Γουίλιαμ Στάιρον – Η επιλογή της Σόφι

Πόση αλήθεια κρύβει η διαπίστωση ότι, αργά ή γρήγορα, οι περισσότεροι συγγραφείς εκμεταλλεύονται το δράμα των άλλων. (σ. 142)

Η Επιλογή της Σόφι εκδόθηκε το 1979 ύστερα από δεκαετή συγγραφική σιωπή και μεταφράζεται στη γλώσσα μας σχεδόν τριάντα χρόνια μετά. Αυτό το πολυσέλιδο, πυκνότατο μυθιστόρημα (που θεωρείται ένα από τα συναρπαστικότερα της σύγχρονης λογοτεχνίας), πιστέψτε με, δεν σε κουράζει ποτέ. Σε βυθίζει σταδιακά στους τρεις παράλληλους και δραματικά εφαπτόμενους κόσμους των τριών ηρώων του και σου προσφέρει μερικές από τις συναρπαστικότερες σελίδες που έχουν ποτέ γραφτεί για τη φύση του κακού, το βάρος της μνήμης, τις πίσω πλευρές του έρωτα και της φιλίας, την απώλεια, την ψυχολογική κατάρρευση, τον πόλεμο, τη μοίρα.

Ήρωες: Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής Στίνγκο, ένας εκκολαπτόμενος συγγραφέας, μετακομίζει στο Μπρούκλιν, σε μια λαϊκή πανσιόν που δεν διέφερε σε τίποτα από τα άσυλα των απόρων. Εκεί παγιδεύεται στο δαιδαλώδη ιστό της παθιασμένης και κυκλοθυμικής σχέσης των γειτόνων του, ενός ζεύγους που ζει φιλιώνει και ερωτοτροπεί λίγες μόνο ώρες μετά την πιο βάναυση σκηνή και για τους οποίους αναρωτιέται «αν είναι και οι δύο τρελοί ή παρίες, υποταγμένοι σε ένα παράξενο κοινό πεπρωμένο».
Ο (Εβραίος) Νέηθαν, ένας γητευτής μονίμως «κουρδισμένος», genius και διασκεδαστής μαζί, γίνεται έμπιστος φίλος του και γκουρού. Η ακαταμάχητη γοητεία του αντισταθμίζεται από μια ακαθόριστη σκοτεινή πλευρά του και από ξαφνικές αλλαγές σε διάθεση και συμπεριφορά, τα φοβερά tempetes (μπουρίνια) του. Σα να πετάει στον αέρα όπως το αεροπλάνο, κι ολοένα υψώνεται κι ανεβαίνει στη στρατόσφαιρα όπου ο αέρας είναι τόσο αραιός που δε μπορεί άλλο να πετάξει και να αναγκάζεται να πέσει. Κι όταν λέω ότι πέφτει, εννοώ, ως κάτω…
Η (Πολωνή και καθολική) Σόφι τον βλέπει ως σωτηρία της και καταστροφή της. Εργάζεται σ’ έναν αμφιλεγόμενο χειροπράκτη, διαβάζει Ντος Πάσσος και Τόμας Γουλφ αλλά αδυνατεί να προσαρμοστεί στη νέα της ζωή. Κυριεύεται από βαθιά μελαγχολία και μαύρη απελπισία εξαιτίας του ότι επέζησε από το Άουσβιτς, φοβούμενη πως δεν θα απαλλαγεί ποτέ από τις ενοχές της. Ενοχές, διαβρωτικές σαν το θαλασσινό νερό. Μπορεί κάποιος να κουβαλάει μέσα του την τοξίνη της ενοχής μια ολόκληρη ζωή, όπως τον τύφο. Αγωνίζεται απεγνωσμένα να διαγράψει το όνομα του στρατοπέδου από το λεξιλόγιό της, γνωρίζοντας ότι αν επέτρεπε να εισχωρήσει στη μνήμη της, θα κινδύνευε να χάσει, να δώσει τέλος στη ζωή της. Έχει δει το γαλαζωπό νέφος της καμένης ανθρώπινης σάρκας, συνεπώς αδυνατεί να πιστέψει σ’ ένα Θεό που γυρίζει την πλάτη του στους ανθρώπους. Η ανικανότητα των ανθρώπων να καταλάβουν πραγματικά ήταν ένας ακόμα από τους λόγους για τους οποίους απέφευγε να μιλά γι’ αυτά.
