Διαμαντής Αξιώτης – Λάθος λύκο

Η κόλαση είναι οι πάντες και τα πάντα

Όσο μπορείς και λες «Να το χειρότερο», δεν έχεις ζήσει ακόμα το χειρότερο (σ. 49).

Και η σειρά των χειρότερων για τον κεντρικό χαρακτήρα δεν σταματά πουθενά. Ανεπιθύμητο τέκνο της μεγαλοαστικής του οικογένειας, με τα σημάδια του διαφορετικού και το στίγμα του διαταραγμένου, ο τριαντάρης Στέφανος ζει μια μοναχική, ανέσπερη ζωή, άδεια από αγάπη και βεβαρημένη με φόβο, φαντασιακά παραληρήματα, μεσσιανικές παραισθήσεις, συγκεχυμένες απόψεις για το πνεύμα του κακού και φροϋδικά υπολειπόμενα. Η καταστροφική επίδραση της οικογένειας (μέσα από τους μηχανισμούς της ενοχής, της βαρύνουσας κοινωνικής εικόνας και της τιμωρίας, ιδίως του ερωτισμού) είναι καθολική· η απουσία της γονεϊκής αγάπης δεν υποκαθίσταται ούτε από την τρυφερή προσέγγιση της άκληρης θείας του, η επιθυμία της οποίας να τον υιοθετήσει αποτελεί το ηλεκτρισμένο μυστικό ανάμεσα στις δυο αδελφές. Μέσα του βλασταίνει η επιθυμία της εκδίκησης και της κάθαρσης. Η κόλαση είναι οι άλλοι, κι έχουν όλοι τη μορφή λύκου.

Η στάση των οικείων του, κυμαινόμενη ανάμεσα στο υπερφίαλο και το άβουλο, το επιθετικό και το ηττοπαθές θυμίζει την αντίστοιχη οικογενειακή τοιχογραφία στις Πλωτές Γυναίκες (παλαιότερου μυθιστορήματος του συγγραφέα). Στο σπίτι ούτως ή άλλως ο Στέφανος υπήρξε πάντα «διαφορετικός»: Επειδή κάποτε μιλούσε πολύ, τον θεωρούσαν παράξενο, κι ούτε σταμάτησαν να τον θεωρούν τώρα που πια δεν μιλάει καθόλου. Ο τρόμος μην μαθευτεί η προϊστορία του ανεπιθύμητου βλαστού δεν είναι ανάλογος και στις περιπτώσεις των εξώγαμων σχέσεων του δεσπότη – δυνάστη της οικογένειας. Χαρακτηριστική η περιγραφή της μητέρας του Ευγενίας μπροστά στο αναπόδραστο ξέσπασμά του: Το βλέμμα της είναι σαν βλέμμα βαριά άρρωστου που υποπτεύεται την αλήθεια και σε κοιτά επί ώρες χωρίς να μιλά. Σε εκλιπαρεί με ένα πελώριο ερωτηματικό λες και απαιτεί να μάθει, και συνάμα ελπίζει να μη μιλήσεις αν πρόκειται να επιβεβαιώσεις τους φόβους του.

Η επαρχιακή του πόλη έχει μετατραπεί σε τόπο εχθρικό, που στέκεται και κυριολεκτικά απέναντί του, καθώς την κοιτάζει από απόσταση το βράδυ που φεύγει ο αιώνας. Τι νόημα έχει το εορταζόμενο τέλος του κόσμου όταν το δικό σου τέλος είναι πιο εκκωφαντικό; Κάθε προστασία της υπήρξε προσωρινή, σαν εκείνη που του παρέχουν τα υπόστεγα και οι τέντες των καταστημάτων στις συνεχείς βροχές της. Όταν και οι τελευταίοι φίλοι αποχωρούν και η τέχνη αδυνατεί να απορροφήσει το αποπνικτικό δυναμικό οργής, η καταφυγή στην θρησκευτική και ναρκοληπτική παραμυθία προβάλλει για άλλη μια φορά ως μοναδική διέξοδος. Κι αν σ’ αυτή τη «βαλτωμένη σκατούπολη» η αυτοκτονία αναβάλλεται επ’ αόριστον, όπως λένε με την επικάλυψη του αστείου μερικοί νέοι, τότε κάποιοι πρέπει να πληρώσουν. Η αναζήτηση ενός πατέρα (πνευματικού και βιολογικού) αλλά και ενός εκδικητικού πρότυπου τον οδηγεί στη αφοσίωση σε θρησκευτικούς και κοσμικούς θαυματοποιούς: ο ερημίτης μοναχός και ο ταχυδακτυλουργός με τον νάνο του υπόσχονται εμμέσως πλην σαφώς μια διαφορετική αναδιάταξη του κόσμου έστω δια της μεταφυσικής και την νομιμοποιούμενη έκλυση της δολοφονικής του μανίας.

