Περιοδικό (δε)κατα, τεύχη 1-11

5- ok Εμείς τα μυθόβια όντα οι ποιητές / που βλέπουμε τις ράχες / που βλέπουμε τις κορφές / και λέμε βουνοκύματα / δεν θα καταλαγιάσουμε. / Από αγάπη στο αδέκαστο κενό / από αλλαφροσύνη για ένα ξέφωτο / θα περιπολούμε. Τη χαραυγή τις πιο πολλές φορές / κοιμόμαστε.

Κάθε φορά που διαβάζω το Κοντά στον κάθε ήλιο του Νίκου Καρούζου, το μυαλό μου πηγαίνει στους πάσης φύσεως ασίγαστους κι αφανείς δημιουργούς. Τώρα που το ξανασυναντώ στο τρίτο τεύχος των (δε)κάτων, δε μπορώ να φανταστώ πιο ταιριαστούς αποδέκτες από τους «χειρωνάκτες» ορισμένων μουσικών και λογοτεχνικών περιοδικών και fanzines, που χωρίς κανένα όφελος φωτίζουν τους πιο γοητευτικούς και λιγότερο φανερούς δρόμους στα σχετικά τοπία.

Τα (δε)κατά ξεκίνησαν την άνοιξη του 2005 κι έχουν βγάλει μέχρι σήμερα 12 τεύχη. Εκδίδονται τέσσερις φορές το χρόνο (ανά μία εποχή) από τον ποιητή, πεζογράφο και μεταφραστή (αλλά και διπλωμάτη, εκδότη άλλων λογοτεχνικών περιοδικών στα αγγλικά και ελληνικά, όπως το Ρεύματα) Ντίνο Σιώτη και έφεραν μια εντελώς νέα εικόνα στο χώρο των λογοτεχνικών περιοδικών. Με εξαιρετικά μοντέρνα αισθητική από τη μία, αλλά με το αυθεντικό, «ερασιτεχνικό» πάθος από την άλλη. Πόσες φορές δεν θυμήθηκα την ελεύθερη fanzine διάθεση, από την σελίδα της συνδρομής μέχρι τα καυστικά σχόλια των συνεργατών στις back pages. Κάθε τεύχος τονίζει έμμεσα ένα χρώμα, που εισχωρεί διακριτικά στις σελίδες, οι οποίες, μεγάλες και τετράγωνες, αφήνουν γράμματα και μάτι να αναπνεύσουν.

