Γιάσπερ Φορντ – Η υπόθεση Τζέιν Έιρ

Ο ψυχρός αέρας άρχιζε να ζεσταίνει όσο το μονοπάτι εξαφανιζόταν – το άλογο, ο αναβάτης, η νεαρή γυναίκα και ο σκύλος επέστρεφαν στις σελίδες του βιβλίου απ’ όπου είχαν ξεπηδήσει. (σ. 90)
Ευσεβείς πόθοι: Θα σας άρεσε να μπορούσατε να εισχωρήσετε στις σελίδες κάποιου αγαπημένου σας λογοτεχνικού έργου; Να συνομιλήσετε με τους ήρωες ή ακόμα και να αρπάξετε κάποιον από αυτούς για λίγο στο δικό σας κόσμο; Να αλλάξετε την πλοκή ή και να συμμετάσχετε σε αυτήν; Θα το ξανασκεφτόσασταν αν υπήρχε ο άμεσος κίνδυνος να παγιδευτείτε για πάντα στις σελίδες του; Δεν είναι εξαιρετικά πρωτότυπη ιδέα για μυθιστόρημα; Και σε ποιο λογοτεχνικό είδος θα το κατατάσσαμε;

Πλοκή: Η υπόθεση Τζέιν Έιρ είναι το πρώτο στη σειρά μυθιστορημάτων με ηρωίδα την αξιότιμη ντετέκτιβ Επόμενη Πέμπτη. Εκείνη ζει σε μια εποχή όπου οι κλωνοποιήσεις κατοικίδιων είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς, η Ουαλία ανήκει στη Σοβιετική Δημοκρατία κι ένας Ρωσοβρετανικός πόλεμος διαρκεί παραπάνω από έναν αιώνα. Οι θρησκευτικοί πόλεμοι, από την άλλη, έχουν εκλείψει χάρη στην ύπαρξη της Παγκόσμιας Κοινής Θεότητας, ενός μίγματος από όλες τις θρησκείες. Και μετά αρχίζουν τα ωραία: σε αυτόν τον κόσμο βασιλεύει η λογοτεχνία και τα κάθε είδους κείμενα αποτελούν το θέμα καθημερινών συζητήσεων και αντεγκλήσεων. Φανταστείτε δηλαδή μια πραγματικότητα όπου κάθε κλασικό έργο αποτελεί κομμάτι της μαζικής κουλτούρας κι όπου οι άνθρωποι φιλονικούν π.χ. σχετικά με την πατρότητα των έργων του Σαίξπηρ, χωρισμένοι σε Σαιξπηρικούς, Νέους Μαρλόβιους και Μπεϊκόνιους!

Την ίδια στιγμή αλλεπάλληλα θεατρικά έργα παρακολουθούνται από ενθουσιώδες κοινό που συμμετέχει διαδραστικά και εορτάζονται επέτειοι για τη νομιμοποίηση του σουρεαλισμού, ενώ οι Ραφαηλίτες ετοιμάζουν την επόμενή τους κίνηση. Παράλληλα, συνηθίζεται το φαινόμενο να υιοθετούνται ονόματα συγγραφέων και ηρώων και να έχουμε περιστατικά σε παμπ όπου ο θύτης, το θύμα, ο μάρτυρας, ο ιδιοκτήτης, ο αστυφύλακας και ο δικαστής ονομάζονταν όλοι Άλφρεντ Τένυσον… (σ. 133). Όπως είναι φυσικό, ακόμα και αυτός ο εναλλακτικός κόσμος θα έχει τους παράνομους και τους «κακούς» του. Σωστά τους μαντέψατε: είναι οι λογοκλόποι, οι πλαστογράφοι λογοτεχνικών κειμένων, οι κλέφτες των πρωτοτύπων, οι εξπρεσιονιστές (απαγορευμένοι εκ νόμου).