Πλοκή: Από την πρώτη στιγμή που θα τους δει κολλημένους τον ένα πάνω στον άλλο, σαν ένα σκοτεινό ανάγλυφο με φόντο τον ροζ διάδρομο με ένα κρεμαστό γλόμπο των σαράντα βατ, ο Στίνγκο δε θα πάψει να έλκεται από το ιδιόμορφο αυτό ζευγάρι, η σύγχιση και ταραχή των οποίων τροφοδοτείται απ’ τους βασανισμένους τους ψυχισμούς. Σταδιακά θα αρχίσει να θέλγεται σφοδρά από τις πολλαπλές γοητείες και αδυναμίες της Σόφι και να γίνει ο υποδοχέας των μυστικών της, μέχρι τον πυρήνα της τραγικής απόφασής της ανάμεσα σε δύο αβάσταχτες επιλογές. Μόνο που η Σόφι δεν είναι απολύτως ειλικρινής στις εξιστορήσεις της – αποκρύπτει, μεταπλάθει και παραπλανεί (άλλο ένα γοητευτικό στοιχείο υπονόμευσης της μυθοπλαστικής «αλήθειας»).
Γοητεία: Υπάρχουν τόσα στοιχεία που κάνουν την ανάγνωστη αυτού του έργου μια λογοτεχνική περιπέτεια μύησης. Η μυθοπλασία κινείται σε πολλά χρονικά επίπεδα, με αλλεπάλληλες χωροχρονικές παλινδρομήσεις. Στην αφήγηση του Στίνγκο εμπλέκονται οι σπαρακτικές διηγήσεις της Σόφι, όπως εκείνες της παρουσίας της στο σπίτι του Ρούντολφ Ές το 1943 και της δραματικής της ικεσίας για σωτηρία.
Ο λόγος είναι χειμαρρώδης, κοσμημένος με κάθε δυνατή λέξη που μπορεί να αποδώσει την πληθώρα των συναισθημάτων και των μνημών που ταλανίζουν τους ήρωες. Συχνά στο κείμενο ενσωματώνονται αναφορές σε έργα των Τζωρτζ Στάινερ, Χάννα Άρεντ, Ρίτσαρντ Ρουμπινστάϊν, στις σημειώσεις της Σιμόν Βέιλ για την οδύνη και την αληθινή φαυλότητα, σε μελετητές που έγραψαν για τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και την ανατομία του ψυχισμού του Ες.
Ήχοι/μουσική: Όμως η γραφή του Στάιρον διακρίνεται από ένα ακόμα σπάνιο χαρακτηριστικό: παντού στη διήγηση σπέρνονται ήχοι και νότες, που δένονται οργανικά με την αφήγηση. Η ιδιόμορφη τριάδα μοιράζεται ένα κοινό πάθος για τη μουσική, τζαζ και κλασική σε μια εποχή πολύ πριν την εμφάνιση του ροκ ή την αναβίωση της φολκ, θεωρώντας την σαν αναγκαίο ναρκωτικό, κάτι ανάλογο με τη θεία πνοή. Η μουσική είναι παρούσα στο ασφυκτικό δωμάτιο του «ζεύγους» μέσα από ένα μικρό ραδιόφωνο Ζενίθ και το γραμμόφωνο των δίσκων. Οι συμφωνίες του Μάλερ, η 5η του Μπραμς, το κονσέρτο για τσέλο του Χάιντν, η Ποιμενική του Μπετόβεν – το τελευταίο μουσικό κομμάτι που άκουσε η Σόφι προτού πάει στην κόλαση.