Διηγήματα: Οι πνεύμονες ενός λογοτεχνικού περιοδικού είναι τα διηγήματά και τα αφηγήματά του κι εδώ έχουμε ένα πλούσιο σύνολο από άξιες στο είδος τους πένες. Μεταξύ όσων διάβασα και ξαναδιάβασα, ενδεικτικά αναφέρω τους δικούς μας Σ. Τριανταφύλλου, Σ. Σερέφα, Γ. Ευσταθιάδη, Κ. Μαυρουδή, Λ. Διβάνη και Γ. Σκαμπαρδώνη (με το ασύλληπτο Ο συνοδηγός, με δικό μου υπότιτλο το Ένας αρουραίος στο αμάξι μου), τους Joan Didion, G.G.Marquez, Elizabeth Tippens, Ludmila Ulitskaya και τον εκπληκτικό Χιλιανό Roberto Bolano.
Αγαπημένο απόσπασμα: Μακάρι οι ζωές να μπορούσαν να παίζονταν στις οθόνες των κινηματογράφων, μακάρι να μπορούσα να ξαναμπώ στη «σκηνή» τη στιγμή εκείνη ακριβώς που ο Λένι Κλάιν ήρθε να με πάρει για πρώτη φορά και να την επιμεληθώ ξανά αυτήν τη σκηνή (Dani Shapiro, Η μαιτρέσα).
Αφιερώματα: Ενίοτε η καρδιά των (δε)κατων χτυπά στο ρυθμό ενός αφιερώματος που τιτλοφορείται Φάκελος: «Απιστία» (με γερά κείμενα τεχνιτών όπως οι Raymond Carver, Ivan Klima, Nicanor Parra, Έ. Σωτηροπούλου, Κ. Αθανασιάδης, ξανά ο Γ. Σκαμπαρδώνης, κ.ά.), «Ντεμπούτο 10 Συγγραφέων» (μεταξύ των οποίων και οι Γ. Γλυκοφρύδης, Λ.Κιτσοπούλου, Γ. Καπλάνι, Ν. Μάντης με τους οποίους θα ασχοληθούμε σύντομα), διακεκριμένοι νήσοι όπως η Τήνος και η Μύκονος και φυσικά «Ποίηση». Εδώ σύγχρονοι και παλαιότεροι Έλληνες και ξένοι ποιητές μιλάνε με τους στίχους τους, σε μια χορταστικότατη ανθολόγηση, χωρίς αναλύσεις και περιττολογίες. Το πιο ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου αφιερωτήριο αφορά τον «Βρόμικο ρεαλισμό», το βορειοαμερικανικό λογοτεχνικό κίνημα / αποπαίδι του μινιμαλισμού που εμφανίστηκε τη δεκαετία του ’70 με νονό τον Μπουκόφσκι και εκλεκτά μέλη τους R. Carver, T.C. Boyle, T. Wolf κ.ά. Το τεύχος που μόλις εκδόθηκε (και θα καλύψουμε σύντομα) φακελώνει την «Αστυνομική λογοτεχνία».
Αγαπημένο απόσπασμα, δια χειρός Τζακ Κέρουακ, τον Αύγουστο του 1949, από το φετινό καλοκαιρινό τεύχος με θέμα «Θερινά αναγνώσματα»: Θέλω να επικοινωνήσω με τον Ντοστογέφσκι στον ουρανό και να ρωτήσω τον Μέλβιλ αν είναι ακόμα αποκαρδιωμένος και τον Γουλφ γιατί άφησε τον εαυτό του να πεθάνει στα τριάντα οκτώ. Υπόσχομαι ότι δε θα τα παρατήσω ποτέ, και ότι θα πεθάνω ουρλιάζοντας και γελώντας.

Πρόσωπα: Η αγαπημένη μου ομότιτλη στάση σε κάθε τεύχος, όπου φωτίζονται ενδιαφέρουσες πλευρές εκλεκτών προσώπων. Ν. Βαλαωρίτης, Ν. Καρούζος, Θ. Γκόρπας, Ε.Χ. Γονατάς, Γ. Ιωάννου, Σάμ Πέκινπα, Σλάβοϊ Ζίζεκ, Φερνάντο Αραμπάλ, Τσαρλς Μπουκόφσκι και η ανυπάκουη Περσεπολίτισσα Μαργιάν Σατράπι. Στις περισσότερες περιπτώσεις γράφονται από τους ιδανικότερους γνώστες του θέματος: ποιος είναι καταλληλότερος να γράψει για τον Ίταλο Καλβίνο από τον χρόνιο μεταφραστή του Ανταίο Χρυσοστομίδη ή για τον «Μαθητευόμενο της οδύνης» Νίκο Εγγονοπουλο από τον Λεωνίδα Χρηστάκη;

 Αγαπημένο κομμάτι από εδώ οι 6 σελίδες του Charles McGrath για τα σκαμπανεβάσματα της λογοτεχνικής φήμης. Γιατί διαβάζουμε ακόμα Χέμινγουεϊ και Φιτζέραλντ και όχι άλλους που έχαιραν της ίδιας φήμης με εκείνους; Το σοκαριστικό αυτό κείμενο επικεντρώνεται στον Robert Lowell, που όταν πέθανε το 1977 μέσα σ’ ένα ταξί ήταν ο διασημότερος αμερικανός ποιητής της εποχής του και με μεγάλη διαφορά. Πώς γίνεται ο ροκ σταρ της αμερικανικής λογοτεχνίας να είναι παντελώς άγνωστος σήμερα;

