Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν – Ποδόσφαιρο. Μια θρησκεία σε αναζήτηση θεού

Σάντα Μπαρτσελόνα & Σία

Το να είσαι οπαδός μιας ομάδας σου προσφέρει μια συναισθηματική φόρτιση που μπορεί να συγκριθεί με τη φόρτιση μιας πολιτικής ή θρησκευτικής ένταξης, με αποτέλεσμα σήμερα να μπορούμε να πούμε ότι όλες οι ποδοσφαιρικές ομάδες είναι κάτι περισσότερο από ποδοσφαιρικές ομάδες: αντιπροσωπεύουν τα πατριωτικά αποθέματα σε έναν κόσμο που όλο και πιο πολύ έχουν λιγότερη σημασία οι πατρίδες και οι σημαίες. [σ. 23]

Το ποδόσφαιρο αποτελεί πλέον μια θρησκεία στα χέρια των μεγάλων πολυεθνικών, ένα άθλημα που μας επιτρέπει να ζήσουμε θρησκευτικά βιώματα απολύτως απαραίτητα στο συναισθηματικό μας οικοσύστημα, ένα σπορ που ανέδειξε αξιοθαύμαστες θεότητες οι οποίες, σε αντίθεση με τους αρχαίους μύθους, υπήρξαν χειροπιαστά όντα. Μόνο που οι παίκτες δεν είναι πλέον οι βασικοί ιερείς, ούτε οι πιστοί είναι οι κύριοι του ναού: τον γεμίζουν, αλλά η καταλυτική δύναμη του χρήματος βρίσκεται στις αποκλειστικότητες της τηλεόρασης και στη διαφήμιση, η δε λειτουργία του πλησιάζει πλέον την λογική των μοντέρνων χημικών ναρκωτικών.

Οι διοικούντες κάνουν μεταγραφές για να ικανοποιήσουν την καταναλωτική μανία του πλήθους και οι προπονητές ζητούν ποδοσφαιριστές που να ταιριάζουν στο σύστημά τους. Οι ομάδες επανασχεδιάζονται σύμφωνα με τους κανόνες πανίσχυρων οικονομικών και επικοινωνιακών κολοσσών και το παιχνίδι δεν εξαρτάται πλέον από το συντονισμό του ταλέντου κάποιων ποδοσφαιριστών που δημιουργούν αξέχαστες μαγικές στιγμές αλλά από συστήματα που φέρουν το όνομα του προπονητή. Οι παίκτες δεν ψάχνουν ομάδα αλλά σύστημα στο οποίο να χωράνε. Σ’ ένα τέτοιο βιομηχανοποιημένο ποδόσφαιρο η συγκίνηση θα είναι όλο και πιο τηλεκατευθυνόμενη. 

Σ’ ένα τεράστιο παζάρι που υποθάλπουν τα συμφέροντα των μάνατζερ και μια πολύπλοκη γκάμα μεσαζόντων οι ευρωπαϊκές ομάδες επιδίδονται σε μια διαρκή κινητικότητα, αγοράζοντας κοινοτικούς ποδοσφαιριστές τον Αύγουστο, για να τους αποδεσμεύσουν τον Δεκέμβριο και να πάρουν τον Ιανουάριο νέους παίκτες μέχρι το καλοκαίρι, παραμερίζοντας φυτώρια και ακαδημίες. Ο πιστός του ποδοσφαίρου που ταυτιζόταν με την ομάδα του και λόγω κοινής καταγωγής τώρα βλέπει κοσμοπολίτικες ομάδες που μοιάζουν με τη λεγεώνα των ξένων κι ο μόνος εναπομείνας παράγοντας ταύτισης είναι η νίκη. Το συναισθηματικό οικοσύστημα του ποδοσφαίρου μοιάζει να καταστρέφεται. Ιδίως η Ισπανία και η Ιταλία, οι δυο πιο νευρωτικές αγορές του παγκόσμιου ποδοσφαίρου μετατρέπουν τις ομάδες τους σε αυθεντικές λεγεώνες των ξένων. Πώς μπορεί ο ντόπιος πιστός να ταυτιστεί με ιερείς μισθοφόρους;