Ο Αξιώτης παραμένει πιστός στην πολύτροπη γραφή του: πολλαπλασιάζει τις χωροχρονικές γωνίες, αφήνει τις διαφορετικές φωνές των πρωταγωνιστών να ακουστούν (ακόμα και των ψυχρών επιστημόνων ή των νυσταλέων αρχών) και περιγράφει ακόμα και τις πιο μελανές όψεις μιας σκληρής πραγματικότητας με ελεγχόμενο ρεαλισμό και διάχυτη ποιητικότητα. Η λογοτεχνική ανατομία της φρενοβλάβειας που επιχειρεί δεν είναι μονοκόμματη ή απλουστευτική. Η φύση του κακού δεν πιστώνεται σε ατομική σπορά αλλά ανιχνεύεται μέσα στα οικογενειακά, κοινωνικά και τοπογραφικά περιβάλλοντα. Ούτως ή άλλως, σε μια κοινωνία που άκαμπτη και απόλυτη έχει προδιαγράψει ήδη τις δυνατότητες και τα όρια των μελών της, η παραμικρή κίνηση της στρόφιγγας πέρα από την επιτρεπόμενη θέση θεωρείται (και διανοητική) παράβαση και προκαλεί ανεπιθύμητες πλημμύρες.

Αποτελεί όμως ο Στέφανος μια ιδιάζουσα, σπάνια περίπτωση διαταραγμένου ψυχισμού ή μήπως εκπροσωπεί ένα σύγχρονο, διαδεδομένο παράδειγμα, ένα νέο «ανθρώπινο κανόνα»; Πόσοι άνθρωποι σήμερα δεν είναι μοναχικοί, ανασφαλείς, με αίσθηση κατωτερότητας, χωρίς συντροφιά, φιλία και έρωτα, με αγεφύρωτες έως δραματικές οικογενειακές σχέσεις, με μια διαρκώς αυξανόμενη αρνητική διάθεση απέναντι στον κόσμο, απέναντι στα πάντα; Μόνο εκείνος περιστοιχίζεται από πληθώρα εγγυήσεων που υπόσχονται την ελεύθερη εκδήλωση της κοινής σε όλους μας πλην λανθάνουσας σχιζοφρένειας; Μόνο το δικό του περιβάλλον είναι το ιδανικό για την ενεργοποίησή της. Ακόμα και στις πιο ακραίες εκφάνσεις της αναρωτιέται κανείς ποιος δικαιούται τον τίτλο του λογικού και του σώφρονος.

Κάποια στιγμή ο Στέφανος φαντασιώνεται να μεταμορφωθεί σε θαλάσσιο χτένι βυθισμένο στην άμμο, σε στρείδι κολλημένο στη σχισμή κάποιου βράχου. Να κλειστεί μέσα σε σπίτι – κέλυφος, να μείνει εκεί για πάντα, φερέοικος, μακριά από φίλους και συγγενείς. Στο τέλος θα βρει μεν την πολυπόθητη απομόνωσή του, αλλά στην πιο ανελέητη μορφή της, στις πιο σκληρές συνθήκες εγκλεισμού σε θαλάμους πέραν πάσης αποδράσεως. Δεν τον βοήθησε κανείς: ο ιερέας του είχε ξεκαθαρίσει πως «μολονότι εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια υποσχόμαστε τον Παράδεισο, δεν κάναμε το λάθος να τον δείξουμε», ενώ από τις ιστορίες που ήξερε καμιά δεν ήταν όμορφη ή ελκυστική. Και πώς να πορευτεί κανείς χωρίς ούτε μια όμορφη ιστορία;

Αποσπάσματα του μυθιστορήματος δημοσιεύτηκαν σε πρώτη μορφή στα περιοδικά Εντευκτήριο και Εξώπολις.

