Λογοτεχνείο, αρ. 50

Αλέξανδρος Ίσαρης, «Πολύ δύσκολο (Appasionato)», Ανάμεσά τους η μουσική, εκδ. Άγρωστις, 1994, 55-57.

 Στην πόλη αυτή κάθε επίσκεψη σε φιλικό ή άλλο σπίτι, κάθε περίπατος, κάθε ερωτική συνάντηση, κάθε συναλλαγή, κάθε μετακίνηση ή συζήτηση είχε ένα ιδιαίτερο βάρος, ήταν σαν να μεγεθυνόταν απ’ τους χιλιάδες φακούς που διέθετε το περιβάλλον, λάμβάνοντας έτσι μεγάλες, τεράστιες διαστάσεις, οδυνηρές ή ευχάριστες, αν και οι οδυνηρές ήταν περισσότερες, καθώς όλα δονούνταν μέσα στην ομίχλη των λόγων και των αισθημάτων ή έσφυζαν από ερωτισμό, απ’ αυτόν τον ιδιάζοντα ερωτισμό που κολλούσε πάνω σου σαν υγρασία (…)

Αυτή η γυναίκα που ντύνεται και μακιγιάρεται κάθε μέρα για να προϋπαντήσει το θάνατο και που κανένας απολύτως δε γυρίζει να κοιτάξει, λες και μια τέτοια καρικατούρα είναι πολύ φυσικό να κινείται ανάμεσά μας, σκέφτομαι τι θα σήμαινε γι’ αυτούς που θα την έβλεπαν να περιφέρεται ώρες ολόκληρες σε μια έκταση δυόμισι στρεμμάτων, σε μια οποιαδήποτε περιοχής της Θεσσαλονίκης. Εδώ είναι απλώς μια γριά που αργοπεθαίνει, στη Θεσσαλονίκη θα ήταν ένας μύθος, ένας στόχος για πικρόχολα σχόλια, ένα νούμερο, μια τραγική φυσιογνωμία, ένα δράμα, μια τραγωδία, που οπωσδήποτε θα αναστάτωνε το περιβάλλον της. Αυτή είναι μια απ’ τις διαφορές που κάνουν τις δυο πόλεις να μοιάζουν τόσο απομακρυσμένες μεταξύ τους, ώστε φτάνοντας κανείς στη Θεσσαλονίκη από την Αθήνα να έχει την εντύπωση πως φτάνει σε ξένη χώρα.

Στον Θανάση Τριαρίδη

Λογοτεχνείο, αρ. 49

Λεονόρα Κάρινγκτον – Η πέτρινη πόρτα, εκδ. Αιγόκερως, 1982, μτφ. Νατάσα Χατζιδάκι, σ. 35 – 36 (Leonora Carrington, The Stone Door, 1976).

Το όνειρο μου άφησε μια τέτοια αίσθηση απώλειας, που κατάλαβα πως η ζωή μόνο στον ύπνο μπορεί πραγματικά να βιωθεί. Απασχολήσεις όπως πλύσιμο, ντύσιμο, φαγητό και συζητήσεις μού φαίνονταν τόσο επίπονες, ώστε κι ο ήλιος νόμιζα πως ήταν ακίνητος στην τροχιά του. (…)

Όταν είδα φως στις λάμπες του δρόμου, πήγα στο κρεβάτι μου και σε πολύ λίγο χρόνο βρέθηκα πίσω στη Μεσοποταμία. Στεκόμουν όρθια στην κορυφή ενός λόφο και, ρίχνοντας μια ματιά πίσω κατά μήκος του δρόμου, είδα πάλι την πόλη, με τους τάφους να διακρίνονται καθαρά σε απόσταση. Μπροστά μου ο δρόμος συνεχιζόταν σαν μια σκονισμένη κορδέλα, που τα όριά της σημαδεύονταν από σωρούς σπασμένων αγαλμάτων, ανάκατα με πράγματα και αντικείμενα χωρίς αξία, όπως μερικώς ξετυλιγμένες μούμιες σε διάφορα στάδια παραμόρφωσης, ζωγραφισμένα τραπέζια με αλφάβητα όλων των γνωστών και άγνωστων γλωσσών, βιβλία και πάπυροι απολιθωμένοι στη διάρκεια σπασμωδικών χειρονομιών των αναγνωστών τους, παλιά παπούτσια, σανδάλια και μπότες και μερικές στοίβες δοχείων και κάδων, υδρίες και πιάτα ολόκληρα ή σε κομμάτια.
Καθώς προχωρούσα κατά μήκος του δρόμου εξέταζα αυτές τις πλούσιες στοίβες σκουπιδιών, σταματώντας πότε-πότε για ξεσκάλισμα, αν κάτι τραβούσε το μάτι μου. Το πετούσα στο σάκο μου, αν μου άρεσε.

Στην Μαρία Φακίνου