Poetix, τεύχος 5 (άνοιξη – καλοκαίρι 2011)

Πώς δεν αυτοκτονώ μπρος σ’ έναν καθρέφτη/και δεν εξαφανίζομαι για να ξαναφανώ στη θάλασσα/όπου ένα μεγάλο πλοίο θα με περιμένει/με τα φώτα αναμμένα;/Πώς δεν βγάζω τις φλέβες μου/Και δεν φτιάχνω μ’ αυτές μια σκάλα/για να αποδράσω στην άλλη πλευρά της νύχτας;

… έγραφε στο ποίημα «Το ξύπνημα» η αργεντινή Αλεχάντρα Πισαρνίκ, μια από τις πλέον πρωτότυπες ποιητικές φωνές του 20ού αιώνα στη Λατινική Αμερική. Ποιήματά της μεταφράζονται εδώ από την γνώστρια του έργου της Αμαλία Ρούβαλη, που μας κοινωνεί και με τρισέλιδη εισαγωγή στην εξαιρετική της περίπτωση:  γεννημένη το 36 και αυτόχειρας στα 36, παιδί ρωσοεβραίων μεταναστών, άρα με έλλειψη εθνικών ριζών και έντονη βίωση του αισθήματος της εξορίας, αναχωρήτρια στο Παρίσι των αρχών της δεκαετίας του 60 που έζησε καταθλιπτικά, πάμπτωχα και ευτυχισμένα, φίλη του Χούλιο Κορτάσαρ και παρέα των Μπονφουά και Μισώ, μεταφράστριά τους αλλά και των Αντονέν Αρτώ και Αιμέ Σεζαιρέ, με ποίηση εμμονής στο σκοτάδι και τη νύχτα, στην οποία άλλωστε ζούσε σχεδόν αποκλειστικά, και την οποία θεωρούσα πραγμάτωση της ζωής, σε αντίθεση με το φώς – άρνησή της. Στα ποιήματά της ήδη ανιχνεύονταν δείγματα απελπισίας, εμμονών και παραληρημάτων, αλλά και, αργότερα, σε κάποια πεζά, σαδισμού, χυδαιολογίας και διαστροφής. Η αδυναμία αληθινής επικοινωνίας με τον έξω κόσμο ήταν φανερή. Το γράψιμο αντί να ισχυροποιεί το εγώ της και ενισχύει την προσωπικότητά της, έκανε το πρώτο ευθραυστότερο και αποδόμησε τη δεύτερη, όπως γράφει η μεταφράστρια.

Ένα 13σέλιδο ασθματικό κείμενο με τον τίτλο «Το ποιητικώς υπάρχειν και το ζην επικινδύνως» δια χειρός Άνταμ Κιρς αναφέρεται στον Ντύλαν Τόμας, με αφορμή και την επανέκδοση της βιογραφίας του από τον Πωλ Φέρις. Οι θρυλικές του απαγγελίες με την βαρύτονη φωνή, το λιβάνισμα απ’ τις αυλές και οι καταχρήσεις του, η συμμετοχή του στην άγρια συναλλαγή του σταρ σύστεμ που επιθυμούσε να χορτάσει τις φαντασιώσεις των αναγνωστών του και οι παραξενιές ως δικαιολογία για την μεγαλοφυΐα του (ή αντίστροφα; αναρωτιέμαι…) χαρακτηρίζουν αυτή την «ιδιάζουσα αμερικανική μορφή διασημότητας» ως «πρόδρομο των ροκ σταρ».

Τελικά ορίζεται ο ποιητής; Ποιητής γίνεται κάποιος και μόνο από το γεγονός ότι γράφει ποιήματα; Ο Ντίνος Σιώτης («Ο ποιητής στον κόσμο του;») συλλογίζεται για την ύπαρξη των ποιητών σε μια εποχή απίστευτης ενίσχυσης του εγωισμού, παγκοσμιοποιημένης μοναξιάς και υπαρξιακής ύφεσης. Ποιητής, γράφει, είναι εκείνος που γράφει για να κατανοήσει πρωτίστως τον εαυτό του, τον ρόλο του στη ζωή, την ίδια τη ζωή. Τον αυθεντικό ποιητή τον ενδιαφέρει η αλήθεια, η εσωτερική αλήθεια, η αλήθεια της ψυχής, όχι η δική του αλήθεια, όχι ο ιδιωτισμός του, αλλά η δημόσια, η κοινή αλήθεια που μπορεί να είναι ανήσυχη, συναρπαστική και αντισυμβατική. Ο ποιητής αναψηλαφεί συνεχώς τις αιώνιες αξίες, τις μεταφυσικές συνισταμένες τους, την περιρρέουσα πραγματικότητα και δεν τρέχει πίσω από την προσωπική του πραγματικότητα, βυθισμένος στα δικά του βιώματα, συνήθως αλαζονικά και αυτάρεσκα, επιβεβαιώνοντας, άλλωστε, την εικόνα που έχει σχηματιστεί στην εγχώρια κοινωνία γι’ αυτούς.