Χρονο/τοπογραφικό: 1985. Αν στην πορεία σας διαφύγει, θυμηθείτε το σημαδιακό έτος του Orwell + 1. Λονδίνο, Σουίντον, επαρχιακά αεροδρόμια με αυτόματα μηχανήματα που με το κατάλληλο κέρμα απαγγέλουν Σαίξπηρ, το εγκαταλειμμένο καφέ «Κοράκι» της οδού Μοργκ.

Ηρωίδα/ήρωες: Εδώ λοιπόν εισέρχεται η ηρωίδα μας: η Επόμενη Πέμπτη του ειδικού τμήματος λογοτεχνικών ντετέκτιβ SO-27, μια ικανή εξιχνιάστρια λογοτεχνικών εγκλημάτωνκαι ένα καταμορφωμένο μοναχικό κορίτσι που συνδυάζει ρομαντισμό και θάρρος. Διακριτικός βοηθός της ο Θείος Mycroft, ένας μεταμοντέρνος Κύρος Γρανάζης με εξωφρενικές εφευρέσεις, η κυριότερη από τις οποίες είναι η Πύλη Πρόζας: μια πόρτα μέσω της οποίας μπορείς να μπαινοβγαίνεις σε όποιο βιβλίο θες ή τραβάς όποιον θέλεις έξω από αυτό!

Ενσαρκωτής της παρανομίας είναι ο πρώην καθηγητής λογοτεχνίας Αχέρων Άδης (πιθανώς ένα σχόλιο για το μορφωτικό επίπεδο των μελλοντικών τρομοκρατών;). Ο Α.Α. έχει ήδη σκοτώσει, ο άθλιος, τον κύριο Quaverley, δευτερεύοντα χαρακτήρα του Martin Chuzzlewit του Charles Dickens και ετοιμάζεται να απαγάγει την Τζέιν Εϊρ εισχωρώντας στο πρωτότυπο της Σάρλοτ Μπροντέ και εξαφανίζοντάς την από κάθε αντίτυπο. Όπως καταλαβαίνετε, δεν κινδυνεύει απλώς η διαχρονική δεσποινίς αλλά και η ίδια η κλασική λογοτεχνία.

Γύρω τους κινούνται ελάσσονες χαρακτήρες: άτυχοι εφευρέτες που φτιάχνοντας μηχάνημα που χρησιμοποιεί ασπράδια αυγών γίνονται κατά λάθος μαρέγκα. Χρονοφύλακες που ξεφορτώνονται εξήντα χρόνια σε λιγότερο από ένα λεπτό. Αναγνώστες του περιοδικού Νέα Κλωνοποίηση. Συνταγματάρχες που υποστηρίζουν τη σύγκρουση γιατί μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούν να τα βγάλουν πέρα με την καταστροφή (τη δική τους;). Βιομηχανίες όπλων με ονόματα Γολιάθ. Και κάποιοι που ψάχνουν το κοριτσάκι της σελίδας 148 κάποιου βιβλίου.

Φάκελος φιλοξενούμενου: Ο κύριος Γιάσπερ Φόρντ (Λονδίνο, 1961) εκτός από έμπειρος τεχνικός στην κινηματογραφική βιομηχανία υπήρξε και υπόδειγμα πείσματος και υπομονής: μόλις ο 77ος εκδότης δέχτηκε να τυπώσει το εξωφρενικό του χειρόγραφο – οι υπόλοιποι το απέρριπταν ασυζητητί. Τώρα θα χαζεύουν από μακριά τις συνέχειες του project αλλά και τις παρενέργειες του πρώτου λογο/τεχνήματος του Φόρντ: στο διαδίκτυο μπορεί κανείς να βρει πιστούς συζητητές με προτάσεις για τις νέες περιπέτειες της Πέμπτης, αναγνώστες που χρησιμοποιούν ορολογίες του βιβλίου, καταλόγους επεξηγήσεων ανά κεφάλαιο, ειδικές ιστοσελίδες με συμβουλές για το δεύτερο στρώμα ανάγνωσης. Η Επόμενη Πέμπτη έχει γίνει πλέον λατρευτή περσόν με προσωπική ιστοσελίδα (http://www.thursdaynext.com/) και φαν.