Μαγνητόφωνο: Οι συνεντεύξεις είναι (ευτυχώς) σύντομες αλλά πολύ προσωπικές. K. Δημουλά, Κ. Αγγελάκη – Ρουκ, Κ. Μουρσελάς, Κ. Παπαγεωργίου, Π. Τατσόπουλος, Έ. Σωτηροπούλου, Κ. Βόνεγκατ, J. Didion, Γ.Αρζούνι κ.ά. Κόλλησα στη φράση του Νάνου Βαλαωρίτη «Όλοι οι άνθρωποι είναι ποιητές στα όνειρά τους» αλλά και στη χρήσιμη συμβουλή του Τίτου Πατρίκιου προς τους νέους δημιουργούς, που αφορά κι όλους εμάς εδώ: «…τη δύναμη την αποκτάμε πολύ δύσκολα, όχι με το να συσσωρεύουμε γραπτά αλλά με το να αφαιρούμε γραπτά. Το πιο δύσκολο πράγμα είναι η αφαίρεση από αυτά που γράφουμε. Γράφοντας δημιουργούμε μια ναρκισσιστική σχέση με το γραπτό και δύσκολα μπορούμε να κόψουμε, να το περιορίσουμε. Το ίδιο το γράψιμο απαιτεί αφαιρέσεις, γράφουμε συνήθως περισσότερα απ’ όσα χρειάζονται. Από την άλλη μεριά όμως δεν πρέπει να πετάμε τίποτα, πρέπει να αφαιρούμε αλλά να τα βάζουμε στην άκρη, για να μπορούμε να τα δούμε μετά από καιρό και να έχουμε συνείδηση της διαδρομής που κάναμε».

Εισιτήρια – εξιτήρια: Ένα δεύτερο γερό χαρτί είναι το «Γράμμα από το ….» που κοσμεί δύο και τρεις φορές κάθε τεύχος. Κάθε φορά ένας συνεργάτης αποκαλύπτει μια ενδιαφέρουσα (λογοτεχνική αλλά όχι μόνο) πτυχή ενός τόπου. Συνταξιδεύουμε σε Βηρυτό, Μπούενος Άιρες, Σιδώνα, Κάιρο, Σαν Φρανσίσκο, Αγία Πετρούπολη, Μανχάταν, Κωνσταντινούπολη (συνάντηση Ορχάν Παμούκ, Άρθουρ Μίλερ και Χάρολντ Πίντερ), Τόκυο και … Φάρσαλα, από τα πορθμεία της δουλείας του Αμαζονίου στην γέφυρα των αυτοκτονιών της Καλιφόρνια, από το Νεπάλ και τη Χιλή, στην Περσία και το Μεξικό μιας συγκλονιστικής ιστορίας 100 γυναικών. Ο κατεξοχήν ταξιδογράφος Γιώργος Βέης Ασίας και Αφρικής μας ξεναγεί με τον γνώριμο ποιητικό του τρόπο σε Σουδάν και Μακάο και ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος σκαρώνει μια πρωτότυπη τελωνειακή ανθολογία!
Το Παρίσι όπου πάντοτε τα οδοφράγματα έμοιαζαν με κήπους έχει τη μερίδα του λέοντος με εμφάνιση σε τρία τεύχη. Αγαπημένο μου κομμάτι εκείνο του δεύτερου τεύχους, που αφορά το θρυλικό βιβλιοπωλείο Shakespeare & Co, όπου Χέμινγουεϊ, Τζόις, Πάουντ, Γουλφ, Φιτζέραλντ, Ντος Πάσος, Στάιν και άλλοι της Lost Generation ξεφύλλισαν τα βιβλία του, διάβασαν τα έργα τους, όπου 10.000 άλλοι συγγραφείς φιλοξενήθηκαν σε ένα μικροσκοπικό δωματιάκι, έγραψαν στο γραφείο του, μαγείρεψαν, εργάστηκαν και όλοι ανεξαιρέτως έγραψαν κάτι στο λεύκωμα του ιδιοκτήτη. Έκλεισε όταν η ιδιοκτήτρια αρνήθηκε να πουλήσει το τελευταίο αντίτυπο του Finnegan’s Wake σε υψηλόβαθμο Γερμανό αξιωματικό αλλά απελευθερώθηκε από τον ίδιο τον Χέμινγουέϊ με το τζιπ του το 1944!

