Κώστας Μαυρουδής – Η ζωή με εχθρούς και άλλα κείμενα

Τα στάσιμα μιας ανεξάντλητης πνευματικής περιπλάνησης

Αν ο συγγραφέας οφείλει να φωτίζει τις πλευρές εκείνες του καθημερινού, που είναι λιγότερο προφανείς και με τη μεταφορά τους να τις ανάγει σε λογοτεχνική αντίληψη όπως γράφει ο ίδιος ο Μαυρουδής (εδώ με αφορμή μια μυστική γλώσσα εντός της Μπαλζακικής Ευγενίας Γκραντέ), τότε ο εν λόγω τόμος αποτελεί έναν πλήρη φωτεινό θάλαμο εμφάνισης (στη μνήμη), προβολής (στην πραγματωμένη λογοτεχνία και τέχνη) και εκτύπωσης (στην σύγχρονη πραγματικότητα) όλων αυτών των πλευρών, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα προγενέστερα πεζόμορφα έργα του ποιητή. Πρόκειται για κείμενα δημοσιευμένα στις πίσω σελίδες του Δέντρου (1985 – 1995), και σε άλλα περιοδικά και εφημερίδες, ορισμένα από τα οποία έχουν συμπεριληφθεί σε παλαιότερη έκδοση (Δελφίνι, 1988). Η αναθεωρημένη και επαυξημένη έκδοσή τους πιστώνεται στην πεποίθηση του συγγραφέα πως κάθε κείμενο τελικά επιδέχεται ποικίλες αναψηλαφήσεις και πως κάθε ανάγνωση απειλεί να συμπληρώνει εσαεί το «ολοκληρωμένο» αλλά πάντα δεκτικό σε «βελτιώσεις» κείμενο, πόσο μάλλον όταν η μεταγενέστερη στάθμιση αλλά και φυσική ωρίμανσή του το καθιστά φρέσκο και επαναναγνώσιμο.

Η θέση σε λειτουργία όλων των μνημονικών, συνειρμικών και συγκινησιακών τροχών της ύπαρξης, που περιπλανώνται τόσο πάνω σε ένα περίτεχνα ανθολογημένο παρελθόν όσο και ένα ζοφερότερο παρόν, μπορεί να έχει ως αφετηρία της οποιαδήποτε καθημερινή εικόνα, τυχαία πρόταση, κινηματογραφική σκηνή, λογοτεχνημένη σελίδα, μουσική φράση, ταξιδευτική ανάμνηση. Και να σκεφτεί κανείς πως αυτό ακριβώς το μνημονικό φορτίο – και κυρίως η απουσία του – είναι που καθιστά την παιδική ηλικία ως μια αναπότρεπτη πατρίδα κι έναν συνεχή τόπο επιστροφής του Μαυρουδή. Ο λόγος του ούτως ή άλλως διαπερνά τις μεθορίους της αυτοβιογραφικής, κριτικής, ημερολογιακής, δοκιμιακής, αφοριστικής, αφηγηματικής, ρεαλιστικής, φιλοσοφικής και ταξιδιωτικής γραφής. Οι δύσβατες πορείες των λογοτεχνικών περιοδικών, οι ποιητές που πηγαίνουν να διαβάσουν τα ποιήματά τους σε απομακρυσμένους τόπους, τα συναισθήματα που προκαλούν σημειώσεις και αφιερώσεις πάνω στα μεταχειρισμένα βιβλία, οι υπογραμμίσεις φράσεων που μας αιφνιδίασαν τερπνά κατά την ανάγνωση ενός βιβλίου (ένα κριτήριο για την αξία του;), μνήμες σιδηροδρομικών ταξιδιών και οδικών περιπλανήσεων, μια πινακίδα που δεν απλοποιεί έναν τύπο γραφής αλλά προσθέτει σε αυτόν, τα πάντα έχουν την διακεκριμένη θέση τους εδώ, μέχρι και μια γενναία γενεαλογία του εστετισμού, ισόποσα μοιρασμένη ανάμεσα στην αυτοσαρκαζόμενη αυτοβιογράφηση και την ευγενή αποποίηση.