Έκτοτε θα διχάζεται απ’ την αντίφαση «της αφηρημένης κι ωστόσο απέραντης ομορφιάς της μουσικής» και τις σχεδόν απτές διαστάσεις της απελπισμένης οδύνης της. Όταν σταματάει η μουσική, ακούγεται το κλάμα της ή το ανήσυχο τρίξιμο των ελατηρίων της συνουσίας της και οι συνοδευμένοι από σχόλια οργασμοί. Στο τέλος μένει η σιωπή, κι ο αφηγητής μένει ν’ ακούει τους μακρινούς νυχτερινούς ήχους του Μπρούκλιν – το αλαργινό αλύχτισμα ενός σκύλου, ένα περαστικό αυτοκίνητο, το σιγανό γέλιο ενός ζευγαριού στην άκρη του κόσμου, τις δυνατές ομιλίες των νυχτοκόπων του Μανχάτταν.
Φάκελος φιλοξενούμενου: 1925 – 2006. Τέκνο του Αμερικάνικου Νότου (για τον οποίο έγραψε μερικές σημαδιακές σελίδες), συν-δημιουργός του λογοτεχνικού περιοδικού «The Paris Review», επίγονος του Φώκνερ, «λογοτεχνικός σύντροφος» των Γκορ Βιντάλ και του Νόρμαν Μέιλερ, φίλος του Κουρτ Βόνεγκατ. Κυρίως όμως, ένας ικανός συγγραφέας που κάποια στιγμή απέκτησε τα πάντα στη ζωή του (ευτυχισμένη οικογένεια, εγκατάσταση σε μια φάρμα στο Κονέκτικατ και τριαντάχρονη αφοσίωση στη συγγραφή, ήρεμη ζωή χωρίς το άγχος της επιβίωσης) αλλά τι παράξενο… Για άλλη μια φορά όλες αυτές οι αρμονίες όχι μόνο δεν αρκούν σε μια ταραγμένη ψυχή αλλά μπορεί και να οδηγήσουν σε κατάθλιψη και αυτοκτονικές εμμονές. Αυτός ο χρόνιος πότης κατάφερε ακόμα και το οριστικό διαζύγιο απ’ το οινόπνευμα (όταν αυτό «είχε πάψει να συμφωνεί μαζί του») αλλά όχι και από τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα, βρέθηκε αντίκρυ με «την απελπισία πέρα από την απελπισία», νοσηλεύτηκε σε κλινική και βγήκε ζωντανός, για να διηγηθεί τη σκληρή του δοκιμασία στο «Θέα στο σκοτάδι. Χρονικό μιας τρέλας» (1990, στα ελληνικά από τις ίδιες εκδόσεις).
Συντεταγμένες: William Styron, Sophie’s choice, 1979. Ελληνική μετάφραση: Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδόσεις Ποταμός, 2005, σελ. 652. Ας σημειωθεί πως η «στατική» κινηματογραφική μεταφορά του έργου από τον Άλαν Πάκουλα το 1982 δεν αποδίδει ούτε στο ελάχιστο τη θυελλώδη γραφή και τα επίπεδα της Σταϊρονικής γραφής. Πρόσφατα υπήρξε και διασκευή σε όπερα από την Washington National Opera και την Royal Opera House του Λονδίνου.
Κάποιες φορές, μέσα στο πανδαιμόνιο των περιπαθών λυσσασμένων παραινέσεων και των εκκωφαντικών απαιτήσεων, μες στις κραυγές, τους πνιχτούς ψιθύρους και τις λάγνες προτροπές, άκουσα άραγε στ’ αλήθεια τον Νέηθαν να ψελλίζει τα αντατριχιαστικά λόγια που τώρα θυμόμουν; (σ. 100)
Πρώτη δημοσίευση εδώ.