Γοητεία: Στο πρώτο μέρος τις εντυπώσεις κερδίζουν οι εμφανίσεις των χαρακτήρων και οι υπόλοιπες εφευρέσεις του θείου: μια μέθοδος που στέλνει πίτσα μέσω φαξ, ένα μολύβι με ενσωματωμένο ορθογραφικό έλεγχο, ο αυτόματος χρωματιστής αυτοκινήτων, το καρμπολεξικό (όπου ένα καρμπόν αρκεί για πολλαπλές μεταφράσεις ενός κειμένου) και η αμφιβληστροειδής οθόνη με την οποία μπορείς να μεταμορφώσεις το περιβάλλον σου σε διάφορες χαλαρωτικές εικόνες. Μόλις χτυπήσει το τηλέφωνο ή εμφανιστεί το αφεντικό σου, ανοίγεις τα μάτια και επιστρέφεις στον πραγματικό κόσμο. Είναι στο δεύτερο μέρος όμως που απογειώνεται η πλοκή. Εκεί ο Φορντ υποστηρίζει το δύσκολο εύρημά του αποθεώνοντας τη διακειμενικότητα και πλουτίζοντας συνεχώς το κείμενο με αλλεπάλληλες αναφορές σε χαρακτήρες, έργα και τοποθεσίες κλασικών έργων. Από αυτήν την άποψη ένοιωσα αρχικά πώς θα ήταν το ιδανικό να έχω διαβάσει ορισμένα από αυτά και σίγουρα την Τζέιν Έιρ. Όμως η ανάγνωση με καθησύχασε έγκαιρα: δε χρειάζεται να έχεις την παραμικρή ιδέα γι’ αυτά, εφόσον οι απαραίτητες πληροφορίες πλέουν μέσα στην αφήγηση και στις σημειώσεις της μεταφράστριας. Έτσι (όπως σωστά έγραψε η Λίνα Πανταλέων στην κριτική της στο τελευταίο Εντευκτήριο) ο συγγραφέας κατορθώνει να εισαγάγει την κλασική λογοτεχνία στη σύγχρονη πεζογραφία με τρόπο διασκεδαστικό αλλά και να παρουσιάσει την ανάγνωση ως περιπέτεια και υπόθεση των πολλών!

Γραφιστικά: Ο Φορντ παίζει στα δάχτυλά του ή μάλλον στα πληκτρολόγιά του κάθε γνωστή τεχνική του αστυνομικού μυθιστορήματος, της επιστημονικής φαντασίας και του κινηματογράφου και τις εκ-μετα-μοντερνίζει όλες μαζί. Έχοντας στο ράφι των επιρροών του κάθε είδους λογοτεχνία, εκλεκτές ραδιοφωνικές εκπομπές, τηλεοπτικές σειρές του ’70 και κινηματογραφικές σκηνές φτιάχνει μια ιστορία γεμάτη ευρήματα, «μαύρο» παραλογισμό και έξυπνο ως κραυγαλέο χιούμορ. Ο Lewis Carroll γράφει ιστορίες που σκέφτηκε ο Ιούλιος Βερν, ο Douglas Adams κάνει φάρσα στους άγγλους κλασικούς κι οι Monty Pythons δοκιμάζουν μια pop science fiction. Ένα φιλολογικό (προς θεού, όχι φιλοσοφικό!) θρίλερ.

Συντεταγμένες: Jasper Fforde, The Eyre Affair, 2001. Στα ελληνικά: εκδ. Πόλις, 2007, μτφ. Αγγελική Παπαδοπούλου. Με σημειώσεις και επίμετρο της μεταφράστριας. Υπερ-ψυχαγωγικό λογο-τέχνη- κό κλωνο-ποίημα.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Πιέρ Ασουλίν – Ξενοδοχείο Lutetia