Ιδιαίτερο στοιχείο στο κειμενικό πανόραμά του Μαυρουδή αποτελούν οι παλαιότερες και νέες αναγνώσεις της σπουδαίας λογοτεχνίας, στις οποίες ταξινομούνται, όπως αναφέρει ο ίδιος (αυτή τη φορά με αφορμή ένα κείμενο του Ρολάν Μπαρτ), συγγενή αισθήματα και επιβεβαιώνονται παραστάσεις του δικού του βλέμματος, με τις οποίες έχει συναντηθεί στο παρελθόν και τώρα τις βλέπει ως κρυσταλλώσεις ενός ξένου λόγου. Τα γραπτά αυτά μνημεία που ακτινοβολούν μια «εκθαμβωτική πνευματικότητα» επανέρχονται μέσω μιας σύγχρονης ανάγνωσης αλλά και των συναισθημάτων που προκάλεσαν και αναψηλαφώνται με νέες οπτικές και προβληματισμούς, είτε πρόκειται για την ανίχνευση των σκέψεων και των βλεμμάτων του Θανάτου στη Βενετία κατά την βισκοντική του μεταφορά, είτε για την διαπίστωση στον κατά Τσβάιχ Κόσμο του Χθες ενός υψηλού ευρωπαϊσμού (με την έννοια ενός κοινού αλφάβητου ανθρωπιστικού και αισθητικού πνεύματος) αλλά και ενός πνεύματος μιας πρώιμης παγκοσμιότητας

Από την άλλη πλευρά, δεν θα μπορούσε ούτε τώρα να λείπει η αμείλικτη, απολαυστικά σαρκαστική παρατήρηση των σύγχρονων εθνικών ηθών. Με κάθε ευκαιρία οι ακλόνητες εθνικές, φυλετικές και προσωπικές βεβαιότητες και μύθοι που χαρακτηρίζουν την νεοελληνική συνθήκη, την εθνική Ιστορία και την «κοινή γνώμη» υφίστανται ανελέητες ρηγματώσεις, όπως άλλωστε και κάθε δόγμα που με τις τακτικές του μας εμποδίζει να δούμε κριτικά τον κόσμο (όπως λόγου χάρη η παραμυθία της θρησκευτικότητας). Και εδώ ο εντοπισμός παραλληλισμών, π.χ. στη σκέψη του Λαμπεντούζα όσον αφορά τον λαό που πιστεύει πως είναι τέλειος και η ματαιοδοξία του οποίου είναι ισχυρότερη από την εξαθλίωσή του, ενώ κάθε ξένη παρέμβαση διαταράσσει την φαντασίωση της κατεκτημένης τελειότητας, δεν μπορεί παρά να είναι ερεθιστική, όπως και, αλλού, η ευθύβολη απορία Ευρωπαίου ελληνιστή παραθεριστή: Είστε ένας καφκικός, ένας καταδιωκόμενος λαός ή μήπως μια ασήμαντη ζωή με εχθρούς αποκτά σοβαρότερο περιεχόμενο;

Πάντα επιφυλακτικός απέναντι στον άνευ ορίων μοντερνισμό, την αφαίρεση και την νεωτερικότητα, ο Μαυρουδής διατηρεί έναν λόγο πεντακάθαρο και σαφή, διαρκώς εμπλουτιζόμενο από ένα ανεξάντλητο θησαυροφυλάκιο λέξεων και εκφράσεων. Επιλέγοντας τη μορφή των μικρόσχημων λεκτικών αρχιτεκτονημάτων υπαινικτικού λόγου, διαβρωτικού χιούμορ και αφοριστικής διάθεσης μας οδηγεί άμεσα και ακαριαία στην επιφάνεια μιας ποιητικής ατμόσφαιρας και στον βυθό ενός αποσταγμένου νοήματος. Τα πάντα μπορούν να μετατραπούν σε «είδη μικρών πνευματικών περιπετειών», πολύ περισσότερο όταν μπορούν να οδηγήσουν στη συνομιλία αισθημάτων και αισθητικής, στον εντοπισμό της αναντίλεκτης ομορφιάς, σε αστείρευτους προβληματισμούς περί τέχνης και γραφής, σε εικαστικές αποδόσεις των υπαρξιακών βασάνων.