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 483 (Μάρτιος 2008)

… είδα ότι ο τύπος της ΕΣΣΔ τα τελευταία δέκα χρόνια της λογοτεχνικής μου δραστηριότητας τα κατέγραψε σε 301 άρθρα. Από αυτά τα εγκωμιαστικά ήταν μόνο τρία, ενώ τα εχθρικά και υβριστικά 298. Αυτά τα τελευταία 298 αποτελούν τον καθρέφτη της ζωής μου ως συγγραφέα. (…) Σας παρακαλώ να λάβετε υπόψη σας ότι το να μη μπορώ να γράφω ισοδυναμεί με το να ζω σαν θαμμένος ζωντανός. (…) Παρακαλώ την κυβέρνηση να δώσει εντολή να εγκαταλείψω την ΕΣΣΔ (…)  Αν όλα όσα έγραψα δεν είναι πειστικά…και με καταδικάσουν σε εφ’ όρου ζωής σιωπή (…) παρακαλώ να μου δώσετε εργασία ανάλογη με την ειδικότητά μου (…) αν όχι (…) να με διορίσετε ως κομπάρσο, αλλά και αν αυτό είναι αδύνατο, τότε διορίστε με ως εργάτη σκηνής (…) γιατί είμαι, την παρούσα στιγμή, αντιμέτωπος με το φάσμα της ανέχειας, την έλλειψη στέγης και τον θάνατο.

 Τα παραπάνω έγραφε το 1930 σε επιστολή του στην Σοβιετική Κυβέρνηση ο Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, ο κορυφαίος συγγραφέας του γκροτέσκου και της ανελέητης σάτιρας, μια από τις πιο αδικημένες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, στον οποίο είναι αφιερωμένο το τρέχον τεύχος του Διαβάζω.

Αυτός ο μόνιμα εξεγερμένος δημιουργός με τους εκλεπτυσμένους τρόπους και την παράτολμη γραφή και ζωή, που την ημέρα εργαζόταν στον τύπο και το θέατρο και τις νύχτες έγραφε πυρετωδώς τα έργα του, παρέμεινε άγνωστος σε όλη τη διάρκεια της ζωής του λόγω του ανελέητου πολέμου, ή μάλλον κρυφτού, που του επιφύλασσε η κρατική ηγεσία κι ο ίδιος ο Στάλιν: από τις μυστικές έρευνες στο σπίτι του, την κατάσχεση χειρογράφων και ημερολογίων ως την απόσυρση κάθε θεατρικού του έργου και την πλήρη απαγόρευση δημοσίευσης κάθε άλλου. Ο Μπουλγκάκοφ, στερημένος από κάθε έσοδο από την εργασία του και ακατάπαυστα λοιδωρούμενος από τους λιβέλλους των εφημερίδων, δεν δίσταζε να γράφει επιστολές κατευθείαν στον Στάλιν, ζητώντας μια εξήγηση που, φυσικά, ποτέ δεν έλαβε.

Το πλήρες αυτό αφιέρωμα, που δημιουργεί εντονότατα συναισθήματα, περιλαμβάνει εκτός από ποικίλα βιογραφικά, αυτοβιογραφικά και άλλα κείμενα και σειρά επιστολών όπου διαφαίνεται ανάγλυφα η απεγνωσμένη προσπάθεια του κράτους να εξαφανίσει το όνομά του από οπουδήποτε. Δεν το κατάφεραν, γιατί μπορεί τα έργα του (Η Λευκή Φρουρά, Διαβολιάδα, Τα μοιραία αυγά κ.λπ. και πάνω απ’ όλα Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα – το κατά Μπόρχες μοναδικό μυθιστόρημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας) όσο ζούσε να μην βρήκαν ποτέ το δρόμο προς αναγνώστες ή θεατές, σήμερα όμως θεωρούνται μνημειώδη.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ακόμα η συνέντευξη με τον Reader’s Diggest, έναν από τους πρώτους βιβλιο-blogger στη χώρα μας, που δεν ασχολήθηκε μόνο με βιβλία που αγνοούσε η κριτική, αλλά και έκρινε βιβλία επωνύμων που περνούσαν στο απυρόβλητο.

Οι 164 σελίδες του τεύχους γεμίζουν με ένα Φάκελο περί χάρτινης γεύσης (ο γευσιγνώστης Αλέξανδρος Σακκάς περνάει από το κριτικοσκόπιο 30 βιβλία μαγειρικής και οίνου), συνέντευξη με τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο, τις γνωστές ερεθιστικές στήλες κ.ά. Εγκαινιάζεται, τέλος, μια νέα στήλη που θα ενημερώνει για κόμικς μέσω …κομικς, μια ιδέα που, απ’ όσο γνωρίζω, είναι εντελώς πρωτότυπη.