Συνοδευτικά: Η ύλη εμπλουτίζεται με σελίδες ημερολογίου (Tennessee Williams, Susan Sontag), κείμενα για το θέατρο (Σ. Σερέφας), δοκίμια (μεταξύ των οποίων κι ένα δυνατό κομμάτι του Don DeLillo με τίτλο Αντίστιξη, όπου συμπλέκονται Glen Gould, Thelonious Monk και Thomas Bernhart, αναρίθμητα ποιήματα, πολλές καλλιτεχνικές φωτογραφίες που ταιριάζουν με τα κείμενα, φωτογραφικά λογοτεχνικά κουίζ και τακτικές στήλες όπως ο (δε)κατοδείκτης με απίστευτες στατιστικές πληροφορίες, οι πειστικές προτάσεις του εκδότη και το διασκεδαστικό έως σκωπτικότατο Από στόμα σε στόμα.
Χρήσιμα είναι τα αποσπάσματα από μυθιστορήματα υπό έκδοση ή μόλις εκδοθέντα (Zadie Smith, Δ. Τζουμάκας, Δ. Κολλιάκου, Δ. Καλοκύρης, Γ. Σκαμπαρδώνης, Μ. Μήτσορα κ.ά.), εφόσον με τον τρόπο αυτό παίρνουμε χορταστική γεύση γραφής από βιβλία, πράγμα που δεν είναι πάντα εύκολο στους άβολους χώρους των περισσότερων βιβλιοπωλείων (και, προσωπικά, κάπως έτσι συχνά αποτυγχάνω στις επιλογές μου). Στις βιβλιοκριτικές, όπως γράφεται και στην προμετωπίδα, οι συνεργάτες των (δε)κάτων παρουσιάζουν βιβλία με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο: πρώτα τα διαβάζουν. Στα credits του τέλους, οι συνεργάτες («συνήθεις ύποπτοι») μεταφραστές και λοιποί συγγενείς αποκαλύπτουν μόνο μια πλευρά τους – την καλύτερη.

Επίγραμμα: Όλη αυτή η αναφορά στην πρώτη ενδεκάδα των (δε)κατων γίνεται επειδή θεωρούμε πως η ζωή ενός τεύχους δεν σταματά όταν βγει το επόμενο, από τη στιγμή μάλιστα που μπορεί κανείς πάντα να το προμηθεύεται από τα γραφεία της έκδοσής του. Τα αυθεντικά περιοδικά δεν αναπνέουν μόνο τον μήνα ή το τρίμηνο της κυκλοφορίας τους. Εξάλλου, στην ιστοσελίδα http://www.dekata.gr μπορεί κανείς να δει τα περιεχόμενα του κάθε τεύχους αλλά και να διαβάσει πολλά από τα κείμενά τους!

Κι όταν καμιά φορά μας τύχει / κατηφορίζοντας απ’ τις πολυκατοικίες / να πάμε κάπως μακριά να περπατήσουμε πέρα / και να κοιτάξουμε κανένα / ηλιοβασίλεμα / το αποτέλεσμα τζίφος./ Έχουμε πρόχειρο το σκοτάδι / και έχουμε πρόχειρο το φως – ανάλογα./ Πιστεύουμε σ’ εκατομμύρια γητειές /κι αφιερωνόμαστε στους ίσκιους / Έχουμε τη μανία να καρποφορήσουμε / κυριεύοντας τις λέξεις. / Τι κουφή ρουλέτα./ Και θέλουμε να ξεφουσκώσουμε τον ουρανό / σα να’τανε παιχνίδι./ τι είναι ρίγος; / Άντε να το πεις με λέξεις…
Τα (δε)κατα το λένε με λέξεις – τα κατάφεραν. Το πιο γοητευτικό (και – καθαρά προσωπική γνώμη – το πιο ροκ εντ ρολλ) λογοτεχνικό περιοδικό.
Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14700

