Λογοτεχνείο, αρ. 71

Γιασάρ Κεμάλ, Χρώματα της ζωής και της γραφής. Συζήτηση με τον Alain Bosquet, εκδ. Θεμέλιο, 1994, μτφ. Μαρία Κουρούκλη, σ. 156 (Yachar Kemal, Entretiens avec Alain Bosquet, 1992)

Σας το έχω πει και με άλλη ευκαιρία, δεν παίρνω θέση με γνώμονα τον αναγνώστη. Ποιος είναι ο αναγνώστης; Ολόκληρη η ανθρωπότητα; Πώς να μαντέψει κανείς τι θα του αρέσει ή τι θα θελήσει να διαβάσει; Η δουλειά μου είναι να περιγράφω εκείνον τον μαγικό κόσμο και αυτά που συμβαίνουν εκεί, να αφήνομαι να με παρασύρει η αλήθεια της φύσης και του ανθρώπου, η μαγική αλήθεια της αφήγησης, η μαγεία των λέξεων. Να προσθέσω στην αλήθεια αυτού του μαγικού κόσμου μια πραγματικότητα πιο αληθινή από το πραγματικό. Είχαμε ένα μεγάλο ποιητή που έζησε το δέκατο τρίτο αιώνα, τον Yunus Emre. Λέει κάπου «Υπάρχει ένα εγώ μέσα στο εγώ, πέρα από το εγώ». Για να μιλήσω σαν κι αυτόν, λέω «Υπάρχει το αληθινό πέρα από την αλήθεια, υπάρχει η μαγεία πέρα από τη μαγεία».

Στον Θωμά Κοροβίνη

Λογοτεχνείο, αρ. 70

 Τζων Ίρβινγκ, Ξενοδοχείο Νέο Χαμσαϊρ, εκδ. Μέδουσα, 1989, μτφ. Τάσος Δαρβέρης, σ. 91 (John Irving, The Hotel New Hampshire, 1981).

Μολονότι το Σχολείο του Γαλατάδικου μετά βίας συντηρούσε τους επιστάτες τους, ο πατέρας πίστευε ότι μπορούσε να στηρίξει ένα ολόκληρο ξενοδοχείο μέσα στην πόλη – και το γεγονός ότι η πόλη αυτή ήταν τόσο ψωραλέα, ώστε κανείς δεν είχε, μέχρι τότε, σκεφτεί να στήσει ένα κατάλυμα, δεν τον απασχολούσε διόλου. Οι θερινοί επισκέπτες του Νέου Χάμσαϊρ έμεναν στις παραλίες που απείχαν μόλις μισή ώρα. Τα βουνά (…) απείχαν μια ώρα. Η πόλη όμως του Γαλατάδικου ήταν χτισμένη σε κάμπο. Βρισκόταν μεν στα μεσόγεια, αλλά όχι σε ύψωμα. Ήταν αρκετά κοντά στην θάλασσα, ώστε να είναι υγρή, και αρκετά μακριά, ώστε να μην απολαμβάνει κανένα πλεονέκτημα δροσιάς και φρεσκάδας. Ο ζωογόνος αέρας του ωκεανού και του βουνού δεν μπορούσε να σκορπίσει την καταχνιά που ανέβαινε από τον ποταμό Σκοάμσκοτ – και το Γαλατάδικο ήταν πόλη αυτής της κοιλάδας, με διαπεραστικό από την υγρασία και το κρύο χειμώνα και με νοτερό ζεστό καλοκαίρι. Δεν ήταν ένα γραφικό χωριό της Νέας Αγγλίας, αλλά μια κωμόπολη (…) μ’ ένα νερόμυλο που έχασκε τώρα παρατημένος κι άσκημος…
«Πάντως αν υπήρχε ξενοδοχείο», είπε ο πατέρας, «θα υπήρχαν άνθρωποι για να μείνουν».

Στον Φαίδωνα Ταμβακάκη