Προσωπικό ημερολόγιο: Ανέκαθεν αναζητούσα ένα μυθιστόρημα που να διαδραματίζεται σε ένα ξενοδοχείο. Που ο χώρος να μην αποτελεί απλώς το απαραίτητο φόντο της πλοκής (όπως π.χ. η αργεντίνικη και η πορτογαλική πανσιόν στα γοητευτικά κατά τα άλλα μυθιστορήματα Η Ροζάουρα μετά τα μεσάνυχτα του Μάρκο Ντενέβι και Ο κήπος δίχως όρια της Λίντια Ζορζ αντίστοιχα), ούτε και το σκηνογραφικό συμπλήρωμα των ιδιόμορφων ιστοριών (όπως στα Hotel New Hampshire του Τζον Ίρβινγκ, Ξενοδοχείο Ίρις της Yogawa Okawa και Ξενοδοχείο πολυτελείας του Κλοντ Σιμόν). Στην ουσία φανταζόμουν ένα κείμενο όπου ο ίδιος ο ξενοδοχειακός χώρος να μεταπλάθεται σε καθοριστικό μυθοπλαστικό παράγοντα: σε έναν άλλο μυθιστορηματικό «ήρωα» (ή μήπως «ηρώο»;).
Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα Καζαμπλάνκας (1953), γόνος Μαροκινοεβραίου πατρός, τεσσαρακονταετής κάτοικος Παρισιού, δημοσιογράφος των δρόμων και κριτικός λογοτεχνίας [τώρα Monde, Le Nouvel Observateur], ενίοτε βιογράφος και χρονογράφος. Τροφοδότης προσωπικού λογοτεχνικού blog (Le republique des livres). Το 2006 κυκλοφόρησε το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Θραύσματα Βιογραφιών. Μυθιστοριογράφος, ιστορικός και ερευνητής, ο Ασουλίν είχε έμμονο σχέδιο στο μυαλό του τη μυθοπλαστική αναπαράσταση της ζωής του Lutetia δεν ξέρει κι αυτός πόσο καιρό. Η συλλογή των στοιχείων κράτησε 3 χρόνια και ολοκληρώθηκε με την ενσωμάτωσή του στο προσωπικό του ξενοδοχείου για κάποιες μέρες.
Τοπογραφικό: Αριστερή όχθη Σηκουάνα, το μόνο πολυτελές ξενοδοχείο της, το πρώτο αρ-ντεκό κτίσμα των Παρισίων, ανάμεσα σε ένα πολυκατάστημα και μια φυλακή. Ενδότερα του ξενοδοχείου, διάδρομοι, χoλ, ρεσεψιόν, δωμάτια, τραπεζαρία, τουαλέτες, πόρτες.
Ήρωας: Ο ίδιος ο αφηγητής, υπεύθυνος ασφάλειας του ξενοδοχείου, ένας αγνώστου ηλικίας μοναχικός Αλσατός. Δίγλωσσος και διχασμένος στο πολιτιστικό του γερμανογαλλικό δίπολο, ψυχρά τρυφερός ή το αντίστροφο, τηρεί προσωπικούς φακέλους για τους «πελάτες» και εμβαθύνει σε χαρακτήρες και ενέργειες άλλων. Από το μόνιμο ορθοστατικό του φυλάκιο, ψυχαναλύει και φιλοσοφεί, αναρωτιέται και βασανίζεται από τα ίδια διλήμματα με τους παρατηρούμενούς του. Τα θραύσματα των ιστοριών που ακούει τυχαία ή μη, ολοκληρώνονται σε ιστορίες μέσα στο μυαλό του. Τα παρατημένα βιβλία των πελατών συγκροτούν την προσωπική του βιβλιοθήκη. Όποτε μιλάει για ξενοδοχείο είναι σαν να αναφέρεται σε κανονική πόλη. Το ξενοδοχείο δεν καθορίζει απλώς την ταυτότητά του: γίνεται η ίδια του η πατρίδα, με όλα τα επακόλουθα.