Κρεγκ Τόμσον – Blankets

Μπορεί κανείς να βάλει φωτιά μέσα στον κόρφο του και τα ρούχα του να μην καούν; (σ. 315).
Χαρτογράφηση: Πόσες φορές δεν έχουμε κλείσει την τελευταία σελίδα ενός κόμικς άλμπουμ επιθυμώντας να διαρκούσε περισσότερο; Πόσες φορές δε ρουφήξαμε λαίμαργα τις εικόνες του με την ευχή να πολλαπλασιάζονταν σε μια εικονογραφημένη ιστορία με τα τυπικά και ουσιαστικά στοιχεία μυθιστορήματος ή έστω νουβέλας; Αυτήν ακριβώς την επιθυμία ικανοποιεί ένα «νέο» είδος γραφής, το graphic novel ή αλλιώς «γραφικό» ή εικονογραφημένο μυθιστόρημα. Πρόκειται για είδος που καθιερώνεται ταχύτατα, αποτελώντας εναλλακτική μορφή λογοτεχνίας αλλά με υπολογίσιμο εμπορικό αντίκρισμα. Στη χώρα μας ήδη κυκλοφορούν τα Palestine του Joe Sacco και Χαιρετίσματα στη Σερβία του Aleksandar Zograf (επίσης από τις εκδ. ΚΨΜ), αμφότερα με προφανές θέμα, τα δύο Περσέπολις της Μαριάνε Σατράπι (η ενηλικίωση μια κοπέλας στο φονταμενταλιστικό Ιράν, εκδ. Ηλίβατον), ενώ μέσα στον επόμενο χρόνο αναμένεται το Logicomix των Δοξιάδη – Παπαδημητρίου – Παπαδάτου – di Donna, με «επιστημονικό» περιεχόμενο. Είναι αξιοσημείωτο που η εν λόγω έξαρση συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, από τη στιγμή που το Maus του Art Spiegelman (με θέμα το Ολοκαύτωμα και τον αντίκτυπό του στις μετέπειτα ζωές) είχε κάνει θραύση ήδη το 1992.

Τοπογραφικό: Παγωμένη αμερικανική ενδοχώρα, Ουισκόνσιν και Μίτσιγκαν σε ατέλειωτο χειμώνα, θρησκευτικές κατασκηνώσεις, σχολικές αντι-κοινότητες, οικογενειακές εστίες χωρίς ίχνος ζέστης. Χιονισμένα τοπία και έρημοι δρόμοι με διαφημιστικές πινακίδες «Ο Ιησούς είναι η μόνη ασφάλεια πυρός».

Πλοκή: Το Blankets αποτελεί ένα τυπικό και εν μέρει αυτοβιογραφικό «μυθιστόρημα ενηλικίωσης». Οι συμπληγάδες που πρέπει να διασχίσει ο Κρεγκ μέχρι την ενηλικίωσή του είναι ισχυρές: από τη μια οι προσδοκίες των γονέων του κι από την άλλη τα αυστηρά μέχρι παραλογισμού διδάγματα της Εκκλησίας (με την καλλιέργεια ενοχών και τύψεων για οτιδήποτε αφορά το σώμα και την άρνηση κάθε επίγειας απόλαυσης ή καλλιτεχνικής δημιουργίας). Μόνο που οι πηγές της πίστης είναι ύποπτες, εφόσον οι ίδιοι οι φορείς της την ερμηνεύουν όπως τους συμφέρει. Για πόσο καιρό θα τον πείθουν οι γονείς του πως η εικόνα του Ιησού κλαίει κάθε φορά που αυτός κάνει μια μιαρή πράξη, όπως λ.χ. το να σκιτσάρει μια γυμνή γυναίκα; Ξέρεις τι μας κάνει να νιώθουμε αυτή σου η πράξη; Πώς νομίζεις ότι νιώθει ο Ιησούς;