Εκδ. Κέδρος 2010, σελ. 301.

Πρώτη δημοσίευση: Εντευκτήριο, τεύχος 95 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2011). Οι φωτογραφίες είναι του συγγραφέα.

Λουίς Σεπούλβεδα – Η τρέλα του Πινοτσέτ

Αφήγηση: αντίσταση

Δεν έχω πρόθεση να χαθώ μέσα στις παλιές αμφιβολίες που τυράννησαν και οδήγησαν σε σκέψεις τους αρχαίους φιλοσόφους, ούτε να πειραματιστώ με άλλες αμφιβολίες που δεν είναι κατ’ ανάγκην οι καταλληλότερες για να βαδίσει κανείς στον μοναδικό δυνατό δρόμο, αυτόν της γραφής, αυτό το χαράκωμα όπου έφτασα όταν πια όλα τα άλλα είχαν γκρεμιστεί, και κατέληξα να σκεφτώ ότι δεν υπήρχε πια κανένας τόπος για αντίσταση. Από τον Γκιμαράες Ρόσα έμαθα πως «αφήγηση σημαίνει αντίσταση», και σ’ αυτό το χαράκωμα της γραφής αντιστάθηκα […] κατά της απάρνησης των αξιών που έχουν εξανθρωπίσει τη ζωή και λέγονται αδελφικότητα, αλληλεγγύη, αίσθημα δικαιοσύνης. [σ. 122]

O Σεπούλβεδα πληροφορήθηκε τη σύλληψη του Πινοτσέτ κι αμέσως έσπευσε να τηλεφωνήσει στην σύντροφό του, ευχόμενος να μάθει πρώτα από εκείνον την είδηση που θα την χαροποιούσε αλλά και θα την γύριζε στην κόλαση της Βίγια Γκριμάλντι και στα νιάτα τους που κόπηκαν στα δυο. Από την 11η Σεπτεμβρίου του 1973 και τα χρόνια του Πινοτσέτ, της χιλιανής Δεξιάς, του Κίσιντζερ, των βασανισμών, των εξαφανίσεων και του Κακού μεσολάβησε ένας μακρύς, ατέλειωτος αγώνας, που δεν άφησε την δικτατορία σε χλωρό κλαρί. Η Αντίσταση επί δεκαεπτά χρόνια υπενθύμιζε στο δικτάτορα πως είχε να αντιμετωπίσει μια αξιοπρέπεια εμπνευσμένη από τον Κόμη Μόντε Κρίστο και τα λόγια του «Δεν ξεχνώ, δεν συγχωρώ».

Γράφω γιατί αναγνωρίζω στη γλώσσα μου τη μοναδική δυνατή πατρίδα, αφού η επικράτειά της δε γνωρίζει όρια και ο σφυγμός της είναι μια διαρκής πράξη αντίστασης.

Ο άγγλος ασθενής

Ο Πινοτσέτ συνελήφθη στο Λονδίνο την εποχή του δεύτερου μεταδικτατορικού «δημοκρατικού» προέδρου της Χιλής, Εδουάρδο Φρέι, που άφησε άθικτους τους νόμους της δικτατορίας και που ανέλαβε να υπερασπιστεί λυσσαλέα τον τύραννο ώστε να μην εκδοθεί στην Ισπανία. Όταν όμως επέστρεψε στη Χιλή με δόξα και τιμή δεν είχε υπολογίσει ότι το παράδειγμα του δικαστή Βαλτάσαρ Γκαρθόν θα το ακολουθούσαν και άλλοι χιλιανοί δικαστικοί κι ότι οι δικηγόροι του θα αναγκάζονταν να προσφύγουν στο αθλιότερο των τεχνασμάτων: να τον ανακηρύξουν παράφρονα, για να αποφύγει για μια ακόμα φορά τη δικαιοσύνη.