Αν ό,τι απομακρύνεται είναι ποίηση τότε ό,τι καταγράφεται αξίζει επανανάγνωση. Και αντιστρόφως θα προσθέσω: οτιδήποτε αξίζει να ειπωθεί και να ξαναδιαβαστεί, πρέπει και να καταγράφεται. Έτσι ο ποιητής, που γίνεται ικανός πεζογράφος, εξοφλεί το χρέος προς ό, τι παρήλθε, ασκούμενος συγχρόνως στην τέχνη του να θυμάται.

Εκδόσεις Μελάνι, 2008, σελ. 308.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 91, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2010 (κυκλοφ. 21.2.2011). Στην τελευταία φωτογραφία ένας εκ των εκλεκτικών συγγενών – συνομιλητών του συγγραφέα (Στέφαν Τσβάιχ).

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 39. Γιώργος Χ. Θεοχάρης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μέλβιλ, Πάστερνακ, Στεντάλ, Γιόζεφ Ροτ, Τσβάιχ, Πόε, Χένρυ Μίλερ, Καλβίνο, Παβέζε, Λαμπεντούζα, Κάρσον ΜακΚάλερς, Φράνκ ΜακΚόρτ, Σάλιντζερ, Αχμάτοβα, Μπόρχες, Ζόρζ Περέκ, Μπενζαμέν Περέ, Σελίν, Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης, Θεοτόκης, Βουτυράς, Άρης Αλεξάνδρου, Μέλπω Αξιώτη, Λορεντζάτος, Ε. Χ. Γονατάς, Γιάννης Πάνου, Παπαδημητρακόπουλος, Γκόρπας, Δάλλας, Μέσκος, Γκανάς.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

«Το γεφύρι στο Δρίνο» του Ίβο Άντριτς, «Ο κόσμος του χθες» του Στέφαν Τσβάιχ, «Κοντά στην άγρια καρδιά» της Κλαρίσε Λισπέκτορ,

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Ο Μπαλάφας στον Παράδεισο» του Δημοσθένη Βουτυρά, «Οι καρφίτσες» του Όμηρου Πέλλα, «Το άλλοθι» του Ντόλη Νίκβα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο νέος ποιητής Γιάννης Δούκας για την ωριμότητα της ποίησής του στο βιβλίο του «Στα μέσα σύνορα» που μόλις κυκλοφόρησε.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ετιέν στο «Ζερμινάλ» του Ζολά.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει στον χώρο της επαγγελματικής μου απασχόλησης, αλλά και σε δωμάτια ξενοδοχείων καθώς και σε κάμπινγκ.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τους στίχους σας;

Σημειώνω οπουδήποτε κι αν βρεθώ, εφ’ όσον μου δοθεί το ερέθισμα, γράφω όμως, αποτελεσματικότερα, στο τραπέζι της κουζίνας του σπιτιού μου, απ’ όπου αντικρίζω την ευεργετική εικόνα της θάλασσας του Κορινθιακού, κάθε φορά που αφήνω το μολύβι για να συλλογιστώ.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω έχοντας εξασφαλίσει ησυχία, όταν όμως διεκπεραιώνω ζητήματα του περιοδικού που έχουν να κάνουν με κείμενα (διορθώσεις, αναδιάταξη της ύλης, κλπ) ακούω έλληνες συνθέτες, με πρώτη επιλογή τον Σταύρο Ξαρχάκο και ιδιαιτέρως το έργο του «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας».

Θα μας τιμήσετε με προσωπικές σας μινιατούρες παρουσίασης των βιβλίων σας;;

Η συλλογή «Πτωχόν Μετάλλευμα» εκδόθηκε από το περιοδικό Εμβόλιμον το 1990 με ποιήματα για τον έρωτα και το θάνατο καθώς και ποιήματα ποιητικής.
Η συλλογή «Αμειψισπορά» εκδόθηκε το 1996 από την Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λεβαδείας και περιέχει ποιήματα υπαρξιακά και ποιήματα ποιητικής, ακόμη μια φορά.
Η συλλογή «Ενθύμιον» κυκλοφόρησε το 2004 στις εκδόσεις Καστανιώτη και το περιεχόμενό της έχει να κάνει με την ευεργετική τυραννία της μνήμης.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Στο τέλος του 2010 από τις εκδόσεις Μελάνι κυκλοφόρησε η συλλογή «Από μνήμης». Στο μεγαλύτερο μέρος της αποτελείται από ποιητικές πρόζες ανασυρμένες, και πάλι, από το αποθετήριο της μνήμης, μια κήδευση νεκρών από τις μικρές προσωπικές τραγωδίες που συντελέστηκαν, ως μέρος του ελληνικού τραγικού όλου, στην αγροτική περιοχή της γενέτειράς μου στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Υπάρχουν επίσης και ποιήματα διακειμενικής συνομιλίας με έργα ποιητών.