Βρέθηκα μια φορά σε ιδιωτικό λύκειο και έμεινα άναυδος από τη στάση των μαθητών και των μαθητριών που περίμεναν να έρθουν αντιμέτωποι με κάποιον όχι σαν εμένα. Νόμιζαν ότι εγώ θα παρουσίαζα τον ποιητή Ντίνο Σιώτη. Είχαν στο  νου τους κάποιον μακρυμάλλη, αξύριστο, με κασκόλ ριγμένο ατημέλητα στον λαιμό, με ύφος αφρόντιστο, βλέμμα απλανές, που κάπνιζε, ίσως να του έλειπε και κανένα δόντι, που πιθανόν ζούσε σε καμιά τρώγλη.

Χωρίς την ανάγνωση των μεγάλων και σπουδαίων ποιητών ποιήματα δεν γράφεται καλή πίεση, ούτε βέβαια χωρίς βιώματα, ή, όπως το θέτει ο Οκτάβιο Παζ, «πρέπει να ζούμε τα ποιήματα προτού γράψουμε». Αν ζεις στον κόσμο σου και όχι στον κόσμο, τότε ζεις για τον τίτλο του ποιητή και όχι για την ουσιαστική ποιητική ταυτότητα. Ποίηση έχουμε όταν τα πράγματα της ψυχής μας διαπερνούν, μας ενοχλούν και μας αποκαλύπτουν υπερβάσεις. Στο βασίλειο των λέξεων βρίσκονται τα ποιήματα που περιμένουν να γραφτούν, λέει σ’ ένα ποίημά του πάλι ο Οκτάβιο Παζ. Ποίημα είναι μια σύνθεση που φτάνει στα άκρα της γλώσσας, ξεπερνά το υπαρκτό και κοιτάζει τη ζωή από την άλλη πλευρά, καταλήγει ο Ντίνος Σιώτης.

Ακόμα: ποιήματα από Έιμυ Κλάμπιτ, Ραμόν Λόπες Βελάρδε, Γιόργκεν Λετ, Γιώργο Μπλάνα, Μάνο Στεφανίδη, Άννα Πετροπούλου, εκτενή κείμενα από Λίζα Ρος Σπάαρ [Υπερθέρμανση της παγκόσμιας ποίησης], Έλεν Βέντλερ [Σημειώσεις πάνω σ’ ένα ποίημα], Τζέι Παρίνι [Οι σχέσεις των ποιητών έχουν να κάνουν με κάτι περισσότερο από το άγχος], παλαιότερες συνεντεύξεις με Γιάννη Βαρβέρη και Έκτορα Κακναβάτο κείμενα από Χρήστο Οικονόμου, Ξενοφώντα Μπρουντζάκη, Γιάννη Παλαβό,  συνομιλία μεταξύ Ζέφης Δαράκη και Έλσας Κορνέτης και μεταξύ Δημήτρη Καλοκύρη και Γιάννη Ζέρβα, εκτεταμένες κριτικές αλλά και «μικρογεύματα». Ο Ρήγας Καππάτος, τέλος, μεταφράζει William Wordsworth και Edgar Alan Poe [Το κοράκι, Οι καμπάνες], αφιερώνοντας και ειδικό κείμενο για την μετάφραση των τελευταίων.

Έχω την ιδέα ότι κάθε ποιητής άξιος του ονόματός του είναι σε αντιδικία με το σύμπαν. Αυτό σημαίνει πως είναι ανατρεπτικός. Γιατί κόσμος δεν είναι ο κάλλιστος των δυνατών κόσμων, δεν είναι καλλιεπής έλεγε ο Νίκος Καρούζος εικοσιένα χρόνια πίσω. Αναρωτιέμαι σήμερα ποιοι ποιητές είναι σε αντιδικία με αυτό τον κόσμο. [240 σελ.]

Στις φωτογραφίες: Alejandra Pizarnik, Dylan Thomas.

Κόρμακ ΜακΚάρθυ – Πεδινές πολιτείες

Στην κόψη όλων των συνόρων

Σε πρόσφατη συλλογή διηγημάτων  ο Κάρλος Φουέντες τροχιοδρομεί τις τραγικές του ιστορίες γύρω από την συνοριακή γραμμή ΗΠΑ– Μεξικό. Όπως στα «Κρυστάλλινα Σύνορα» (εκδ. Καστανιώτη, 2010) έτσι κι εδώ, η ίδια μεθόριος δεν αποτελεί απλώς ένα εύθραυστο συμβολικό και κοινωνικό όριο αλλά κι έναν καθοριστικό παράγοντα του ψυχισμού των χαρακτήρων. Στο τελευταίο μέρος της Τριλογίας των Συνόρων, οι Τζων Γκρέηντυ Κόουλ και Μπίλλυ Πάρχαμ, πρωταγωνιστές αντίστοιχα των δυο προηγούμενων μερών της (Όλα τα Όμορφα Άλογα, Το Πέρασμα), βρίσκονται ενωμένοι με δεσμούς φιλίας. Έχουν επιστρέψει μόνοι τους, σωματικά και ψυχικά ράκη: ο πρώτος έχοντας περάσει δια πυρός και σιδήρου (και κυριολεκτικά) για την αγάπη μιας γυναίκας, ο δεύτερος κουβαλώντας τη σωρό του αδελφού του ύστερα από πολλαπλά λουτρά αίματος.