Το παραθυράκι που άνοιξε στη νομιμότερη των ελπίδων, να δικαστεί για τα προφανέστατα εγκλήματά του έκλεισε για μια ακόμα φορά. Η έκδοσή του στην Ισπανία, με όλες τις εγγυήσεις που είχαν στερηθεί τα θύματά του, δεν επιτεύχθηκε.  Ο Σεπούλβεδα δεν θα γευτεί την «ευτυχία του να δει τον τύραννο να ψελλίζει δικαιολογίες σαν γυναικούλα». Ο Αουγκούστο Πινοτσέτ, κρατούμενος. Του προσφέρω αυτό που εγώ δεν είχα ποτέ, που κανένα από τα θύματά του δεν είχε ποτέ: του πληρώνω ένα συνήγορο υπεράσπισης και του εγγυώμαι μια δίκαιη δίκη, με πλήρη σεβασμό της προσωπικότητάς του.

Το εμβόλιο της αμνησίας

To χιλιανό παρελθόν μεταξύ 1973 και 1989 επιχειρείται να διαγραφεί από τις μνήμες χάρη σ’ ένα αποτρόπαιο διάταγμα και στη βίαιη επιβολή της αμνησίας «δια λόγους εθνικής ασφαλείας». Στο ίδιο πλαίσιο υποστηρίχτηκε πως η άρση της ασυλίας του δικτάτορα δήθεν συνιστά κίνδυνο για την κοινωνική ειρήνη στη Χιλή και τη νεαρή «δημοκρατία» της· δημοκρατία που μοιάζει με θλιβερή φάρσα όσο ο Πινοτσέτ διατηρεί την έδρα του ισόβιου γερουσιαστή. Με αυτό τον τρόπο όμως παραμένει ορθάνοιχτο το ρήγμα μιας κοινωνίας που επί 13 χρόνια έζησε με την καθημερινή συσκότιση, την μόνιμη απαγόρευση συγκέντρωσης άνω τω τριών ατόμων, το φόβο ως μόνιμο ρυθμιστή οποιασδήποτε κοινωνικής εκδήλωσης, το χαφιεδισμό ως πατριωτική αρετή, την ασύστολη απάθεια του «Κάτι θα ’χει κάνει» που σκέπαζε σαν μανδύας τα πτώματα στους δρόμους του Σαντιάγο· τότε που αρκούσε μια υποψία ή ένα «κάρφωμα» για να φυλακιστείς, να εξοριστείς ή να εξοντωθείς,

Γράφω γιατί πιστεύω στη μάχιμη δύναμη των λέξεων, γιατί η λέξη είναι όντως μια θεμελιώδης πράξη και όλα τα πράγματα υπάρχουν από τη στιγμή που ονομάζονται.

Δημοκρα- τι;

Όσο ο Πινοτσέτ και οι 531 ένστολοι που αναφέρονται στην Έκθεση Ρέτιγκ [από το όνομα του Raul Rettig που ηγήθηκε των ερευνών για τις δολοφονίες και τις εξαφανίσεις] ως βασανιστές, απαγωγείς και δολοφόνοι άνω των τεσσάρων χιλιάδων Χιλιανών δεν τιμωρούνται, η κοινωνική ειρήνη παραμένει για τους Χιλιανούς μια ουτοπία. Η δημοκρατική σταθερότητα δεν μπορεί να είναι μια αμείωτη δουλικότητα μπροστά στην οικονομική και την στρατιωτική εξουσία. Η δημοκρατία δεν είναι μια κατάσταση μεταβατική, μια παραχώρηση εκ μέρους αυτών που κατέχουν την εξουσία, ένα κενό ατιμωρησίας.

…όσο η Χιλή δεν ανακτά τον τελευταίο των εξαφανισμένων, όσο εξακολουθεί να αγνοεί πότε πέθανε, πώς πέθανε, ποιοι τον σκότωσαν και, πάνω απ’ όλα, πού είναι τα λείψανά του, η πληγή θα παραμένει ανοιχτή, κι είναι χρέος των έντιμων ανθρώπων να την κρατούν καθαρή κι ανοιχτή, γιατί αυτή η πληγή είναι η ιστορική μας μνήμη.