Έχετε γράψει μόνο ποίηση; Η πεζογραφία πολεμάει καθόλου να σας πάρει με το μέρος της;

Μου είναι προσιτή η μικρή φόρμα. Ίσως στο μέλλον κατορθώσω σύντομα διηγήματα. Ωστόσο το 2010 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του βιβλιοπωλείου «Σύγχρονη Έκφραση», στη Λιβαδειά, το βιβλίο μου «Δίστομο 10 Ιουνίου 1944 – το Ολοκαύτωμα» που είναι το αποτέλεσμα έρευνάς μου δύο δεκαετιών σχετικά με το τραγικό γεγονός της Σφαγής από τους Γερμανούς στο Δίστομο της Βοιωτίας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Από το τέλος του 2008 είμαι συνταξιούχος του ιδιωτικού τομέα (εργάστηκα 35 χρόνια ως τεχνικός στην Μηχανολογική Συντήρηση του εργοστασίου παραγωγής αλουμίνας και αλουμινίου, στα Άσπρα Σπίτια) και απολαμβάνω την ευτυχία που μου προσφέρει η παρούσα κυβέρνηση με την αφαίρεση δύο συντάξεων κατ’ έτος και την κατακράτηση υπέρ ΛΑΦΚΑ μηνιαίως.

Εκδίδετε το λογοτεχνικό περιοδικό Εμβόλιμον, που έφτασε ήδη τα 60 τεύχη. Θα μας διηγηθείτε σχετικά με την εν λόγω περιπέτεια; Πώς σκεφτήκατε το όνομά του;

Τον Χειμώνα του 1988 επιχειρήσαμε –μια μικρή παρέα εργαζομένων στην βιομηχανία παραγωγής αλουμινίου που κάτι γράφαμε παράλληλα με τη βιοποριστική μας ενασχόληση- να παρεμβάλουμε και την δική μας ελάχιστη παρουσία στον συνωστισμό του έντυπου λόγου.
Την συντροφιά αποτελούσαν οι: Δημήτρης Φαφούτης, Μάνια Πάσσου, Αργύρης Λιόλιος, Δημήτρης Τζουβάλης, Δημήτρης Πρωταίος, Αρσινόη Τζουβάλη, Γιώργος Θεοχάρης, καθώς και η Άννα Μαρία Καρβώνη και ο Νίκος Ατζιάρας που ανέλαβαν την ευθύνη οργάνωσης των εκδηλώσεων και την οικονομική διαχείριση.
Στα χρόνια που ακολούθησαν επήλθαν οι αναγκαίες ρήξεις και αποχωρήσεις, όπως συμβαίνει σε κάθε περιοδικό. Κάποιοι έφυγαν γιατί διαφώνησαν, κάποιοι άλλοι γιατί συνταξιοδοτήθηκαν και έπρεπε να εγκαταλείψουν την πόλη (η τραγική μας μοίρα βλέπετε: μεταναστεύσαμε από τους τόπους της καταγωγής μας όταν πιάσαμε δουλειά και με τη σύνταξη μεταναστεύουμε ακόμα μια φορά προς τις γενέτειρές μας όπου πια δεν ξέρουμε σχεδόν κανέναν).
Έτσι στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού μετείχαν συν τω χρόνω και οι: Διονύσης Βυθούλκας, Νίκος Λαμπρόπουλος, Τάκης Κοντογιάννης και Νίκος Κελέρμενος.
Στην δυτική άκρη της Βοιωτίας, στον Κόλπο της Αντίκυρας, εκείνη την εποχή συμπληρωνόταν μία 25ετία έντονης βιομηχανικής δραστηριότητας και ξέραμε πως είχε αφήσει χαρακιές και σημάδια μέσα μας, έτσι ώστε να μπορούμε να ισχυριστούμε εντύπως, και συνεπώς δημοσίως, ότι ο χώρος στον οποίο ζούσαμε και δουλεύαμε δεν θα έπρεπε να συστήνεται στην ελληνική κοινωνία μονάχα με την τεχνολογική του ταυτότητα και την συνεισφορά του στο Α. Ε. Π., ούτε μονάχα με την εντύπωση από τις επιδράσεις της βιομηχανίας στο περιβάλλον και τον απόηχο των εργατικών και κοινωνικών αγώνων, αλλά και με ό,τι πνευματικό είχε να δώσει, με όποιους φθόγγους Λόγου μπορούσε να συλλαβίσει, με ό,τι «άφωνο» ποδοβολούσε μέσα στις ψυχές των κατοίκων.
Ονομάσαμε το περιοδικό Εμβόλιμον ακριβώς για να σηματοδοτήσουμε την πρόθεσή μας να εμβολίσουμε την αγκυλωτικήν αγκίστρωση της μικρής μας κοινότητας στους παγετώνες της βιομηχανικής μας καθημερινότητας.