Πλοκή: Πλεγμένη σε τρία κεφάλαια: Ο κόσμος πριν, Στο μεταξύ, Η ζωή μετά. Τρεις φάσεις που αντιστοιχούν σε διαφορετικές εποχές, διαφορετικές λειτουργίες του κτιρίου, διαφορετικά στάδια ωριμότητας του ήρωα. Η μικρογραφημένη κοινωνία που περιφέρεται στα σαλόνια, τις σκάλες και τα δωμάτια ζει καθημερινότητες και πολεμικές συρράξεις, υποδέχεται χώρες και συνήθειες, δημιουργεί ή συμμετέχει σε μάχες. Οι πόλεμοι είναι κυριολεκτικοί και μεταφορικοί, οι διαμάχες στρατιωτικές, ή πολιτισμικές, οι κατακτήσεις καλλιτεχνικές ή ερωτικές. Και ποιοι είναι οι «μαχόμενοι»; Υπαρκτοί και μη, συγγραφείς, επιστήμονες, περαστικοί, κοσμοπολίτες, εκκεντρικοί, τυχαίοι, καλλιεργημένοι, τυχοδιώκτες, κατακτητές. Το προσωπικό του ξενοδοχείου. Πρόσωπα φανταστικά και πρόσωπα πραγματικά: Ματίς, Τζέιμς Τζόις, Τόμας Μαν, Μπλεζ Σαντράρ, Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί, Ροζέ Μαρτέν ντι Γκαρ, Χάινριχ Μαν, Βίλι Μπραντ, Αλμπέρ Κοέν. Άνθρωποι που εμφανίζονται με τα αληθινά τους ονόματα και μιλούν με τα δικά τους λόγια όπως καταγράφηκαν σε πάσης φύσεως πηγές (βλ. τρισέλιδη βιβλιογραφία στο τέλος).
Γοητεία: Το πρώτο γοητευτικό εύρημα εδώ είναι η πραγματική ιστορία ενός χώρου, όπως είναι ένα ξενοδοχείο. Ένα σκηνικό ανέκαθεν σαγηνευτικό, τόσο για όσους αγαπούν τα ταξίδια (των οποίων αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο) όσο και ως έννοια ενός (μετα)κινούμενου δωματίου μας σε ένα άλλο μέρος. Το ξενοδοχείο Lutetia μπορεί να αποτελεί τόπο αναψυχής, στάδιο γνωριμιών, χώρο διαβίωσης και συμβίωσης, γήπεδο κοσμοπολιτισμού. Μόνο που αυτά ισχύουν στην πρώτη του φάση, εφόσον στη συνέχεια αποκτά πρόσθετα στοιχεία ταυτότητας: στρατηγείο κατακτητών, θέατρο φόβου, εφιαλτικός κόσμος. Στο τρίτο μέρος, ο ίδιος χώρος γίνεται μνημείο θλίψης, τόπος μιασμένος, κτίριο-«μαρτύριο» (με την παλαιά έννοια του όρου): χώρος υποδοχής εκείνων που έρχονται από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Ιστορία μπορεί να συμβαίνει και σε έναν περίκλειστο κόσμο. Το δεύτερο εξίσου ισχυρό μυθοπλαστικό επίπεδο αφορά την ίδια την πλεύση της συνείδησης του αφηγητή μέσα σε όλον αυτόν τον ωκεανό, που κάποια στιγμή σταματά να είναι απλώς συνειδησιακός καταγραφέας και κολυμπάει κι αυτός στα κύματα δικών του οικογενειακών και ερωτικών πενθών. Μόνο που η καταγωγή μας μπορεί να καθορίσει όχι απλά την εικόνα μας στους άλλους, αλλά και την ίδια την ζωή μας, ερήμην μας. Και ακόμη, φτάνει κάποτε η στιγμή που έννοιες όπως προσαρμοστικότητα, συμβιβασμός, συνενοχή, προδοσία, επιβίωση, ακεραιότητα, αξιοπρέπεια φτάνουν κοντά, πολύ κοντά. «Μέχρι πού μπορεί να προχωρήσει κανείς χωρίς να προδώσει τη συνείδησή του»;