Οι δυο νέοι αρχίζουν να ξαναζούν συμφιλιωμένοι με την απώλεια αλλά και απολύτως βέβαιοι για την ζωή που θέλουν να ζήσουν: επιλέγοντας την ευφρόσυνη συμμαχία και την τίμια αντιμαχία με την φύση και τα ζώα. Ο εκτροχιασμός της μοίρας μοιάζει αναπότρεπτος, λες και όλα οδηγούν προς αυτόν: είναι θέμα χρόνου ο Κόουλ να συναντηθεί με την επιληπτική πόρνη Μαγδαληνή, να θέλει να την εντάξει στη Νέα του Ζωή και να φτιάξουν τον δικό τους κόσμο, μακριά από τον δυνάστη της. Η μετωπική σύγκρουση των δυο διαμετρικά αντίθετων κόσμων στην τροχιά του μαχαιριού είναι προδιαγεγραμμένη – σαν «Το όνειρο των ηρώων» του Κασάρες. Εδώ άλλωστε το κίνητρο είναι κάτι περισσότερο από τον έρωτα: πρόκειται για την σωτηρία ενός ανυπεράσπιστου πλάσματος, για μια προσωπική αποστολή ενός μάρτυρα που γνωρίζει το ενδεχόμενο αυτοκαταστροφής. Ο Πάρχαμ αντιλαμβάνεται την ασύμβατη τροπή των πραγμάτων αλλά θα σταθεί δίπλα του, πιστός στην αρχή της φιλίας, μια από τις αρχές που τιμούν ετούτοι οι έφιπποι περιπλανώμενοι.

Παρά την γλωσσική και μυθοπλαστική απογύμνωση ο συγγραφέας αποφεύγει να γλιστρήσει σε μελόδραμα. Διοχετεύει μια απαστράπτουσα λυρικότητα στις περιγραφές του περιβάλλοντος και προκρίνει την εξουθενωτικά λεπτομερή, νατουραλιστική απόδοση του αμεσότερου περίγυρου. Υπάρχει κάτι το αρχέγονο σ’ αυτές τις ιστορίες ζωής και θανάτου που σχεδόν εξαφανίζει την όποια χωροχρονική τους πλαισίωση. Οι εσχατιές της γης απλώς ζωγραφίζουν το φόντο τους και ζωγραφίζονται από τα συναισθήματά των ηρώων. Διόλου τυχαία άλλωστε οι εικόνες του φυσικού τους κόσμου συχνά χάνουν την «υλική» τους υπόσταση και μεταλλάσσονται σε φασματικές αντανακλάσεις της ιδιαίτερης φαντασίας του καθενός.

Οι ακαριαίοι διάλογοι περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, αφήνοντας χώρο σε μια βασιλική σιωπή. Έτσι κι αλλιώς στον κόσμο αυτών των ηρώων είναι οι πράξεις που έχουν σημασία· οι σκέψεις φεύγουν σαν τον αέρα των ερήμων ενώ τα γεγονότα μένουν όταν κατακάτσει η σκόνη. Οι όποιες επιγονικές αναφορές στον Φώκνερ είναι συζητήσιμες – εδώ αναπνέουν περισσότερο τα γουέστερν του Τζον Φορντ, ο μινιμαλισμός του Σαμ Σέπαρντ, τα αχρονικά σύμπαντα του Σαραμάγκο, οι μαγικές περιγραφές του Έσσε και οι ανανεωτές του αμερικανικού μυθιστορήματος (στους οποίους άλλωστε κατά καιρούς καταχωρείται ο Μ.). Αν όμως οι τελευταίοι διατρέχουν τους ερημότοπους του σύγχρονου ανθρώπου, αυτός μοιάζει να βρίσκεται ανέκαθεν εκεί, στα διαχρονικότερα τοπία της ανθρώπινης περιπέτειας.

Οι αληθινοί άνθρωποι βρίσκονται στο δρόμο, έχοντας πάντα ιστορίες να διηγηθούν και ετούτοι οι ερημίτες (ιδιότητα που υπήρξε δεύτερη φύση για τον συγγραφέα) τις κυνηγούν σαν άλλα θηράματα. Στις Πεδινές Πολιτείες (ευαγγελική αναφορά στα Σόδομα και τα Γόμορρα που απλώς επισφραγίζει την διάχυτη βιβλική αίσθηση) το κακό δεν αφανίζεται ποτέ κι έχει εξίσου ανθρώπινη μορφή. Στο τέλος ο γηραιός Μπίλλυ διηγείται την ιστορία του σε κάποιον άγνωστο οδοιπόρο: το βάλσαμο της αφήγησης απλώς γλυκαίνει την ματαιότητά ενός κόσμου που εξ’ ορισμού δεν μπορεί να γίνει καλύτερος.

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. Αλέκος Μπενρουμπής, σελ. 364 [Cormac McCarthy, Cities of the Plain, 1998].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο: To the valley below…