Στην επτασέλιδη εισαγωγή o Γιάννης Κουκουλάς εύστοχα παρομοιάζει το έργο με το «Πορτρέτο του Καλλιτέχνη σε Νεαρή Ηλικία» του Τζέημς Τζόυς, όσον αφορά το μυθοπλασικό πυρήνα και τη νεωτερικότητα της μορφής του, αλλά και στο ότι ο ίδιος μοιάζει να γράφει «σε μια παραζάλη, θαρρείς εν υπνώσει αυτόματης αφήγησης». Πράγματι, η καλλιτεχνική δημιουργία είναι ο πρώτος καταλύτης που αν δεν τον απελευθερώνει από τον ασφυκτικό του κλοιό, σίγουρα τον οδηγεί στην ωριμότητα. Το δεύτερο κλειδί είναι ο έρωτας με την Ράινα, που ζει με μια άλλη προβληματική οικογένεια στον αντίποδα της δικής του: δυο υιοθετημένα αδέλφια ειδικών αναγκών/ικανοτήτων και δυο γονείς που αδυνατούν να χωρίσουν εφόσον αυτό αντιφάσκει με την ευαγγελική τους δογματική. Καλλιτεχνική έκφραση και σεξουαλικότητα θα συγκρουστούν (Παρουσία της Μούσας μου δεν είχα πια ΑΝΑΓΚΗ να ζωγραφίσω. Γιατί να ασχολούμαι με γραμμές και χρώματα, όταν μου έφτανε να την παρατηρώ; ) αλλά και θα συμβαδίσουν μέχρι τη φυγή του ήρωα προς την πραγματική ζωή. Κατά μεγάλη ειρωνεία ο Κρεγκ θα βρει ακόμα και στη Βίβλο δείκτες ερωτικής έκφρασης – όχι όμως στον απαισιόδοξο Εκκλησιαστή αλλά στο απαγορευμένο Άσμα Ασμάτων. «Σ’ ευχαριστώ Θεέ, για το τέλειο δημιούργημά σου. Δέρμα τόσο απαλό και λευκό σαν το φεγγαρόφωτο, κόκαλα κάτω από το δέρμα που μπλέκονται και ξεμπλέκονται, που υψώνονται ψηλά ως τα λαγόνια και βυθίζονται στην κλείδα.[…] Σ’ ευχαριστώ για τον ρυθμό των κινήσεών της, -κουλουριασμένη, απλωμένη- οι καμπύλες της κύματα που τυλίγουν τις ΚΟΥΒΕΡΤΕΣ. Είναι δική σου. Είναι τέλεια. Ένας ΝΑΟΣ.

Γραφιστικά: Η απομυθοποίηση της δήθεν μαγικής παιδικής ηλικίας και του ασφαλούς οικογενειακού σπιτικού εικονογραφείται περίτεχνα. Υπάρχουν συγκλονιστικά κάδρα, όπως εκείνο του σμικρυνσμένου μικρού παιδιού που κάθεται ανάμεσα στις πελώριες γονεϊκές φιγούρες, που του λένε πόσο τους απογοήτευσε. Όταν χρόνια μετά θα γυρίσει στο πατρικό του για να τους δει θα σκεφτεί: παρόλο που οι γονείς μου δε μπορούσαν να με τιμωρήσουν ή να μου απαγορεύσουν την έξοδο εξακολουθούσα να αισθάνομαι ευάλωτος κοντά τους.

Τα ασπρόμαυρα σχέδια του Thompson αποτυπώνουν με εξαιρετικό σιωπηλό τρόπο τις γλυκόπικρες εκφράσεις προσώπων αλλά και τις στιγμές της καλλιτεχνικής παρόρμησης – η δε ερωτική πράξη περιγράφεται ελλειπτικά. Οι κουβέρτες φούσκωσαν και πάφλασαν. Με μαγνήτισε η απεικόνιση λεπτομερειών στο χώρο, ακόμα και άψυχων αντικειμένων που λες και παρακολουθούν αυτά που συμβαίνουν ή δε συμβαίνουν. Ένα κεφάλι ελαφιού στον τοίχο, τα χάπια στο φαρμακείο του μπάνιου, το πλυντήριο πιάτων σε λειτουργία. Και κυρίως οι κουβέρτες, που εξελικτικά αποκτούν διαφορετικές σημασίες: προστασία στη δύσκολη παιδική ζωή, αυτοσχέδιο αντίσκηνο σε υποτιθέμενες καταιγίδες, ερωτικό πεδίο αλλά και συναισθηματική αιχμαλωσία σε έναν έρωτα. Όταν δεν καλύπτονται κάτω από αυτές οι δύο ήρωες βγαίνουν στο χιόνι. Στο αφιλόξενο έξω είναι περισσότερο οι εαυτοί τους. Μοιράζονται στιγμές που η αίσθηση του χώρου, του βάθους, χάνεται, καθώς οι νιφάδες πέφτουν σε σχηματισμό και το πρώτο τους φιλί είναι σχεδόν απόκοσμο. Σε μια δύσκολη στιγμή θα φορέσουν τα παλτά πάνω από τις πιτζάμες τους και θα ξεχυθούν στο λευκό τοπίο. Κρύο; Δεν κάνει κρύο…απλώς πρέπει να κινείσαι συνέχεια. Κάποια κάδρα μου έφεραν στο νου τις τελευταίες σκηνές του Old Boy: αγνότητα. Νιώθω καθαρός και άσπιλος σαν χιόνι.

