Εντευκτήριο – Ειδικό Τεύχος Δεκέμβριος 2011

Οδυσσέας Ελύτης. 100 χρόνια από τη γέννησή του

Η πολυσήμαντη παρασημαντική

Αντιλαμβάνομαι την ποίηση σαν μια πηγή αθωότητας γεμάτης από επαναστατικές δυνάμεις, που αποστολή μου είναι να τις κατευθύνω επάνω σ’ έναν κόσμο απαράδεκτο για τη συνείδησή μου· ελπίζοντας, μέσ’ από συνεχείς μεταμορφώσεις, να τον κάνω πιο σύμφωνο με τα όνειρά μου. Μιλώ για μια σύγχρονου τύπου μαγεία, που ο μηχανισμός της τείνει κι εκείνος στην ανακάλυψη της βαθύτερής μας πραγματικότητας… [Εν λευκώ, 207]

Συγκεντρωτικός τόμος του «Εντευκτηρίου» με όλα τα κείμενα, δοκίμια και μελετήματα για τον ποιητή που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό (1990-2005) τόσο στο μεγάλο αφιέρωμα του διπλού ―και εξαντλημένου από χρόνια― διπλού τεύχους 23-24 [1993] όσο και στις «Σελίδες για τον Ελύτη» του τεύχους 70 [2005]) αλλά  και τέσσερα πρόσφατα. Η πλούσια εικονογράφηση είναι δεδομένη, το πολύτιμο διπλό περιεχόμενο ακριβό. Αν ο ποιητής μιλάει με διαισθήσεις, προκαλεί μυήσεις, ασκεί μαγεία, όπως έγραψε ο ίδιος ο Ελύτης, τότε εδώ η προσφερόμενη εδώ μέθεξη αισθήσεων και συναισθήσεων είναι ευπρόδεκτη όσο ποτέ.

Ένα τοπίο δεν είναι διόλου το άθροισμα μερικών δέντρων και βουνών αλλά μια πολυσήμαντη παρασημαντική, δεν είναι κι εκείνο διόλου το άθροισμα μερικών λέξεων – συμβόλων των πραγμάτων αλλά μια ηθική δύναμη που η ανθρώπινη διάνοια την κινητοποιεί, ωσάν να προϋπάρχει από τα πράγματα, για να δημιουργήσει ίσα ίσα, και μόνο έτσι αυτά να υπάρξουν. [«Το χρονικό μιας δεκαετίας», Ανοιχτά χαρτιά, σ. 328-329]

Οι άνθρωποι, τα σπίτια, τα ρούχα, τα έπιπλα, όλα γίνονται μέρη ενός νοερού αρχιτεκτονήματος που, ενώ το κάθε του στοιχείο ανταποκρίνεται με απόλυτη ακρίβεια στην πραγματικότητα, το σύνολό του την ξεπερνάει σε τέτοιο βαθμό, που δε μας μένει τελικά παρά ένα αίσθημα θεϊκής τάξης και θεϊκού μυστηρίου. [Εν λευκώ, σ. 188]

Περιλαμβάνονται κείμενα των Αλέξανδρου Αργυρίου, Αλέξη Ζήρα, Ξ. Α. Κοκόλη, Γ. Π. Σαββίδη, Νικήτα Παρίση, Μαρίας Στασινοπούλου, Δανιήλ Ιακώβ, Θεόδωρου Παπαγγελή, Τζίνας Πολίτη, Πάολα Μαρία Μινούτσι, Γιάγκου Ανδρεάδη, Γιώργου Παπαντωνάκη, Δημήτρη Δασκαλόπουλου, Μαρίνου Πουργούρη, Λέλης Μπέη, κ.ά., καθώς και τέσσερα πρόσφατα κείμενα των Κικής Δημουλά,  Γιάννη Ευθυμιάδη και ξανά των Πάολα Μαρία Μινούτσι και Ντέιβιντ Κόνολι. Το ειδικό τεύχος ολοκληρώνεται με εκτενείς παρουσιάσεις, από τον Γιώργο Κορδομενίδη, πρόσφατων εκδόσεων για τον Ελύτη και το έργο του.