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κεφάλαια που αφιερώνονται στην περίπτωση του Ντιέγο Μαραντόνα, του φτωχού παιδιού που θα γινόταν μια μέρα όχι θεός, αλλά το χέρι του θεού και οποίος χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως ένας μύθος του ποδοσφαίρου και στη συνέχεια ως ένας αποδιοπομπαίος τράγος του αθλήματος. Τι συνέβη όταν ο αργεντινός που λατρευόταν σαν άγιος άρχισε να καταδιώκεται σαν ένας κοινός εγκληματίας που είχε σχέσεις με το εμπόριο ναρκωτικών και λευκής σαρκός; Για ποιο λόγο ένα μετανοημένο πρώην μέλος της Καμόρα έτυχε ευνοϊκής μεταχείρισης με αντάλλαγμα πληροφορίες για δήθεν εμπλοκή του ονόματος του Μαραντόνα στον υπόκοσμο, ενώ ο πρόεδρος της Νάπολι μετατράπηκε σε ανηλεή διώκτη του; Ποια συμφέροντα έπαψε ο Ντιέγο «τους» να εξυπηρετεί;

Ενδεικτικός είναι ο τρόπος με τον οποίον περίμεναν τον Μαραντόνα, στο Μουντιάλ του 1994 στις ΗΠΑ, ένα κράτος όπου το ποδόσφαιρο διαγράφει μια μέτρια πορεία, οφειλόμενη, εν μέρει, στις ελάχιστες διεθνείς του επιτυχίες, σκανδαλώδες αμάρτημα για ένα λαό θριαμβευτών. Τα ποδοσφαιρικά είδωλα της Ευρώπης και της Αμερικής ήταν παντελώς άγνωστα στις ΗΠΑ με εξαίρεση τον ίδιο – εξ ου και το ενδιαφέρον της ΦΙΦΑ και τω πολυεθνικών να παίξει ή απλώς να περιφερθεί στο Μουντιάλ. Ο άλλοτε ανεπιθύμητος Ντιέγο, που είχε επισκεφθεί τον Αλφονσίν, (πρόεδρο της Αργεντινής μετά την δικτατορία του Βιντέλα) για να τον ευχαριστήσει για την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας ενώ παράλληλα διακήρυσσε τον θαυμασμό του για τους Τσε Γκεβάρα και Φιντέλ Κάστρο και την περιφρόνησή του για τις καπιταλιστικές υπερδυνάμεις, που όταν δεν πήρε βίζα για τις ΗΠΑ ταξίδεψε μέχρι την Αβάνα για να δώσει στον Κάστρο μια φανέλα του, τώρα ήταν περισσότερο ευπρόσδεκτος από ποτέ.

Ο συγγραφέας είχε προσκληθεί να δει από κοντά την μαραντονική μήτρα της Μπόκα Τζούνιορς και γράφει πως ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι στο γήπεδό της είναι ένα ψυχόδραμα στις κερκίδες –  χαράδρες. Είναι αδύνατο να πιστεύει κανείς ο Ντιεγίτο είναι πάντοτε παρών στο θεωρείο του, αλλά ο κόσμος θέλει να πιστεύει πως είναι πάντοτε εκεί. Όλο σχεδόν το αργεντινό ποδόσφαιρο διαδραματίζεται σε μια πρωτεύουσα που συντηρεί δέκα ομάδες πολύ μεγάλης κλάσης, αλλά όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά για την Μπόκα, η πόλη το ζει με πιο μαζικό τρόπο καταλαμβάνοντας το συλλογικό υποσυνείδητο της αργεντινικότητας. Το να είσαι της Μπόκα υποδεικνύει έναν συγκεκριμένο τρόπο να κινείσαι και να ζεις στο Μπουένος Άιρες. Σαν να είσαι μέλος μιας ανοιχτής και απόλυτης σέκτας, σαν ένα fumetto [κόμικ] γεμάτο εικόνες από τους μύθους μιας πόλης χτισμένης στις προσχώσεις ενός ποταμού, εκείνης της «αργεντινικότητας» που κατέβηκε από τα καράβια για να συναντήσει μικρές πατρίδες από μπετόν….