Γκράφιτι: Ένοιωσα και πάλι μόνος, και χρησιμοποίησα αυτήν τη μοναξιά για καύσιμο. // Έβλεπα το σώμα μου μόνο ως το σκεύος της ψυχής μου. // Μου αρέσουν τα «ή». Η αμφισβήτηση είναι καθησυχαστική. // Ακουγόμαστε τόσο ΜΕΓΑΛΟΙ. //- Δείχνεις σαν να κοιτάς τα αστέρια. – Τα κοιτάω. – Μπορείς να δεις μέσα από το ταβάνι;- Ναι. (σ. 435).

Φάκελος φιλοξενούμενου: Craig Ringwalt Thompson (γενν. 1975, Michigan). Πριν το Blankets, που πήρε κάθε κόμικς βραβείο (Harvey, Eisner κ.λπ.), έχει προηγηθεί το πρώτο του graphic novel το Good-Bye, Chunky Rice (1999), τα μικρότερα Bible Doodles (2000) και Doot Doot Garden (2001) και το travelogue Carnet de Voyage (2004), ενώ κυκλοφόρησε από κοινού με τη βασική του επιρροή James Kochalka το μίνι άλμπουμ-μπροσούρα Conversations (με σύντομους αφορισμούς περί τέχνης και αισθητικής). Συνεργάζεται με το Nickelodeon Magazine. Η επόμενη δουλειά είναι το Habibi όπου η αραβική καλλιγραφία και η ισλαμική μυθολογία θα του δώσουν την ευκαιρία να «ζωγραφίσει» την αντίστοιχη με το Blankets επιρροή του Ισλάμ στους ψυχισμούς απλών ανθρώπων. Προσωπική ιστοσελίδα και μπλόγκ αντίστοιχα: dootdootgarden.com και blog.dootdootgarden.com.

Μουσική: Tracker – Recordings For The Illustrated Novel, Blankets (Top Shelf). Δίσκος που φτιάχτηκε από την ευρύτερη παρέα του Blankets, που εμπνεύστηκε από την ανάγνωσή του και σχεδιάστηκε να ταιριάζει με αυτήν. Με παραγωγή του John Askew και 9 instrumental ηχογραφήσεις από τους συντοπίτες Tracker, με σχεδιασμένο εξώφυλλο από τον ίδιο τον Thompson αλλά και μερικά στριπάκια που δεν βρίσκονται στο βιβλίο του.

Συντεταγμένες: Blankets. An illustrated novel by Craig Thomson, 2005. Πλήρης τίτλος sτα ελληνικά: Blankets. Ένα εικονογραφημένο μυθιστόρημα από τον Craig Thomson, εκδ. ΚΨΜ 2006. Μτφ.: Μπέλλα Σπυροπούλου. Πρόλογος-επιμέλεια: Γιάννης Κουκουλάς. 598 σελ.

Πόσο ικανοποιητικό είναι ν’ αφήνεις τα ίχνη σου σε μια λευκή επιφάνεια. Να χαρτογραφείς την πορεία σου – όσο προσωρινή κι αν είναι.

Ένα 600σέλιδο καλλιτέχνημα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14119