Μια αυλή σπιτιού με τα πέτρινα σκαλάκια, με τους ασβεστωμένους τοίχους, με τα γεράνια στον τενεκέ, ή ένας περίβολος μοναστηριού με το πηγάδι, με τα κελιά, με τις καμάρες, είναι πολύ πιο κοντά στο πνεύμα που γέννησε τους Απόλλωνες και τις Νίκες ή τις Θεομήτορες και τους Οσίους, παρά οι ποιμενικές σκηνές και τα ροζ αγγελάκια που έκαναν οι μετρ της Αναγεννήσεως. [Αυτοπροσωπογραφία, σ. 21-22]

…η ηλιακή μεταφυσική…

Τα πανύψηλα όρη/ας πούμε οι Άνδεις/έχουνε το αντίστοιχό τους/μέσα μας (όπως το Σύμπαν)/υποτίθεται/κάποιο άλλο από αντιύλη)/όπου όταν προχωρούμε προς την κορυφή τους/αραιώνει κι εκεί ο αέρας/τόσο που λιποθυμάς/τα ανθρώπινα όργανα δεν αντέχουνε τόση καθαρότητα [«Ο κήπος βλέπει»]

«Το ελεγείον και ο θρήνος είναι κατ’ εξοχήν φυλετικά γνωρίσματα. Ακόμη και όταν μονολογεί ο ποιητής, στην πραγματικότητα απευθύνεται στους άλλους. Γι’ αυτό και πίσω τους στήνει τα αδιάφθορα τοτέμ της φύσης μεγεθύνοντάς τα, ώστε να μπορούν να καλέσουν τις καλές δυνάμεις από τις οποίες – και μόνο – μπορεί ν’ αντλήσει παρηγορία αλλά και να προχωρήσει σε μια αυτογνωσία η οποία να μην εξαντλείται στον εαυτό της», γράφει ο Αναστάσης Βιστωνίτης με το βλέμμα προς το Ελυτικό Κοσμοείδωλο.«Γιατί η βίωση του τοπίου στον Ελύτη», συνεχίζει, «είναι η ποιητική του αυτογνωσία. Το πεδίο αναφορά της η κοσμολογική αρμονία, το πολύχρωμο και πολύφωτο ψηφιδωτό που καλύπτει το φάσμα του χρόνου. Η καταβύθιση στο κρόνειο σκοτάδι είναι ομόλογο της έκπτωσης και της αμαρτίας και ο Ελύτης είναι ειδωλολάτρης και παγανιστής, ένας ποιητής που έχει αποφασίσει, τελευταία, όχι να μιλήσει για αλλά να φωτίσει τη νύχτα, απεικονίζοντας τα επίπεδά της και περιγράφοντας το θόλο της – γι’ αυτό και ο κύριος όγκος των μεταφορών του παραμένει οπτικός, αφού στην καρδιά της εικόνας λάμπει το φως, ακόμα και το άλλο φως, το μόνο που φανερώνει τη μορφή. Όταν μίλησε παλιότερα για ηλιακή μεταφυσική, ο Ελύτης όριζε, στην πραγματικότητα, την ίδια του τη μορφολογία».

Κι από τα χόρτα έφτιαχνα ονόματα κι από τα ονόματα γυναίκες που τις αγκάλιαζα κι ένιωθα τη μέση τους ν’ αναδίνει τρεμούλα και δροσιά σαν το τρεχούμενο νερό. Στο τέλος, έφτασα να συλλογίζομαι μονάχα κάτι, και να το βλέπω να χαράζεται με κεφαλαία στην πέτρα. [«Πρώτα πρώτα η ποίηση», Ανοιχτά Χαρτιά, σ. 15]

«Μέσα από τη μαγική χρήση της γλώσσας κινείται ολόκληρος ο μηχανισμός μαγείας που επιμένει να υπάρχει στη φύση σε πείσμα των πολιτισμών. Αν ένα μυστήριο παραμένει άλυτο και θα παραμένει εσαεί, είναι το μυστήριο της ύπαρξης και αυτού όψεις δίνει κάθε φορά ο ποιητής, χρησιμοποιώντας ως μόνη οδό τη φύση και όργανο να πορευτούμε τις αισθήσεις. Τη φύση ως σταθερή αναφορά, ως βαθύτερη και διαρκέστερη πραγματικότητα, ως λειτουργία, ως δομή, ως συμπεριφορά»γράφει η Ιουλίτα Ηλιοπούλο στο δικό της Μικρό Ιχνογράφημα.