Ο πρώην ποδοσφαιριστής και προπονητής Χόρχε Βαλντάνο, ο Μπενεντέτο Κρότσε του παγκόσμιου ποδοσφαίρου όπως τον χαρακτηρίζει ο Μονταλμπάν, εξέδωσε στην Ισπανία το 1995 μια συλλογή διηγημάτων που είχαν σχέση με το ποδόσφαιρο, γραμμένων από γνωστούς συγγραφείς: Μπερνάρντο Ατσάγα, Χαβιέρ Μαρίας, Μπράις Ετσενίκε, Μιγκέλ Ντελίμπες, Εδουάρδο Γκαλεάνο, Αουγκούστο Ρόα Μπάστος, Οσβάλντο Σοριάνο, Μάριο Μπενεντέτι κ.ά. Αντιλαμβανόταν κανείς ότι το ποδόσφαιρο έχει παίξει έναν σημαντικό ρόλο στη συναισθηματική εκπαίδευση τόσο λατινοαμερικανών όσο και ισπανών συγγραφέων, αλλά ήταν οι Λατινοαμερικάνοι εκείνοι που καλλιέργησαν περισσότερο τη σχέση ποδοσφαίρου και λογοτεχνίας.

Πίσω στην Ευρώπη, το ποδόσφαιρο είναι πια η κυρίαρχη λαϊκή θρησκεία και ένας από τους λίγους μηχανισμούς ενεργούς συμμετοχής του πληθυσμού σε ένα φαινόμενο υποκουλτούρας. Οι επίσημες αρχές τολμούν όλο και λιγότερο να έρθουν σε αντίθεση με τις ποδοσφαιρικές ομάδες, γιατί αυτό σημαίνει να συγκρουστούν με ένα οργανωμένο και παθιασμένο τμήμα του εκλεκτορικού σώματος. Ο συγγραφέας διακρίνει πως στην Ισπανία ένα μεγάλο μέρος των ποδοσφαιρικών παραγόντων προέρχονται από τις κατασκευαστικές εταιρείες, ένα χώρο, δηλαδή, κατάλληλο για να κάνεις γρήγορα λεφτά με τις πιο απάνθρωπες στρατηγικές. Μας υπενθυμίζει άλλωστε την καθημερινή παρατήρηση των κοινωνιολόγων πως η αθλητική βία αποτελεί μοναδικό είδος αυθόρμητης βόας που δεν ασκούν μονοπωλιακά το Κράτος ή οι δυνάμεις καταστολής.

Ίσως τα πλήθη να έχουν ανακαλύψει έναν τρόπο να συμμετέχουν στα κοινά και να επικοινωνούν ακολουθώντας ένα τελετουργικό παρόμοιο ή ακόμα πιο ελκυστικό από εκείνο των θρησκειών ή των πραγματικών πολιτικών σχηματισμών. Σ’ αυτή την κοσμική θρησκεία επενδύονται τεράστια ποσά, που προέρχονται από τις πολυεθνικές αθλητικών ειδών. Ένα ολόκληρο κεφάλαιο αφιερώνεται στο φάσμα των ποδοσφαιριστών – τηλεοπτικών σταρ (Μπέκαμ, Ροναλντίνιο), που υπόκεινται σε ένα σύστημα διπλής αξιολόγησης, τόσο για την συνεισφορά τους στα αθλητικά αποτελέσματα όσο και για την αποτελεσματικότητά τους στην πώληση προϊόντων, αλλά και στον Ρονάλντο, προϊόν μιας γενετικής «βιομηχανίας» που δεν ανήκε σε ομάδα αλλά σε επιχειρήσεις, ένας μύθος που κατασκεύασε η ΦΙΦΑ επειδή η βιομηχανία της χρειάζεται πολλούς τέτοιους μικρούς θεούς.

