Νόρμαν Μανέα – Η επιστροφή του χούλιγκαν

Η δικαίωση της εξορίας

στο ανοιξιάτικο Βουκουρέστι του 1986 η αθλιότητα είχε φτάσει σε επίπεδα για τα οποία οποιοσδήποτε σαρκασμός δεν ήταν πλέον αρκετός. Ούτε τα όνειρα δεν κατάφερναν πια να επιβιώσουν στα υπόγεια του βυζαντινού σοσιαλισμού. Αντιμέτωπος με τη μοίρα, ο συγγραφέας δεν είχε άλλη επιλογή παρά να γίνει ο ίδιος κάποιο φανταστικό πρόσωπο μέσα από τα βιβλία του ή να εξαφανιστεί ολοκληρωτικά.  (σ. 150)

O Μανέα δοκίμασε και τα δυο. Καθόρισε την αιχμαλωσία του ως ελευθερία και φαντάστηκε τον εαυτό του «ως κάτοικο μιας γλώσσας και όχι μιας χώρας». Η γλώσσα πράγματι υπήρξε «το αληθινό του σπίτι, μια μορφή νομιμοποίησης, η πραγματική πολιτογράφησή του» σε μια ζωή ανυπαρξίας χώρου και χρόνου, από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και την «πιο ασυνήθιστη σοσιαλιστική καινοτομία: την κρατική ιδιοκτησία του χρόνου, ένα αποφασιστικό βήμα προς την ιδιοκτησία των ανθρώπινων όντων» ως την φυγή στην Αμερική.

Στην αρχή της δεκαετίας του 80, και το γράψιμό μου είχε καταντήσει κουρέλι γεμάτο τρύπες και δεν κατάφερνε πια να σκεπάζει τη μιζέρια του τσίρκου. Η καινούργια φρίκη δεν αντικατέστησε την παλαιά, αλλά την αφομοίωσε: συνεργαζόταν. Όταν έκανα την ανακάλυψη αυτή δημόσια, βρέθηκα έξω από την αρένα. Τα μεγάφωνα γάβγιζαν, επαναλαμβάνοντας: ξένε, ξένε, ξενιτεμένε, μιαρέ, αντί… Είχα αποδειχθεί και πάλι ανάξιος της Πατρίδας… (σ. 45)

Συνεργάτης στο σχέδιο της παγκόσμιας ευτυχίας, ο Μανέα βρέθηκε στα εργοτάξια του Πλοϊέστι, στους άμβωνες των προπαγανδιστικών εορτασμών και στις αίθουσες των συνεδριάσεων (μοναδική λέξη στο λεξικό της νέας πραγματικότητας). Παγιδεύτηκε σε προνομιακά περιβραχιόνια που αργότερα αποποιήθηκε, στην λασπώδη κοινωνική πλήξη και την σκηνοθετημένη ομαδική ύπνωση. Μοναδική ατομική άμυνα σ’ εκείνη την συλλογική φάρσα απαλλαγής από την προσωπικότητα αποτελούσε η εσωτερική ζωή, μαζί με τον … μεσημβρινό ύπνο στο μικρό συμπιεσμένο κρατικό διαμέρισμα, πριν από τον δίωρο τηλεοπτικό παραλογισμό του Λευκού Κλόουν της Εξουσίας που μαζί με τον Τρελοαυγουστίνο αποτελούν τους δυο αρχετυπικούς χαρακτήρες της ανθρώπινης γελοιότητας: τον Δικτάτορα και τον Καλλιτέχνη, ήδη αντικείμενα του δοκιμιακού εργαστηρίου του συγγραφέα (βλ. εδώ). Το 1986 τα συμπτώματα της ραδιενέργειας δεν ήταν ισχυρότερα από εκείνα της καθημερινότητας.

Ο απογευματινός ύπνος, η σιέστα με την οποία ο απαθής σοσιαλισμός δείχνει την ανωτερότητά του μπροστά στην εκφυλισμένη Δύση. Μετά τον ύπνο η χαλαρή συζήτηση, η νευρωτική τρέλα των δυο ωρών της τηλεόρασης, με τον Κλόουν που τραυλίζει παίζοντας το ρόλο του προέδρου: ακόμα μια μέρα χωρίς επιστροφή. Το γεγονός Τσερνόμπιλ μεγιστοποίησε τις αβεβαιότητες. Με ένα διεστραμμένο τέχνασμα θα έπρεπε να χαστουκίσει κανείς την οποιαδήποτε μικροσκοπική, αργόστροφη αίσθηση της ελπίδας. Πονοκέφαλοι, πόνος στα μάτια, ταχυπαλμίες, τάση για εμετό; Αυτά ήταν συμπτώματα καθημερινότητας, όχι ραδιενέργειας. Ήταν απόβλητα που έχουν εισχωρήσει δεκαετίας στα σώματα και στις ψυχές. Την ανάγκη του άλματος στο κενό την αισθάνθηκαν πολλοί και από παλιά, αλλά η δύναμη της απάθειας είναι αμείωτη. (σ. 125)