…και η ταχύτης των λυρικών εικόνων

Ε, κατόπιν τούτων πρέπει να πάρουμε όλοι το αυτοκίνητο για μια εκδρομή ακριβώς στην Ελύτεια Φύση. Με τι αμάξι όμως και ποιον οδηγό; Μα φυσικά με τον Δημήτρη Καλοκύρη, μηχανικό αυτοκίνητο και χειροκίνητων λέξεων, που μας διασώζει πρώτα μια κατοχική συνέντευξη του ποιητή, ο οποίος μιλούσε για τις πρώτες του εξορμήσεις στην ύπαιθρη Ελλάδα με το αυτοκίνητο: Σ’ αυτό χρωστάω την πολυτιμότερη πείρα μου, την λεπτομερέστατη γνωριμία μου με την Ελλάδα…όπου μου δόθηκε η ευκαιρία ν’ αφομοιώσω έναν καινούργιον κινητικό τρόπο ερμηνείας της φύσης, μια καινούργια αντίληψη για τη ρύθμιση της ταχύτητας των λυρικών μου εικόνων.

Πιονέροι αληθινοί, μέρες και μέρες προχωρούσαμε νηστικοί και αξύριστοι, πιασμένοι από το αμάξωμα μιας ετοιμοθάνατης Σεβρολέτ, ανεβοκατεβαίνοντας αμμόλοφους, διασχίζοντας λιμνοθάλασσες, μέσα σε σύννεφα σκόνης ή κάτω από ανελέητες νεροποντές, καβαλικεύαμε ολοένα όλα τα εμπόδια και τρώγαμε τα χιλιόμετρα με μιαν αχορταγιά που μονάχα τα είκοσί μας χρόνια και η αγάπη μας γι’ αυτή τη μικρή γη που ανακαλύπταμε μπορούσαν να δικαιολογήσουν… [«Χρονικό μιας δεκαετίας», Ανοιχτά χαρτιά]

Κι αφού ο Καλοκύρης μας θυμίσει το στιχούργημα της τρίτης έκδοσης των Ρω του Έρωτα [«Η Alfa Romeo»] – Θαύμασα τον Παρθενώνα/και στην κάθε του κολόνα/βρήκα τον χρυσό κανόνα/Όμως σήμερα το λέω/βρίσκω το καλό κι ωραίο/σε μια σπορ Άλφα Ρομέο – μας οδηγεί και σε άλλες αποθησαυρισμένες αυτοκίνητες αισθήσεις και καταλήγει: «αργά ή γρήγορα στα κέντρα του λόγου θα τεθεί και πάλι κυκλοφοριακό ζήτημα».

«Τη μνήμη δεν την εμπιστεύομαι. Έχει τόσο μεγάλη ζήτηση, από τα προσφιλή ιδίως, που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην ακριβή διαφύλαξή τους. Και συχνά αναγκάζεται, όχι μόνο να παραλείπει και να παραποιεί, αλλά, για ν’ αερίζεται κάπως ο κλειστός χώρος, την έχω δει να διαπράττει εγκλήματα, δίνοντας με τα ίδια της τα χέρια στη λήθη πολλά δυσαναπλήρωτα, τάχα προς φύλαξη. Γι’ αυτό ξαναδιάβασα όλη την ποίηση του Ελύτη, κι ας μην την είχα ξεχάσει. Και την ξαναδιάβασα όλη και πάλι, και μετά στίχο στίχο ξεχωριστά. Και ξαναπήρα όλα μαζί, όλα ωραία συσκευασμένα μέσα στη μοναδικότητά τους, όλα με τη λικνιστική πολυσημία τους, όλα ονειρευτικά, μακρόβια, επηρεαστικά…» έχει γράψει ήδη στην αρχή η Κική Δημουλά αλλά προτιμώ να το κρατήσω για το τέλος, μήπως και μείνει περισσότερο στη δική μου μνήμη.