Σε κάθε περίπτωση, στην παρούσα συλλογή «δημοσιογραφικών» άρθρων του καταλανού συγγραφέα, τα οποία έγραφε επί τριακονταετία και άρχισε ο ίδιος να μαζεύει για μια συλλογική έκδοση, που δεν πρόλαβε λόγω του θανάτου του γίνεται φανερό όσο πότε πως το ποδόσφαιρο είναι πλέον ένα δικέφαλο τέρας: από την μία πολυεθνική επιχείρηση, από την άλλη κοσμική θρησκεία των μαζών (με τους πιστούς του κοινωνικές βραδυφλεγείς βόμβες στα χέρια κάποιων διοικούντων) κι ένα σκληρό ναρκωτικό των δημοκρατιών για να ελέγχουν την έλλειψη οράματος και την παράδοξη μοναξιά των μαζών.

Πάνω απ’ όλα βέβαια ο Μονταλμπάν παραμένει ένας θερμότατος οπαδός της Μπατσελόνα κι ένα ολόκληρο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στο ύστατο ισπανικό δίπολο που δεν έχασε ποτέ τον χαρακτήρα του πατριωτικού εμβλήματος καθώς η Μπαρτσελόνα αποτελεί το άοπλο σκέλος των εθνικιστικών καταλανικών διεκδικήσεων ενώ η Ρεάλ έχει επιφορτιστεί με την εκπλήρωση του ιστορικού πεπρωμένου της Ισπανίας. Εδώ ο συμβολικός αθλητικός στρατός της καταλανικότητας τίθεται απέναντι στον εκπρόσωπο του ισπανικού Κράτους και ο Μονταλμπάν δε χάνει την ευκαιρία να επιβεβαιώσει αλλά κάποτε και να αναιρέσει τον διχασμό ή και να προβεί σε επιμέρους κριτικά εγκώμια σε Φίγκο, Λουίς Ενρίκε κ.ά. Για να καταλήξει στο ίδιο σημείο απ’ όπου ξεκινήσαμε:  Είναι πιθανό το ποδόσφαιρο να φτάσει να γίνει μια προκάτ θρησκεία· προς το παρόν καταλαμβάνει το συμβολικό χώρο που άφησαν κενό η πολιτική ή οι πιο καλά διαρθρωμένες θρησκείες.

Εκδ. Μεταίχμιο, μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σελ. 308 [Manuel Vásquez Montalbán, Fútbol. Una religión en busca de un dios, 2005]

Άγιος ο Φορ, άγιος ο Μπάκ, άγιο το δεκάρι, ελέησον υμάς. Πρόεδρε ημών, ο εν τοις επισήμοις, αγιασθήτω το πορτοφόλιό σου, ελθέτω η προεδρία σου, γεννηθήτω η μεταγραφή σου…

Δημοσίευση και σε mic.gr. Στις φωτογραφίες: Αλφονσίν – Μαραντόνα μετά το Μουντιάλ του 1986, το γήπεδο – χαράδρα της Μπόκα, ο Βαλντάνο μπροστά σε άλλου είδους τερέν, ο Πουγιόλ καθώς την περιμένει, πάντα με αγάπη, και ο Λόγος των Πιστών.