Σε τι διαφέρει το Εμβόλιμον από τα άλλα λογοτεχνικά περιοδικά; Η έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού τι πνευματικές τέρψεις και τι βάσανα προσφέρει;

Ξεκινήσαμε θέλοντας κατ’ αρχήν να πείσουμε τους συντοπίτες μας για την αναγκαιότητα αυτής της εκδοτικής παρουσίας, ν’ αγγίξουμε τον ψυχισμό τους. Να μην θεωρήσουν το περιοδικό ξένο σώμα και το απορρίψουν.
Αφού το κατορθώσαμε, προχωρήσαμε σε πρόσκληση και παραίνεση, με κουβέντα πολλή, σε όσους ξέραμε πως είχαν γραπτά στο συρτάρι τους και τα κρατούσαν εκεί μη θεωρώντας τα σπουδαία. Τους καλέσαμε να ‘ρθούν μαζί μας, να τα δούμε μαζί, να μετρήσουμε την ποιότητα της συγκίνησης που θα προξενήσουν στην φιλική μας ανάγνωση και όσα διαλέξουμε να πάρουν θέση στις σελίδες του περιοδικού.
Ξεκινήσαμε λοιπόν κάνοντας τη σύμβαση πως ακόμη κι αν κάποια κείμενα είχαν αδυναμίες και εξ’ αιτίας τους το επίπεδο ποιότητας της ύλης χαμήλωνε, εμείς οφείλαμε να τα δημοσιεύουμε έχοντας την πεποίθηση πως μακροπρόθεσμα η επιλογή μας θα λειτουργούσε υπέρ της γραφής, επειδή είναι σημαντικό να πείσεις έστω και έναν συντοπίτη σου να βάλει στο χαρτί τις μνήμες και τα συναισθήματά του που στριμώχτηκαν σε άφωτους, μυστικούς χώρους, που καταχωνιάστηκαν σε κλειδωμένα συρτάρια αυτοεγκλεισμού από έλλειψη αυτοπεποίθησης.
Πιστέψαμε πως όταν ακούς τη σιωπή του διπλανού σου να χλιμιντρίζει και να σκάβει με τις οπλές την περίφραξη της ατολμίας, οφείλεις να του δείξεις μία διέξοδο, εκείνη που χαράσσει η πέννα, ώστε να βγει, ν’ ανασάνει στην άπλα της έκφρασης.
Πετύχαμε εκείνο το στοίχημα. Δεκάδες δημιουργοί από τον γεωγραφικό χώρο που ορίζεται στο πολύεδρο Άμφισσα – Λαμία – Θήβα – Λειβαδιά συντάχτηκαν μαζί μας και κάποιοι συνεχίζουν, αφού όλοι τους σιγά σιγά κατάλαβαν πώς οριοθετείται η γραμμή που χωρίζει την αγαθή προαίρεση από την ποιότητα της γραφής.
Φυσικά εξασφαλίζουμε συνεργασίες από λογοτέχνες δόκιμους, όμως δεν θέσαμε αυτή την επιλογή ως προτεραιότητα.

