Λογοτεχνείο, αρ. 69

Ανδρέας Εμπειρίκος, Μέγας Ανατολικός, τ. ΣΤ΄, εκδ. Άγρα, 1991, σ. 207.

Μεταλλωρύχοι, ψυχαναλυταί και ποιηταί της δράσεως και του λόγου, όσοι δεν περιορίζεσθε σε έστω και ωραία φληναφήματα της παρακμής, της «ντεκαντέντζας», χειρώνακτες και πνευματικοί, εργάτες απάντων των εγκάτων, σύντροφοι, συνοδοιπόροι, συνερασταί και αδελφοί εν όπλοις, εργάται και ερευνηταί του απείρου βάθους, άνευ της κατακτήσεως του οποίου θα ήτο αδύνατον να συλλάβωμεν καν την έννοιαν του απείρου ύψους, σας απευθύνω, πριν συνεχίσω την αφήγησίν μου, κατά τρόπον που τα λόγια αυτά να αποτελούν μέρος αδιαίρετον και αναπόσπαστον του όλου έργου, σας απευθύνω, επάνω και μέσα από τας οικουμενικάς και ατομικάς μας τρικυμίας, επάνω από όλας τας αβαθείς και αρνητικάς διδασκαλίας και επάνω από τας απατηλάς και καταστρεπτικάς των πάντων, ταπεινότατα υλιστικάς δημοκοπίας, προς υμάς, τους απανταχού της γης εργάτας όλων ανεξαρτήτως των «εγκάτων», προς υμάς τους φανερούς ή αφανείς γεννήτορας παντός μεταγενεστέρου κλέους των ηλιολούστων επιφανειών της γης και πάσης εν τω παρόντι και εν των μέλλοντι οφθαλμοφανούς χαράς και δόξης των ανθρώπων, σας απευθύνω, εκ βάθους καρδίας, ένθερμον και παλλόμενον χαιρετισμόν ευγνωμοσύνης και αλληλεγγύης.

Μνήμη Χρήστου Βακαλόπουλου

Σημ. Η φωτογραφία του Ταξιδευτή και Επιστροφέα, έμπροσθεν του Εμπειρίκειου Δημοτικού Γηροκομείου και Νοσοκομείου της Άνδρου, είναι του Πανδοχέα και δύναται να χρησιμοποιηθεί από οιονδήποτε κατέχει έστω μια εκ των αναφερόμενων ιδιοτήτων.

Λογοτεχνείο, αρ. 68

Άντριου Κράμεϋ, Πφιτς, εκδ. Πόλις, 2003, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σ. 194 – 195 (Andrew Crumey, Pfitz, 1995)

Είσαι καθισμένος στο γραφείο σου. Σου αρέσει η μυρωδιά του μελανιού, σου αρέσει το χαρτί, σου αρέσει και η δερμάτινη πολυθρόνα που τη βρίσκεις τόσο άνετη. Σου αρέσει η υφή του χαρτιού, το τρέξιμο της πένας πάνω στο χαρτί. Σου έστειλαν άλλο ένα απόσπασμα που υποτίθεται ότι είναι γραμμένο απ’ αυτόν. Αισθάνεται ότι ήδη ξέρεις ποιος είναι, τι είναι, κι ωστόσο, καθετί που του προσθέτεις τον κάνει λιγότερο οικείο· τον απομακρύνει όλο και πιο πολύ από αυτό που ήθελες να δημιουργήσεις. Μα αυτός, ωστόσο, πέραν πάσης προσδοκίας σου, συνεχίζει να μεγαλώνει. Νόμιζες ότι θα μπορούσες να ελέγχεις την προσωπικότητά του, πλασμένη κατά μια εικόνα της επιλογής σου – φρούδη ελπίδα· εκείνος δεν θ’ αργήσει ν’ απαλλαγεί από τα δεσμά με τα οποία νόμισες ότι θα μπορούσες να τον συγκρατήσεις και να τον περιορίσεις. Οι λέξεις τον γεννούν, κι αυτός γεννάει εσένα. Σε λίγο, μπορεί να μεγαλώσει τόσο, ώστε να σε θεωρήσει αναλώσιμο.

Δεν είμαι εγώ ο συγγραφέας αυτών των λέξεων – τον έψαξα (τους έψαξα) κι εγώ. Τους βλέπω μέσα μου, στα σκοτεινά, όταν ξαπλώνω στο αχυρένιο στρώμα μου και κλείνω τα μάτια. Τους βλέπω να με δημιουργούν και να δημιουργούν όλους αυτούς τους άλλους που μπορεί ακόμα να γίνω.

Στον Κυριάκο Αθανασιάδη