Μαρία Κουγιουμτζή – Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;

Στην άκρη του πόνου κι ακόμα παραπέρα

…αισθάνθηκε τη φθορά των λόγων του και σταμάτησε. Ένα ανήσυχο χέρι βρήκε απ’ τη σκέψη του, μάζεψε τα λόγια και τα έκρυψε βιαστικά. (σ. 206)

Τα λόγια, με τη συνεχή επανάληψη, τα ένιωθε αποφλοιωμένα από κάθε νόημα, σαν να ξεφλουδίζονταν οι λέξεις, και τα γράμματά τους έπεφταν κάτω σαν πιτυρίδα. (σ. 184)

Πράγματι: στις οριακές καταστάσεις τα λόγια μένουν ήδη πίσω, αφήνοντας τις πράξεις να ολοκληρώσουν τα ειπωμένα και τα μη ειπωμένα. Κι όταν οι πράξεις είναι κατάφορτες και ξεχειλισμένες από βία και σκληρότητα, από θάνατο ή φθορά κι από τα ατυχή και αναπότρεπτα γυρίσματα της ζωής, δεν μένει παρά εκ των υστέρων πια να επανέλθουν οι λέξεις, αργοπορημένες κι αδύναμες να προλάβουν την καταστροφή αλλά αναγκαίες για να την διασώσουν στο χαρτί. Κάπως έτσι και τα διηγήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή αποτελούν βυθίσεις σε παντός είδους πόνους, εκδοχές φυσικού ή ψυχικού θανάτου, θεάσεις του αναπότρεπτου ή της σκληρότερης δυνατής ζωής.

Οι τρεις σελίδες του «Πρέπει» συμπυκνώνουν δυο διαφορετικές στάσεις ζωής (εκδίκηση – συγχώρεση) απέναντι σ’ έναν ανελέητο πατέρα – δυνάστη, ανήμπορο πλέον στα χέρια των δυο του κορών. Στις «Ενοχές» το ελάττωμα του μικρού κοριτσιού της σκληρότατης δεύτερης μητέρας του μετενσαρκώνεται ως νέμεση στο δικό της παιδί της. «Η ομορφιά που μορφάζει», «Το κοριτσάκι» και «Η άτυχη» συμπυκνώνουν στις λιγότερες δυνατές σελίδες την πλέον ανείπωτη βία.

«Τα κλειδιά» ηχούν τις αναπότρεπτες συνέπειες μιας τραγικής επιλογής. Ένας πατέρας λυγίζει από την κακομεταχείριση και προδίδει τους συντρόφους του και προδίδει κλείνεται στο σπίτι συντετριμμένος και μετανιωμένος, με τα μάτια του γυρισμένα προς τα μέσα πηγάδια του. Όταν αποφασίζει να βγει κανείς δε στέκεται μπροστά του, παρά μόνο κοιτάζεται μ’ εκτροχιασμένα μάτια πίσω από τις παραμερισμένες κουρτίνες. Ακόμα κι όταν δεν ζητά συγχώρεση αλλά τιμωρία, κι εκεί παραμένουν οι κουρτίνες κλειστές κι η ψυχή του άδεια.

Ένα ξένο μπαλκόνι αποτελεί τον πιο κατάλληλο τόπο αυτοχειρίας, όπως συμβαίνει με τον απρόσκλητο επισκέπτη που έρχεται από την απέναντι κλινική ηλικιωμένων σαν να κάνει το φυσικότερο πράγμα του κόσμου, για να υπενθυμίσει στην εμβρόντητη οικοδέσποινα την θλιβερή θέα του οικήματός τους, να της μιλήσει για την συμβίωση με την σάπια σάρκα και να της μεταφέρει τον απροκάλυπτα ωμό διάλογό του με τον διευθυντή: Τι θα κάνω μ’ εσένα, μου κουνάει το δάχτυλο ο διευθυντής. Αναστατώνετε και τους υπόλοιπους. Είναι πολύ απλό, του είπα, σκοτώστε μας όλους. Θα πάρει κακή φήμη η κλινική, είπε σκεφτικός, θα πάψουν να φέρνουν τροφίμους. Κάνετε λάθος, του είπα, το αντίθετο, θα τρέχουν σωρηδόν σ’ εσάς. Θα λύσετε ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα. Τι του μένει; Ούτε ο Θεός – Κι απ’ την άλλη…έχω την εντύπωση πως μεγαλώνει κι ο Θεός μαζί μας κι αλλάζει κι αυτός. Τρελαίνεται σαν κι εμάς. Ωριμάζει, ίσως να σαπίζει… – ούτε ο ορθολογισμός – Όλοι μας κουβαλάμε έναν Εβραίο κι έναν ναζί μέσα μας….ούτε τα όνειρα – ακόμα και στην ονειρική της επίσκεψη η νεκρή του κόρης του μεταφέρει την θλίψη της νέας της «κατοικίας» («Το μπαλκόνι»).

