Λογοτεχνείο, αρ. 124

Φίλιππος Δρακονταειδής, Το άγαλμα. Διήγησις αφελής, εκδ. Συντεχνία, 1984, σ. 86.

Ω, επισκεφθήκαμε πλήθος τέτοιες αποθήκες, διάσπαρτες σε όλο το Παρίσι. Η πιο ενδιαφέρουσα βρισκόταν στην περιοχή της Κουρμπεβουά, πίσω από κάτι παλιά σπιτάκια. Εκεί ήταν οι προτομές, οι σαρκοφάγοι, οι καθιστοί γενειοφόροι, οι όρθιοι στρατηλάτες, οι έφιπποι άγνωστοι, πάνω σε άλογα που στέκονταν στα πισινά τους πόδια, μεγάλα τα δίχτυα από αράχνες, δυνατό το ψύχος, λίγο το φως. Ποιο ήταν όλοι εκείνοι που αξιώθηκαν έναν αδριάντα, που παραμένει μακριά από τα μάτια των ανθρώπων; Ποια μοίρα κακιά τους τιμώρησε να ζουν φύρδην – μίγδην, εχθροί και φίλοι, άνθρωποι και ζώα, ανάκατες εποχές, επαγγέλματα και προσπάθειες, μέσα στην ίδια αποθήκη; Θεέ μου, όταν νυχτώνει και κοιτάζονται μεταξύ τους, πώς δεν ζωντανεύει το μάρμαρο; Τα ονόματά τους στα βάθρα, ονόματα ξεπλυμένα και χαμένα, ένα περίεργο νεκροταφείο μπροστά μας.

Λογοτεχνείο, αρ. 123

Αλμπέρτο Σαβίνιο, «Ισιδώρα Ντάνκαν», σε: Άνθρωποι διηγηθείτε την ιστορία σας, εκδ. Αστάρτη, 1989, μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας, σ. 194 [Alberto Savinio, Narrate uomini la vostra storia, 1942].

Ακόμη κι ο κατακλυσμός που επιτελέστηκε με περισσή φροντίδα, άφησε πίσω του κάποιους διασωθέντες. Δεν είναι σπάνιο να συναντήσεις ανθρώπους πολύ δύσκαμπτους, με σκληρή έκφραση, και μερικούς με όψη κυριολεκτικά μπρούντζινη, κι αν πέσεις πάνω τους θα σου απαντήσουν μ’ ένα υπόκωφο και μυστηριώδες «νταν» κάτω απ’ τα ρούχα τους. Είναι άνθρωποι από μέταλλο, επιζήσαντες από την εποχή του χρυσού, του αργύρου ή του μπρούντζου. Έπειτα υπάρχουν οι επιζήσαντες από την εποχή των ηρώων, και μπροστά τους πρέπει να σηκωθείς όρθιος και να χαιρετήσεις. Έπειτα υπάρχουν αυτοί από τη λίθινη εποχή, άνθρωποι σκληρότατοι, κι αν κατά τύχη σου πατήσουν το πόδι, θα το θυμάσαι εφ’ όρου ζωής. Υπάρχουν, τέλος, οι επιζήσαντες από την ορνιθική εποχή, οι άνθρωποι πουλιά, άνθρωποι πανάλαφροι και ιπτάμενοι, που παραήταν λιγοστοί για να καλύψουν μόνοι τους μιαν εποχή, κι έτσι συγκρότησαν στους κόλπους άλλων βιολογικών ειδών μιαν ιδιαίτερη και κρυφή φυλή που, θροΐζοντας και κελαηδώντας, ζούσε εκεί όπου ήταν μεγαλύτερη η απόσταση από τους ανθρώπους και μικρότερος ο κίνδυνος να τους συναντήσουν.