Λογοτεχνείο, αρ. 63

Ήβλιν Γουώ, Επιστροφή στο Μπράιτσχεντ, εκδ. Νεφέλη, 1997, εισαγωγή – μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου, σ. 289-290 (Evelyn Waugh, Brideshead Revisited, 1945)

Τώρα, όσο είχα δύναμη, θα πήγαινα σε εκείνα τα άγρια μέρη όπου ο άνθρωπος είχε εγκαταλείψει τη θέση του και η ζούγκλα γλιστρούσε αθόρυβα να καταλάβει τα παλιά της οχυρά.

Έτσι, ακολουθώντας μια αργή αλλά διόλου εύκολη πορεία, ταξίδεψα μέσω Μεξικού και Κεντρικής Αμερικής σε ένα κόσμο που διέθετε όλα αυτά που είχα ανάγκη και η αλλαγή αυτή από τις περίφρακτες, ιδιωτικές εκτάσεις και τις επαύλεις θα έπρεπε να με είχε αναζωογονήσει και να με είχε βοηθήσει να τα ξαναβρώ με τον εαυτό μου. Αναζητούσα την έμπνευση ανάμεσα σε λεηλατημένα παλάτια και αυλές μοναστηριών πνιγμένες στα αγριόχορτα, έρημες εκκλησιές όπου οι νυχτερίδες κρέμονταν από τον τρούλο σαν ξεραμένα περικάρπια και όπου μόνο τα μυρμήγκια βρίσκονταν διαρκώς σε κίνηση ανοίγοντας στοές στα πολυτελή στασίδια· σε πόλεις στις οποίες δεν σε έβγαζε δρόμος και σε μαυσωλεία όπου έβρισκαν καταφύγιο από τις βροχές μοναχικές οικογένειες Ινδιάνων που τις θέριζαν οι θέρμες. Στα μέρη αυτά με πολύ κόπο, αηδία και συχνά με σχετικό κίνδυνο έκανα τα πρώτα σχέδια για το λεύκωμα Η Λατινική Αμερική κατά Ράιντερ. Σε τακτά χρονικά διαστήματα έκανα ένα διάλειμμα μερικών εβδομάδων για ξεκούραση και ξαναβρισκόμουν στη ζώνη του εμπορίου ή του τουρισμού, ανακτούσα τις δυνάμεις μου, έστηνα το εργαστήρι μου, μετέφερα τα σκίτσα μου στον καμβά, τα πακετάριζα γεμάτος αγωνία με το που τα ολοκλήρωνα και τα έστελνα στον πράκτορά μου στη Νέα Υόρκη, για να ξεκινήσω και πάλι αμέσως μετά με τη μικρή μου συνοδεία για τους ερημότοπους.

Στην Χρύσα Σπυροπούλου

Λογοτεχνείο, αρ. 62

Τόλης Καζαντζής. Κομμένη γλώσσα. «Ονόματα και ιστορίες». Ενηλικίωση. Από το βιβλίο: Η Παρέλαση –  Ενηλικίωση, εκδ. Ροές, Β΄ έκδ., 1988, σ. 192-193.

 Αυτά, μέχρι που αρχίνησε να μας μιλάει, κι έφευγε λόγο με το λόγο η ασχήμια κι η αχαμνάδα από πάνω του, καθώς μας ιστορούσε για την άλωση, για το ορφάνεμα του τόπου, για τους ηρωικούς νεομάρτυρες και για τον τυραννισμένο, τον τσαλαπατημένο τον κοσμάκη, για τους ντονμέδες και τους τσακανογλείφτες και κάτι άλλος προδότες και δοσίλογους της εποχής.

Από τη μέρα κείνη, στα έντεκα χρόνια μου, άλλο δε σκεφτόμουνα παρά να γράψω κι εγώ μια ιστορία, να βάλω μέσα όλο αυτό που μου περίσσευε και πήγαινε χαμένο. Και πήρα ένα πρόχειρο. Και πήρα ένα πρόχειρο, από κείνα με τα κίτρινα φύλλα και σηκωνόμουνα πρωί – χαράματα, πριν φύγω στο σχολείο κι έγραφα ασταμάτητα χωμένος κάτω απ’ τα σκεπάσματα, χαμένος και φευγάτος μέσα στην ιστορία μου, όπου, μικρό παιδί, ακολουθούσα τους ήρωες του’ 21, βήμα το βήμα και τα ’βλεπα  όλα και τα διηγόμουνα όπως τα βλέπει και τα νοιώθει ένα μικρό παιδί.

 Στον Μίμη Σουλιώτη