Αν γίνεται η αυτοχειρία να αποτελεί σωτηρία,  μπορεί και ο θάνατος να αποτελεί ευτυχία; Μπορεί, όπως «Ο θάνατος του στρατιώτη Μαβί» σ’ έναν πόλεμο που γινόταν χωρίς μίσος, χωρίς προσωπικό πάθος, απλώς σαν μια υπηρεσία όπως όλες οι δημόσιες υπηρεσίες, που απαιτούσε συνέπεια, υπακοή και αποτέλεσμα. Ο στρατιώτης που διακρίνει την ματαιότητα της πολεμικής ευτυχίας έναντι της άλλης, της ευτυχίας του να είσαι νεκρός δισεκατομμύρια χρόνια, σκέφτεται πως μπορεί ο θάνατος να είναι η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μας, η πιο έντονη ηδονή …πριν χαθεί η συνείδησή του.

Εκείνο που στροβιλίζεται γύρω από τις περιοχές του άφατου κι αφάνταστου πόνου είναι μια πλήρης σχετικότητα των πάντων και ιδιαίτερα των όρων που ο ανθρώπινος έλεγχος και ο κοινωνικός έλεγχος όρισαν ως ανήθικο, ανώμαλο ή απαγορευμένο. Η όποια σκληρότητα ή και βία των χαρακτήρων δεν πηγάζει από τις κοινωνικές συνθήκες αλλά από τα ίδια τους τα βάθη τους, σαν να ανοίγει μια τρύπα και να ξεχειλίζει κάθε αρνητικό συναίσθημα που σιγόβραζε στα σωθικά τους. Ο ίδιος πόνος όμως μπορεί να προσφέρει και τη μέγιστη ευχαρίστηση, αποκαλύπτοντας και τις πλέον κρυμμένες μαζοχιστικές ή αυτοκαταστροφικές πλευρές του. Άλλοτε δεν υπάρχει πόνος, παρά ένας τρόμος που γίνεται γλυκός, ένα χάδι λιγωτικό, και μια σύγχυση ένοχη αλλά ηδονική, όπως στον  «Εραστή της λαίδης Τσάτερλη». Η «συγκίνηση» του άσεμνου βιβλίου που διαβάζει, αλλά και κάθε μελλοντικού της αναγνώσματος, συμπίπτει με την «συγκίνηση» της τιμωρίας που επιφυλάσσεται στο μικρό κορίτσι που τόλμησε και διάβασε σελίδες άσεμνου βιβλίου, από τον θείο της.