Ο τρόμος της παραμονής συναγωνίζεται με τον δισταγμό της φυγής, που μοιάζει «σκάλα διαφυγής, έξοδος κινδύνου, τελευταία λύση». Και ξαφνικά, λίγο μετά την αμερικανική δεκαετία, προσκαλείται στην πατρίδα. Τι θα μπορούσε να περιμένει ο χαρακτηρισμένος αλλοδαπός, ετερόδικος και προπαντός χούλιγκαν (όρος που κάλυπτε κάθε αποκλίνουσα συμπεριφορά ή «προσβολή του ρουμανικού λαού») εκτός από την επιβεβαίωση της διπλής εξορίας; Εδώ υπάρχει περισσότερος φόβος (για δεσμούς από τους οποίους δεν έχει ακόμα ελευθερωθεί), περιέργεια (πώς θα τον δεχτούν «με τις δάφνες της εξορίας και τις κατάρες της πατρίδας»), αγωνία (να σκοτωθεί «ο δράκος του παρελθόντος»), «η τυραννία της συναισθηματικότητας» και η ενοχή που τον ακολουθούσε πάντα: ή επειδή δεν έφυγε νωρίτερα ή επειδή έφυγε – έστω καθυστερημένα.

Απλή και σαφής, η γλώσσα του Κόμματος παρέμεινε παρ’ όλα αυτά κωδικοποιημένη. Η ανάγνωση ανάμεσα στις γραμμές είχε γίνει κανονική πρακτική. Το βάρος των επιθέτων, η βία των ρημάτων, το μήκος του επιχειρήματος έδειχναν πόσο σοβαρή ήταν πραγματικά η κατάσταση και πόσο αυστηρή επρόκειτο να ήταν η θεραπεία. Οι σύντομες ανακοινώσεις για τις συνεδριάσεις του ηγέτη μας με τους δυτικοπευρωπαϊκούς πολιτικούς ή με τους ηγέτες της ανατολής ή με τον Σοβιετική πρεσβευτή στο Βουκουρέστι, επέτρεψαν στους εραστές των γρίφων και των σταυρόλεξων α διερευνήσουν και να καταλάβουν τις καββαλιστικές έννοιες των όρων: «εγκάρδιο», «συντροφικό», «θερμή φιλία», «αμοιβαία εκτίμηση και συμφωνία»… (σ. 179)

O συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του με διαδοχικές μνημονικές παλινδρομήσεις, διαπερνώντας απαγορευμένα ζητήματα, όπως η ευθύνη των Ρουμάνων διανοούμενων, ακόμα και δασκάλων του έθνους (μετά την δημοσίευση άρθρου για τον Μίρτσεα Ελιάντε οι εφημερίδες της Καινούργιας Δημοκρατίας τον κατηγόρησαν για βλασφημία και προδοσία) ή το βιαστικό δημοκρατικό λούστρο της μετακομμουνιστικής Ρουμανίας που υποκρύπτει παλαιότερους φασιστικούς χρωματισμούς (Κοντρεάνου, Αντονέσκου, Σιδηρά Φρουρά, ρατσισμός, αντισημιτισμός). Αυτός ο εσαεί παρείσακτος – ανεπιθύμητος και μόνο λόγω ιδιότητας, προέλευσης ή του ορθού (του) λόγου, μεταθανάτιος ναυαγός σε τόπους που δεν τον γεμίζουν, αποποιείται την στάμπα του θύματος (που χαρακτηρίζει πλείστους ομοιοπαθείς συγγραφείς και ήρωες), την περιχαράκωση στα γκέτο της ταυτότητας (και ποιας απ’ όλες άραγε;), την χρέωση της ιδιότητας του εχθρού στο πρόσωπο του Άλλου και αναθυμάται το μήνυμα του Γκομπρόβιτς, όταν ήταν κι εκείνος εξόριστος στην Αμερική («Να μείνεις πάντα ξένος»), βέβαιος πια πως η Οδύσσεια παραμένει εσαεί ανοιχτή και η «Μύηση» δεν τελειώνει ποτέ.

