γυναίκες φτάνουν στην ώρα τους, όπου τα λόγια χωρούν σε δέκα λέξεις, όπου τα αποτελέσματα και οι αιτίες πηγαίνουν χέρι χέρι… (σ. 44).

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15225