Εν τέλει ακριβώς εκείνη η διαρκής διαμάχη ανάμεσα στο ναι και το όχι, που ειπώθηκε ή δεν ειπώθηκε στις οριακές στιγμές να είναι το απόσταγμα και των δικών μας ζωών. Μια άλλη μικρή ηρωίδα εδώ όλο λέει ναι, ενώ σχεδόν πάντα θέλει να λέει όχι. Το μόνο ναι που εννοεί πραγματικά αφορά την περιοχή όπου βρίσκεται το σπίτι της θείας της. Αυτό το ναι το κρατάει για τον εαυτό της, φοβάται ότι θα το χάσει αν το πει, γι’ αυτό σιωπή, ό,τι δεν ξέρουν οι άλλοι είναι ασφαλές. Οι ξαδέλφες την μυούν σε μυστικά μέρη κι ακόμα μυστικότερα παιχνίδια: οι λέξεις βουίζουν ολόγυρά της, ζεστά χέρια που χαϊδεύουν. […] Το σεντόνι τα σκεπάζει όλα. Και τα ναι και τα όχι. Με την ενηλικίωση η ξαδέλφη την εισάγει και στα της ερωτικής προσέλκυσης, ώσπου χώνεται μέσα σ’ εκείνο το σύννεφο της παραφοράς, όπου σχοινιά την ανεβάζουν και αιώρες την κουνούν πάνω από έναν γκρεμό που ο ίλιγγός του τη γοητεύει. …την αφήνει μετέωρη χωρίς ναι και όχι. Υπάρχει ένα ατέλειωτο άφημα σ’ αυτή την έλλειψη του ναι και του όχι. Νοιώθει σαν εκείνο τον κόκκο της σκόνης στο φως του ήλιου….(«Οι ξαδέρφες»).

Δεκαετίες μετά το ξύπνημα του ερωτικού συναισθήματος, τη θύελλα γλυκασμούς και ερέβη, το όχι στην ξαδέλφη (που έχασε την ορμή και την ανεξαρτησία του ελεύθερου ωραίου ζώου κι έγινε «ζώο οικόσιτο, εξημερωμένο») και τον χωρισμό των δρόμων τους, δεν μένουν παρά οι φωτογραφίες με τα πρόσωπά τους γελαστά, ανέμελα, ανύποπτα για τις ρωγμές που θα υποστούν, θα φθαρούν πιο γρήγορα κι απ’ το χαρτί της φωτογραφίας. Κι όταν στο κρεβάτι του γηροκομείου αναλογίζεται την φύση του ερωτικού ρίγους και βυθίζεται στο γλυκό μούδιασμα του ύπνου, προφέρει το οριστικό ναι, σε μια από τις αισθαντικότερες λογοτεχνικές περιγραφές της αποδοχής του Αναπότρεπτου.

Αλλά το χρώμα των τριανταπέντε ολιγοσέλιδων διηγημάτων δεν είναι μόνο μαύρο, ένα μαύρο άλλωστε που ποτέ δεν σου μαυρίζει τη ψυχή, αντίθετα σου ανοίγει ορθάνοιχτο παράθυρο μέσα σε έναν αληθινό κόσμο που οφείλεις να δεις και σ’ έναν λόγο που σου προσφέρει την πιο γλυκιά παραμυθία. Κάποτε επικρατούν εδώ άλλα χρώματα, εκείνα που αποκτά η νοσταλγία και η ο Χρόνος που γίνεται Κρόνος και μας καταβροχθίζει. Δεν χωρίζει κανείς απ’ αυτά που έχει αγγίξει. Υπάρχει μια μετάγγιση, ένα νήμα που ταξιδεύει μέσα στο χρόνο και δένει τα πράγματα. Πάντα εισχωρεί μέσα σου κάτι απ’ αυτό που ακούμπησε το βλέμμα σου και κάτι αναχωρεί από σένα για να το ανταμώσει («Διαζύγιο»).

 Άλλωστε, τώρα ακόμα κι οι φωτογραφίες αρνούνται τους νεκρούς. Είναι έγχρωμες, γελαστές, λάμπουν τα πρόσωπα, λες κι είναι σε τραπέζι γιορτής και όπου να ’ναι θα γυρίσουν σπίτι. Ενώ οι παλιές, οι ασπρόμαυρες, που κιτρινίζουν με τα χρόνια, φύγανε, φωνάζουν, πάνε, δεν θα γυρίσουν πια («Το Μπαλκόνι»).

 Πόσο σπάνιο, η σκληρότητα να γράφεται με τέτοια τρυφερότητα!

Εκδ. Καστανιώτη, 2011, σ. 212.