Είχα βρει τελικά το αληθινό σπίτι μου, την αληθινή κατοικία μου. Η γλώσσα υποσχέθηκε όχι μόνο την αναγέννηση, αλλά και μια μορφή νομιμοποίησης, την πραγματική πολιτογράφηση και την πραγματική ταυτοποίηση. (σ. 237)

Εκδ. Καστανιώτη, 2010, μτφ. Ελευθερία Πρέντα – Ζήκου, σ. 446 [Norman Manea, Intoarcerea huliganului, 2003].

Με προστάτεψε πραγματικά, όπως ήλπιζα, η αναλυτική γεωμετρία, η αντίσταση των υλικών, η κατασκευή των κτηρίων και η μηχανική των ρευστών από τη δημαγωγία ου υπήρχε γύρω ή από τα ρήγματα στο μυαλό μου; Το σχολείο της υποκρισίας, το σχολείο της διασπασμένης προσωπικότητας και η σχιζοφρένεια έβαλαν τη συλλογική ιστορία βαθιά μέσα στην προσωπική ιστορία…. (σ. 236)

Στην τελευταία φωτογραφία: κτίρια στο Βουκουρέστι.

Νικ Χόρνμπυ – Η Τζούλιετ γυμνή

Ροκ μύθος, ιδιωτικός θρήνος

Είχαν και οι τρεις τους την ίδια ανάγκη για το άγνωστο, την ίδια υποψία ότι όταν ένα μουσικό κομμάτι αγαπιέται από μεγάλο αριθμό ανθρώπων, χάνει την αξία του, με κάποιον περίεργο τρόπο. (σ. 210)

Βαθύς γνώστης της νεανικής κουλτούρας και του ροκ, ο Χόρνμπι καταδύεται στην μυθοποίηση που συνοδεύει μουσικές προτιμήσεις και μανίες. Το παραμύθιασμα δεν γνωρίζει ηλικίες και ο μεσήλικας Ντάνκαν εμπλέκεται παθολογικά με τον Τάκερ Κρόου, μουσικό του ’80, η ιστορία του οποίου περιέχει παν μυθοποιητικό στοιχείο: έναν μνημειώδη δίσκο («Τζούλιετ»), τον σπαρακτικό χωρισμό από την γυναίκα – μούσα και την οριστική «εξαφάνισή» του.

Θα περίμενε κανείς στην εποχή της διαδικτυακής πληροφοριο-κρατίας να μην υπάρχει χώρος για τέτοιες ιστορίες: τίποτα δε μένει αφώτιστο από τα πίξελ. Κι όμως! Το ίδιο το ίντερνετ, μέσω της συνάθροισης των φανς, μπορεί όχι απλώς να γιγαντώνει μύθους αλλά και να τους διασπέρνει σε απειράριθμες εκδοχές. Οι αυτοαποκαλούμενοι Κροουολόγοι συγκατοικούν στα λάπτοπ, αναγνωρίζουν ακόμα και αιρέσεις στο δόγμα τους, αναζητούν το εξαφανισμένο είδωλο, εικάζουν σχετικά με την σιωπή και τον δημιουργικό του θάνατο. Με την απρόσμενη κυκλοφορία μιας πρωτόλειας ακουστικής έκδοσης του δίσκου επιδίδονται στην ενδελεχή ανάλυση και υπερθεματισμό του, με εξαίρεση την Άννι. Σύντροφος του Ντάνκαν σε μια κουρασμένη σχέση που διατηρείται συγκολλημένη λόγω κοινών γούστων και απέχθειας για την κωμόπολή τους, είναι η πρώτη που διαρρηγνύει τον μύθο με μια ψύχραιμη κριτική. Κι ο Κρόου αυτοπροσώπως την δικαιώνει μέσω μέιλ!