[σ. 320]

Σημ.: Τα έργα είναι του ποιητή. Στην τελευταία φωτογραφία, με την Μαρίνα Καραγάτση στο Μπατσί της Άνδρου.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 81. Ευγενία Μπογιάνου

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας;

«Το μυστικό» εκδόθηκε το 2004 από τις εκδόσεις Ροές. Είναι μια συλλογή διηγημάτων με κεντρικό άξονα, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, καταστάσεις απώλειας, προδοσίας, εκδίκησης, πάθους στη ζωή ανθρώπων ασήμαντων και καθημερινών.

Η πρόσφατη «Κλειστή πόρτα» από τις εκδόσεις Πόλις είναι μια σειρά διηγημάτων για ανθρώπους που διασταυρώνονται μεταξύ τους χωρίς να συναντιούνται και που αποτελούν το καθημερινό μας σύμπαν.

Για ποιο λόγο επιλέξατε τη φόρμα του διηγήματος;

Επιλέγουμε τις φόρμες ή μας επιλέγουν; Όπως και να έχει μου αρέσει να διαβάζω και να γράφω διηγήματα. Η πυκνότητα που απαιτείται και η ένταση που πρέπει να εκδηλώνεται στην περιορισμένη έκταση του διηγήματος με γοητεύει και με προκαλεί.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φυσικά οι προτιμήσεις μου αλλάζουν κατά καιρούς, όμως μερικές αξίες παραμένουν ίδιες. Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Τσέχωφ, Κάφκα, Πόε, Γουλφ, Μωπασάν, Σάμπατο, Ναμπόκοφ, Κάρβερ, Ντίκινσον, είναι μερικές από αυτές. Επίσης Σολωμός, Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Χατζής, Κουμανταρέας, Νόλλας, Κυριακίδης, Παπαδημητρακόπουλος, Γονατάς, Πανσέληνος, Δούκα.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αισθηματική αγωγή (Φλωμπέρ), Η δίκη και Η μεταμόρφωση (Κάφκα), Η βουή και το πάθος (Φόκνερ), Εκατό χρόνια μοναξιά (Μάρκες), Περί ηρώων και τάφων (Σάμπατο), Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ (Ναμπόκοφ), Το λευκό όρος (Σεμπρούν), Κάτω από το ηφαίστειο (Lowry), Οι υπνοβάτες (Μπροχ), Η καρδιά του σκότους (Κόνραντ), Στο Φάρο (Γουλφ), Μπούντενμπροκ (Τόμας Μαν), Αλεξανδρινό Κουαρτέτο (Ντάρελ), Το ταξίδι στην άκρη της νύχτας (Σελίν), Τρόμος (Μακάνιν), Ο δρόμος (Μακ Κάρθυ), Οι ξεριζωμένοι (Sebald), Δούναβης (Μάγκρις).

Το κιβώτιο (Άρης Αλεξάνδρου), Επιτάφιος θρήνος (Γιώργος Ιωάννου), Βιοτεχνία υαλικών (Μ. Κουμανταρέας), Το πλατύ ποτάμι (Γιάννης Μπεράτης), Το τέλος της μικρής μας πόλης και Το διπλό βιβλίο (Δ. Χατζής), Η μητέρα του σκύλου (Μάτεσις), Ονειρεύομαι τους φίλους μου (Νόλλας), Η βραδυπορία του καλού (Δημητρίου), Θερμά θαλάσσια λουτρά (Παπαδημητρακόπουλος), Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν  (Βαλτινός), Και με το φως του λύκου επανέρχονται (Ζ.Ζατέλη).

Είναι τόσα πολλά τελικά που θα μπορούσα να γεμίσω σελίδες. Γι’αυτό σταματώ εδώ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Τσέχωφ, του Πόε, του Κάρβερ. Ο Μπόρχες. Οι Δουβλινέζοι του Τζόις. «Η ιστορία του περιστεριώνα μου» του Μπάμπελ. Ο Καλβίνο.

Φυσικά όλος ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός, «Το γατί» του Μητσάκη, Το «Πίστομα» του Θεοτόκη, ο Μάριος Χάκκας, «Η προετοιμασία» του Γονατά, τα κομψοτεχνήματα του Παπαδημητρακόπουλου, ο Νόλλας, ο Κυριακίδης και ο Σκαμπαρδώνης.