Οι μνήμονες

Αν όμως κάποιοι – κατονομαζόμενοι εδώ, γιατί ο Σεπούλβεδα μιλάει πάντα με ονόματα – προτίμησαν να εμβολιαστούν με το κρατικό βάλσαμο της αμνησίας, χιλιάδες έμειναν κρατημένοι απ’ τη ζωή χάρη και μόνο στην άσκηση της μνήμης, γνωρίζοντας γιατί βρέθηκαν εξόριστοι, διατηρώντας την επίγνωση όλων όσων έκαναν κι όσων μπορούσαν να κάνουν και δεν έκαναν, αναγνωρίζοντας τους τους ενόχους της χιλιανής τραγωδίας, ορκιζόμενοι πως κάποια μέρα θα δέχονταν την τιμωρία που τους άξιζε…

Μια μέρα θα γράψω γι’ αυτά τα ευτυχισμένα χρόνια της ανεπιφύλακτης στράτευσης και αφοσίωσης […] Λίγο έλειψε να τα καταφέρουμε – όλα τα είχαμε, εκτός από τα όπλα.

Ο Σεπούλβεδα διανθίζει τα σύντομα κείμενά του με μνήμες από αξέχαστα πρόσωπα και περιστατικά. Αναφέρεται στην στράτευσή του στην προσωπική φρουρά του Σαλβαδόρ Αγιέντε, την GAP [Gringo de Amigos Personales – Ομάδα Προσωπικών Φίλων], θυμάται περιστατικά όπως όταν, υπό τις διαταγές του ποιητή Σέρχιο Λέιβα που δολοφονήθηκε το 1973, απέτρεψαν με τα όπλα το να δηλητηριαστούν με τοξίνες βορειοαμερικανικής προέλευσης πολλά υδρευτικά αυλάκια που πότιζαν τα μποστάνια τα οποία τροφοδοτούσαν το Σαντιάγο με λαχανικά.

Η αλήθεια είναι πάντα ανατρεπτική

Το βιβλίο περιλαμβάνει είκοσι δύο άρθρα του που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά όλου του κόσμου, διαβάστηκαν σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Χιλής και τυπώθηκαν σε φυλλάδια που μοιράστηκαν στους δρόμους της κατά τις ημέρες που ο «τρελός» ήταν κρατούμενος στο Λονδίνο· άρθρα «αγκιτατόρικα και ανατρεπτικά, γιατί η αλήθεια είναι πάντα ανατρεπτική».

Γράφω γιατί έχω μνήμη και την καλλιεργώ γράφοντας για τους δικούς μου, για τους περιθωριακούς κατοίκους των περιθωριακών κόσμων μου, για τις ενσαρκωμένες ουτοπίες μου, για τους ένδοξους συντρόφους μου που ηττήθηκαν σε χίλιες μάχες και εξακολουθούν να προετοιμάζονται για τις επόμενες χωρίς να φοβούνται τις ήττες.

Όσο, κάθε φορά που γίνεται λόγος για παγκοσμιοποίηση, παραλείπεται να αναφερθεί ότι η πειραματική φάση αυτού του άδικου σχεδίου διευθέτησης των σχέσεων παραγωγής και κατανάλωσης πραγματοποιήθηκε με πειραματόζωα δυο νοτιοαμερικανικές χώρες που είχαν υποστεί κτηνώδεις δικτατορίες, έργο εμπνευστών του ίδιου σχεδίου, κι όσο οι ένστολοι θρασύδειλοι κρύβονται στις τρύπες τους ή μεταμφιέζονται σε νομιμόφρονες «πολίτες» ο γκρίζος χιλιανός ουρανός της θα βρέχει ακόμα ακαθαρσίες, ο Σεπούλβεδα δεν θα πάψει να τονίζει: Ο εφιάλτης μας δεν τελείωσε. Ο δικός σας μόλις άρχισε.

 Σημ. Ο Αουγκούστο Πινοτσέτ δεν δικάστηκε ποτέ για τα εγκλήματά του. Κατά μια μέγιστη ειρωνεία της Ιστορίας, πέθανε στις 10 Δεκεμβρίου [2006] Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Εκδ. Opera, 2003, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 126 [Luis Sepúlveda, La locura de Pinochet, 2001]

Ένα τραγούδι για την περίσταση: εδώ.