Λογοτεχνείο, αρ. 61

Κολέτ – Η θεατρίνα, εκδ. Printa, 2002, [Σειρά: Έρωτες και πεπρωμένο] μτφ. Εύη Καπή, επιμ. Αλεξάνδρα Δημητριάδη, σ. 226-227 (Colette – La vagabonde, 1910).

Ζω ανάμεσα σε καταιγίδες σκέψεων που δεν ξεσπούν. Ξαναβρίσκω με πόνο και υπομονή τη διάθεσή μου για σιωπή και εσωστρέφεια. Μου είναι και πάλι εύκολο να ακολουθώ τον Μπραγκ μέσα σε μια πόλη, πάνω κάτω, στους μικρούς δημόσιους κήπους, τους καθεδρικούς ναούς και τα μουσεία, μέσα στον καπνό των μικρών μπουάτ όπου «τρώμε καταπληκτικά»! Μιλάμε λίγο, χαμογελάμε σπάνια (…)

Είμαστε και οι δυο ειλικρινείς, αλλά όχι πάντα απλοί… Όπως συνηθίζαμε πάντοτε, κάνουμε κάποια αστεία που μας ανεβάζουν το κέφι: το αγαπημένο του Μπραγκ – που με εξοργίζει – είναι το Παιχνίδι του Σάτυρου, τον οποίο μιμείται μέσα στα τραμ, επιλέγοντας για θύμα άλλοτε μια νέα ντροπαλή γυναίκα, άλλοτε μια επιθετική γεροντοκόρη. Καθισμένος απέναντί της, με μια στάση τολμηρή, την περιβάλλει μ’ ένα ξαναμμένο βλέμμα κι εκείνη κοκκινίζει, βήχει, τακτοποιεί το βέλο της και γυρνά το κεφάλι. Το βλέμμα το «σάτυρου» επιμένει, λάγνα, μετά όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου, στόμα, ρουθούνι, φρύδια, συγκλίνουν στο να εκφράσουν την ιδιαίτερη ηδονή ενός ερωτομανούς…(…)

Γελάω με την καημένη την κυρία που, τρελαμένη, κατέβαινε πάντα πολύ γρήγορα απ’ το τραμ, αλλά η τελειότητα των γκριματσών αυτού του βάρβαρου παιχνιδιού με εκνευρίζει. Το κορμί μου, κάπως καταπονημένο, περνά παράλογες κρίσεις απίστευτης σεμνοτυφίας, απ’ τις οποίες βυθίζομαι σ’ ένα καμίνι που ανάβει αστραπιαία από την ανάμνηση ενός αρώματος, μιας χειρονομίας, μιας τρυφερής κραυγής· ένα καμίνι που φωτίζει τις απολαύσεις που δεν ένιωσα ποτέ και που στις φλόγες του σιγοκαίγομαι, ακίνητα με τα γόνατα ενωμένα, λες και με την παραμικρή κίνηση, θα κινδύνευα να μεγαλώσω τα εγκαύματά μου.

 Στην Κατερίνα Χρυσανθοπούλου

Λογοτεχνείο, αρ. 59

Μπέρνχαρντ Σλινκ, «Η γυναίκα του βενζινάδικου», Ερωτικές αποδράσεις, εκδ. Κριτική, 2000, μτφ. Ιάκωβος Κοπερτί, σ. 291 (Bernhard Schlink, Liebesfluchten, 2000)

Κοίταξε το έδαφος μπροστά του και πρόσεξε πως το χαλίκι ήταν υγρό από την ομίχλη. Με τη μύτη του παπουτσιού αναποδογύρισε μια πέτρα· ήθελε να δει αν και η άλλη πλευρά της ήταν υγρή, και πράγματι ήταν. Στους συνεργάτες του δίδασκε ότι η περισυλλογή και η απόφαση είναι δύο διαφορετικά πράγματα, ότι η περισυλλογή δεν ήταν απαραίτητο να οδηγήσει στη σωστή αλλά και σε οποιαδήποτε απόφαση, μπορούσε μάλιστα να περιπλέξει και να δυσκολέψει την απόφαση μέχρι παραλυσίας. Η περισυλλογή χρειάζεται χρόνο, η απόφαση χρειάζεται θάρρος, συνήθιζε να λέει, και ήξερε ότι τώρα δεν του έλειπε ο χρόνος να σκεφτεί, αλλά το θάρρος ν’ αποφασίσει. Ήξερε επίσης ότι η ζωή απογράφει στα κατάστιχα εξίσου με τις ειλημμένες και τις μη ειλημμένες αποφάσεις.

Στην Ελένη Γιαννακάκη