Πάντως από τον Τσέχωφ μέχρι τα αστυνομικά διηγήματα του Χάμετ και του Τσάντλερ και από τον Παπαδιαμάντη και το Βιζυηνό μέχρι το Νόλλα και το Μηλιώνη ο δρόμος είναι πάρα πολύ μακρύς.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Χρήστος Οικονόμου με το εξαιρετικό «Κάτι θα γίνει θα δεις», η Κάλια Παπαδάκη, ο Σπύρος Γιανναράς και οι λίγο παλιότεροι Ηλίας Παπαμόσχος,  Κώστας Καβανόζης και  Πέτρος Κουτσαμπασιάκος.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όσο γράφω για αυτούς τους κουβαλάω πάνω μου. Μπορεί και για αρκετό καιρό. Τους εγκαταλείπω αμέσως μόλις θεωρήσω πως τους ολοκλήρωσα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Γκρέγκορ Σάμσα και ο πρόξενος Φέρμιν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω πάντα μαζί μου χαρτί και μολύβι. Σημειώνω ιδέες, γράφω φράσεις που άκουσα ή που σκέφτηκα οπουδήποτε κι αν βρίσκομαι. Την ολοκληρωμένη του μορφή όμως το κείμενο την παίρνει πάντα στο γραφείο μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν πιστεύω τόσο σε αυτό που λέγεται έμπνευση. Πιστεύω πως το πιο σημαντικό είναι η παρατήρηση. Παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου, τις κινήσεις των ανθρώπων, τις χειρονομίες, τα βλέμματα, πράγματα φευγαλέα που όμως για κάποιο λόγο με συγκινούν.

Συνήθως έχω στο μυαλό μου μια εικόνα, καθώς η πρωταρχική μου ιδιότητα έχει να κάνει με τη φωτογραφία. Θέλω να φωτίσω λοιπόν αυτή την εικόνα με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να στρέψω το βλέμμα προς τα εκεί που επιλέγω εγώ, προς αυτό το κάτι, το μικρό συνήθως, που σε άλλη περίπτωση δεν θα τραβούσε την προσοχή.

Άλλοτε η αφετηρία μου είναι μια φράση που άκουσα ή κομμάτια εκφράσεων από διηγήσεις άλλων. Φράσεις που κεντρίζουν το ενδιαφέρον μου και που με τη σειρά μου θέλω να αφηγηθώ την ιστορία τους.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω συνήθως νωρίς το πρωί, στον υπολογιστή, σε απόλυτη ησυχία, με τη συνοδεία καφέ.

Ακούω κλασική μουσική και τζαζ. Ποτέ όμως γράφοντας ή διαβάζοντας.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Από τα ενεργά το «Εντευκτήριο» του Γιώργου Κορδομενίδη και η «Λέξη» του Θ. Νιάρχου και του Α. Φωστιέρη.  Σταθερές αξίες.

Από τα «μη ενεργά» ο «Εκηβόλος» του αξέχαστου Βασίλη Διοσκουρίδη. Πρωτοποριακό και κλασικό συγχρόνως.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Θα έγραφα για τον Μιχαήλ Μητσάκη.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Πολλές φορές μια εικόνα ή συχνότερα ή ατμόσφαιρα μιας ταινίας μου δίνουν το ερέθισμα για να γράψω. Παρακολουθώ μετά μανίας σύγχρονο κινηματογράφο. Τελευταία ταινία που με γοήτευσε, Το λιμάνι της Χάβρης του Καουρισμάκι. Ζηλευτή απλότητα. Κανένα στολίδι. Μια απλή ιστορία ειπωμένη με την πιο χαμηλότονη τρυφερότητα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Δεν γράφω και δεν έγραψα ποτέ ποίηση, γιατί δεν έχω την ικανότητα να το κάνω.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

«Μπάρτλμπυ, ο γραφέας» του Μέλβιλ.

Τι γράφετε τώρα; 

Γράφω διηγήματα.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αν έχω σκεφτεί να γράψω μυθιστόρημα; Ναι, το έχω σκεφτεί.