Ο Χόρνμπι σαρκάζει χαϊδευτικά τους εμμονικούς της ροκ μυθολογίας που επιδιώκουν να ζήσουν τη (απολαυστικότερη;) ζωή κάποιου άλλου. Οι εκστατικοί υμνολόγοι της Τζούλιετ εκτίθενται καθώς η γυμνή εκδοχή της αποκαλύπτει έναν «αδυσώπητο χαρακτήρα απέχθειας». Ο χώρος μεταξύ Ντάνκαν και Άννι δεν καταλαμβάνεται πλέον, σαν κομματάκι ενός παζλ, από τον Τάκερ, αλλά μένει κενός. Εκείνη έχει να αντιμετωπίσει μια δεύτερη κενή συνύπαρξη: με αφορμή την οργάνωση μιας έκθεσης στο μικρό μουσείο όπου εργάζεται και την συμμετοχή των κατοίκων με κατάθεση ασήμαντων εκθεμάτων, συλλογίζεται πάνω στη σπατάλη του ανθρώπινου δυναμικού στον οποιοδήποτε μικρόκοσμο. Αναζητά απεγνωσμένα τον ενεστώτα χρόνο όταν όλοι μιλούν ασταμάτητα στον παρατατικό.

Ο Τάκερ, με πέντε παιδιά από τέσσερις διαφορετικές γυναίκες, προτιμά να αυτοσαρκάζεται παρά να ωριμάσει συναισθηματικά, ενώ σαστίζει με την εμμονή της σύγχρονης κοινωνίας για τον φυσικό πατέρα, προτιμώντας την ιδέα των τρυφερών πατριών των παιδιών του (από τους οποίους αισθάνεται ούτως ή άλλως κατώτερος). Ακόμα και στη νοσοκομειακή κλίνη, όπου γύρω του μαζεύεται «η ζωή του» περισσότερο αισθάνεται ως ο ηγέτης μιας θρησκευτικής κοινότητας ανασφαλών πιστών· μια άχρηστη καλλιτεχνική φύση χωρίς τελικό προϊόν, ένας πρώην «κάτι» που χαράμισε τα ταλέντα του και έχασε την ζωή μέσα από τα χέρια του. Η ζωή και η καριέρα του συνεχίζονται μόνο στο Google, όπου κανείς δεν ξεχνιέται. «Ίσως πρέπει να γράψεις ο ίδιος τη σελίδα σου στη Βικιπαίδεια, ώστε τα παιδιά σου να ξέρουν κάτι για σένα» του λέει μια κόρη του. Όμως η διαδικτυακή του εικόνα τον απέτρεπε να ξαναβγεί στον κόσμο. Όταν ο μύθος του ήταν τόσο συναρπαστικός, πώς να εμφανιστεί ως καλοξυρισμένος διοπτροφόρος πατέρας; Δικαιούται ένας ροκ μουσικός να ζει σαν δημόσιος υπάλληλος; Προτίμησε την εικόνα ενός σαλεμένου ερημίτη, αλλάζοντας «θέσεις» με κάποιον αγρότη.

Το αποστειρωμένο μάτι ενός καρχαρία – το σπουδαιότερο θέλγητρο της έκθεσης – συνοψίζει τους περίκλειστους μικρόκοσμους των κατοίκων (ο καθένας ζει στο παραμύθι του κόσμου του) αλλά και την συνειδητοποίηση πως το ζευγάρι δέθηκε ακριβώς εξαιτίας της περιφρόνησής για όλα αυτά. Η μονολογούμενη φράση «Φτάνει πάντοτε μια στιγμή που βρίσκεσαι αντιμέτωπος με τις αυταπάτες σου, συνειδητοποιώντας πόσο αξιολύπητες είναι» εκφράζει και τους τρεις. Κι όταν αυτοί συναντιούνται, οι ειρωνείες διασταυρώνονται: ο Ντάνκαν γνωρίζει περισσότερα για τον Τάκερ απ’ ότι ο ίδιος («θέλω να δω πόσα ξέρω για την ίδια μου τη ζωή»), ο τελευταίος θα παίξει στην επαρχιακή έκθεση, η Τζούλι δεν του ήταν καν συμπαθής, ο δίσκος περιείχε ψέματα. Η σχέση του με την Άννι παρά την προ-οργασμική θλίψη και τον συνεχιζόμενο εθισμό στην διαδικτυακή επικοινωνία θρέφει αποφάσεις: εκείνη θα φύγει κι εκείνος θα ξαναδημιουργήσει, ακόμα κι αν «προδώσει» τους φανς. Τουλάχιστο αυτή τη φορά κανείς δεν θα προδώσει τον εαυτό του.

Πάλι έπιασε το κατάλληλο πόστο ο Νικ. Ακριβώς ανάμεσα στη μυθοποίηση και την απομυθοποίηση του ροκ.

Εκδ. Πατάκη, 2009, μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου, σελ. 385 (Nick Hornby, Juliet Naked, 2009).

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.