Γραφιστικά: Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εναλλαγή περιγραφικών και φιλοσοφικών προτάσεων, ελκυστικότατη γραφή, συνεχής ανάπτυξη πλοκής, απολαυστικές λεπτομέρειες. Ο ευγενής μετρ της βιβλιοκριτικής Μπερνάρ Πιβό (που ως γνωστόν δεν μασάει τα λόγια του και σφάζει με το βαμβάκιον) υποκλίνεται στο δημιούργημα και δηλώνει αδυναμία να το κατατάξει. Η γνωστή οροθεσία μεταξύ καθαρής λογοτεχνίας και ιστορικής αφήγησης εδώ όχι απλά δεν μπερδεύεται αλλά σχεδόν εξαφανίζεται. Πότε ένα βιβλίο αποτελεί συναρπαστικό ντοκουμέντο και πότε γοητευτική μυθοπλασία; Τι αναλογία μεταξύ πραγματικών και φανταστικών προσώπων πρέπει να υπάρχει ώστε να καταταχτεί στο ένα, στο άλλο ή σε τρίτο είδος;
Απόσπασμα: Πρέπει να παραδεχτεί κανείς ότι παλιά ήταν καλύτερα. Είναι βέβαια αλήθεια ότι η νοσταλγία επηρεάζει, στρώνει ένα όμορφο χαλί από ξερά φύλλα δημιουργώντας την επίμονη ψευδαίσθηση μιας χρυσής περασμένης εποχής και την πεισματική ανάμνηση ενός χαμένου παραδείσου· δεν αγνοώ ότι όλος ο κόσμος ανέκαθεν έλεγε πως παλιά ήταν καλύτερα… Ακόμα και οι πελάτες παλιά ήταν ευγενικοί, καθόλου επιθετικοί όπως τώρα…Το προσωπικό επίσης είχε περισσότερα προσόντα….Παλιά οι άνθρωποι έτρωγαν περισσότερο και κάθονταν στο τραπέζι περισσότερη ώρα…Και όταν είχαν το καλό γούστο να πεθάνουν κοντά μας, στην κηδεία τους πήγαινε σχεδόν αποκλειστικά το προσωπικό, απόδειξη ότι ήμασταν η μοναδική τους οικογένεια, και το ξενοδοχείο, το μοναδικό τους σπίτι. (σ. 119-120).
Γίνεται συχνά λόγος για το πνεύμα ενός χώρου. Αγνοώ πού κρύβεται, παρόλο που πέρασα καμιά δεκαριά χρόνια προσπαθώντας να αφουγκραστώ την ανάσα του. Επειδή όμως είμαι σάρκα εκ της σαρκός του Ξενοδοχείου, ίσως γνωρίζω την ψυχή του. Μολονότι χρειάζεται κάποια τρέλα για να είναι κανείς τόσο εξαρτημένος από το χώρο όπου ζει. Μια μέρα θα αποσυρθώ κάπου στη Γαλλία. Φαίνεται πως όσο μεγαλώνει κανείς, τόσο πιο επαρχιώτης γίνεται. Τι σημασία έχει όμως αφού απομακρυνόμαστε από την κοσμική ζωή με την ψευδαίσθηση πως πηγαίνουμε κάπου για να ζήσουμε όμορφα, ενώ στην πραγματικότητα ψάχνουμε έναν τόπο για να πεθάνουμε όμορφα. Μακάριοι όσοι βρίσκουν τον τόπο για να τελειώσουν και να αρχίσουν! Όσοι δεν πεθαίνουν πολύ μακριά από εκεί όπου γεννήθηκαν. Δεν θα αφήσω τίποτα σε κανέναν, εκτός από ένα χνάρι στη μνήμη της Ν., και μερικά χνάρια πιο εφήμερα, αντιληπτά μόνο από τα μάτια που θα καταφέρουν να τα δουν. (σ. 415)
Συντεταγμένες: Pierre Assouline – Lutetia, 2005. Στα ελληνικά: εκδ. Πόλις, 2006. Μτφ.: Σπύρος Παντελάκης.
Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/books.asp?id=13746