Λογοτεχνείο, αρ. 36

Ρόμπερτ Μούζιλ, Κατάλοιπα ζωντανού συγγραφέα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1994, μτφ. Δήμος Βαρθολομαίος, σ. 122-123 (Robert Musil, Nachlass zu Lebzeiten, 1936).

Ύστερα απ’ αυτή την ανακάλυψη, ο ερευνητής στράφηκε φυσικά στις γυναίκες και τότε ξεσκεπάστηκε ατόφια μπροστά του η ακατάλυτη σημασία της ανθρώπινης καμπυλότητας. Ό,τι στη γυναίκα είναι στρογγυλό (και τον καιρό εκείνο κατά τις επιταγές της μόδας καταχωνιαζόταν με μεγαλύτερη επιμέλεια απ’ όσο σήμερα, ώστε να μοιάζει μονάχα με μικρή ρυθμική αταξία στην αρρενωπή ροή των κινήσεων) φούσκωνε και πάλι στην αδέκαστη ματιά του φακού, σχηματίζοντας τους πρωτογενείς λοφίσκους που συγκροτούν το αιώνιο τοπίο του έρωτα. Απρόσμενη πληθώρα εύγλωττων πτυχών ανοιγόκλεινε τριγύρω στο φόρεμα, σπαρταρώντας με κάθε του βήμα. Διακήρυσσαν στο αγύμναστο μάτι την άμεμπτη υπόληψη της ιδιοκτήτριας, ή τα προσόντα του ράφτη, μα πρόδιναν ύπουλα και αυτό που κρυβόταν, γιατί όταν τις βλέπουμε σε μεγέθυνση οι παρορμήσεις γίνονται πράξη, και μέσα απ’ το κιάλι μας κάθε γυναίκα γίνεται μια Σωσάννα στο λουτρό των φορεμάτων της που της κατασκοπεύουμε την ψυχή. Κι όμως είναι εκπληκτικό το πόσο σύντομα εξανεμιζόταν η περιέργεια του ειδήμονα δίπλα στην αδιατάραχη και προφανώς χαιρέκακη γαλήνη του τηλεσκοπίου, και μετατρεπόταν σε απλή ταλάντευση και περιδιάβαση μεταξύ των αναλλοίωτων και αιώνιων αξιών, που δεν έχουν καμιά ανάγκη ψυχολογίας.

Στον Νίκο Πλατή

Λογοτεχνείο, αρ. 35

Ζυλιέν Γκρην, Μεσάνυχτα, εκδ. Μέδουσα, 1988, μτφ. Γιάννης Θεοδωρακόπουλος, σ. 171 (Julien Green, Minuit, 1936)

Από λίγη ώρα τώρα, ένιωθε μια αόριστη στενοχώρια και ταυτόχρονα μια ευτυχία την αιτία των οποίων δεν μπορούσε να μαντέψει. Ήλπιζε ότι, στα χρόνια που θα ακολουθούσαν δεν θα ξεχνούσε αυτή την παράξενη στιγμή, όπου η χαρά και η μελαγχολία έμοιαζαν να γίνονταν ένα. Η ησυχία του σπιτιού, το μισοσκόταδο αυτού του μικρού δωματίου που πλενότανε και η χλιαρότητα της σάρκας της κάτω από το χέρι της, όλα αυτά της ήταν γνωστά. Σε ποιά στιγμή της ζωής της είχε νιώσει αυτήν την χαύνωση της σάρκας και της ψυχής; Ποιά φθινοπωρινή ημέρα όμοια με αυτήν εδώ, γεμάτη από ψιθύρους και κραυγές πουλιών; Έμεινε ακίνητη, προσπάθησε να θυμηθεί όμως η μνήμη της έμενε άφωνη, και ξαφνικά τα μάγια λύθηκαν. Γύρω της, τα αντικείμενα έχασαν την γνωστή τους όψη που είχαν για μερικά δευτερόλεπτα.

Στην Ελένη Γ. Ζαχαριάδου