Η έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού προσφέρει χίλιες τέρψεις κι ένα, μονάχα, μεγάλο βάσανο: το διαρκές άγχος της εξασφάλισης πόρων για την έκδοση.

Το περιοδικό εκδίδεται στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας. Στα δικά μας αυτιά αυτό ακούγεται σαν μια απρόσμενη νησίδα πνευματικής αντίστασης. Πώς ανταποκρίνεται η ευρύτερη περιοχή; Εντάσσεται στην πολιτιστική ταυτότητα της εν λόγω περιφέρειας ή απλώς τυγχάνει να εκδίδεται στο μέρος όπου ζείτε;

Εντάσσεται, αναντίρρητα, και στηρίζεται από τους φιλαναγνώστες της πόλης και της επαρχίας μας. Γύρω από το περιοδικό δραστηριοποιείται η ομάδα των «Φίλων του Λόγου», οι οποίοι βοηθούν και στις πρακτικές εργασίες που προκύπτουν, π.χ. τοποθέτηση του περιοδικού στους φακέλους προκειμένου να ταχυδρομηθεί. Υπάρχει, εξάλλου, ένας πυρήνας φίλων, πλαισιούμενος και από άλλους που εναλλάσσονται κατά περίπτωση, που σταθερά παρακολουθούν τις παρουσιάσεις βιβλίων στο εντευκτήριο του περιοδικού. Σημειώστε ότι από το 1989 μέχρι σήμερα έχουν έρθει στο εντευκτήριό μας πάνω από 250 πεζογράφοι, ποιητές, φιλόσοφοι, δοκιμιογράφοι, ζωγράφοι, μουσικοί, φωτογράφοι.
Πολύ σημαντική, υποστήριξη, υλική και οικονομική, δεχόμαστε από την εταιρεία «Αλουμίνιον της Ελλάδος», τη βιομηχανία του χώρου μας, οι υπεύθυνοι κοινωνικού απολογισμού της οποίας θεωρούν το περιοδικό στοιχείο της πολιτισμικής ταυτότητας του χώρου. Μας παρέχει υποδομές, για τη στέγαση των γραφείων του περιοδικού και του εντευκτηρίου, για τη φιλοξενία των δημιουργών, κ. ά., καθώς και μόνιμη διαφημιστική καταχώρηση, που μπαίνει στο τέλος της ύλης, τη μοναδική, αφού είναι πολύ δύσκολο για μας να κυνηγάμε τη διαφήμιση κατεβαίνοντας στην Αθήνα.

Ασχολείστε και με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Δεν γράφω κατά παραγγελία (και φυσικά δεν αμείβομαι), αλλά επιλέγω να προσεγγίσω βιβλία και κείμενα που με άγγισαν στην πρώτη ανάγνωση, συνεπώς όχι μόνο δεν μου κλέβει συγγραφικό χρόνο αλλά είναι μία άσκηση γραφής.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Επειδή διαβάζω σε τρία επίπεδα καθημερινά (σαν ανάγνωση 3D δεν ακούγεται;!), το πρωί διαβάζω βιβλία ελλήνων λογοτεχνών για τα οποία πρέπει να μιλήσω σε δημόσιες παρουσιάσεις ή να δημοσιεύσω την εντύπωσή μου, το απόγευμα διαβάζω, αυτή την περίοδο, τις «Συνομιλίες με τον καθηγητή Υ» του Σελίν και το βράδυ τα τομίδια για τον ελληνικό Εμφύλιο που επιμελήθηκε ο Παντελής Βούλγαρης και διανέμονται από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ.

Τι γράφετε τώρα;

Αυτές τις μέρες γράφω ένα κείμενο για την ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη το οποίο θα δημοσιευθεί στο περιοδικό «Πάροδος», ένα εξαιρετικό περιοδικό της επαρχίας, που εκδίδει ο φίλος μου ποιητής Κώστας Ριζάκης στη Λαμία.

Σημ. Το περιοδικό Εμβόλιμον έχει φτάσει στο 60ό τεύχος. Τα τελευταία του τεύχη θα φιλοξενηθούν σύντομα στο Πανδοχείο.