Λογοτεχνείο, αρ. 34

Ντίνο Μπουτζάτι, Οι επτά αγγελιοφόροι, εκδ. Αστάρτη, 1988, μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας, σ. 81-83, από το διήγημα «Ο κολόμπρος» (Dino Buzzati, I setti messaggeri, 1942).

Βαθιά ταραγμένο το παιδί έμεινε στην ακτή, ώσπου το τελευταίο πίκι των καταρτιών χάθηκε πέρα στον ορίζοντα. Πέρα απ’ το μόλο που έκλεινε το λιμάνι, η θάλασσα απόμεινε εντελώς έρημη. Αλλά στυλώνοντας το βλέμμα ο Στέφανο μπόρεσε να διακρίνει μια μαύρη κουκίδα που αναδυόταν κατά διαστήματα απ’ τα νερά: ήταν ο δικός του «κολόμπρος», που έσκιζε αργά τα νερά, πάνω κάτω, καρτερώντας τον πεισματικά. (…)
Έτσι η ιδέα εκείνου του εχθρικού πλάσματος που τον καρτερούσε μερόνυχτα γίνηκε για τον Στέφανο μυστικός βραχνάς. Ως και στη μακρινή πόλη του τύχαινε να ξυπνάει ανήσυχος μες στη μαύρη νύχτα. Ήταν ασφαλής βέβαια, εκατοντάδες χιλιόμετρα τον χώριζαν από τον κολόμπρο. Κι όμως ήξερε ότι πέρα από τα βουνά, πέρα από τα δάση, πέρα από τις πεδιάδες βρισκόταν ο καρχαρίας και τον περίμενε. Και στα πιο απομακρυσμένα μέρη να πήγαινε, ο κολόμπρος πάλι θα παραμόνευε στην πιο κοντινή ακροθαλασσιά, με το ανελέητο πείσμα που έχουν τα όργανα του μοιραίου. (…)
Έτσι ο Στέφανο άρχισε τα ταξίδια, δείχνοντας αρετές θαλασσινού, αντοχή στους κόπους, ακατάβλητο φρόνημα. Ταξίδευε, ταξίδευε, και στ’ απόνερα του πλοίου του μέρα νύχτα, με μπουνάτσα και με φουρτούνα ακολουθούσε ολοταχώς ο κολόμπρος. Το ’ξερε ο Στέφανο πως αυτό είναι η κατάρα και καταδίκη του, αλλά ίσως ακριβώς γι’ αυτό δεν έβρισκε τη δύναμη ν’ αποτραβηχτεί. Στο καράβι κανείς δε διέκρινε το τέρας, πέρα από τον ίδιο.

Στον Αχιλλέα Κυριακίδη

Λογοτεχνείο, αρ. 33

Tζον Φάντε, Ρώτα τον άνεμο, εκδ. Απόπειρα, 1989/1994, μτφ. Τέος Ρόμβος, σ. 127-128 (John Fante, Ask the dust, 1939)

Τι πρέπει να κάνω λοιπόν; Πρέπει μήπως να τεντώσω τα χείλη μου στον ουρανό με μια γλώσσα που θα κεκεδίζει και θα τραυλίζει από φόβο; Πρέπει μήπως να γυμνώσω το στήθος μου και να το βαράω σαν κανένα τύμπανο για να τραβήξω την προσοχή του Χριστού μου; Ή θα ’ταν καλύτερα και πιο λογικό να κάνω το κορόιδο και να προχωρήσω παρά πέρα; Όμως θα έρθουνε ταραχές και πείνες, θα έρθουνε μοναξιές και μόνο τα δάκρυά μου θα έχω να με παρηγορήσουνε, σαν μικρά μουσκεμένα πουλάκια θα φτερουγίζουνε για να δροσίσουνε τα ξεραμένα μου χείλη. Όμως θα βρεθεί παρηγοριά και θα υπάρξει ομορφιά σαν τον έρωτα ενός πεθαμένου κοριτσιού. Και πότε πότε θα ακούγεται κάποιο γέλιο, ένα συγκρατημένο γέλιο και θα ’ναι ήσυχη η αναμονή μες στη νύχτα και ένας απαλός φόβος για τη νύχτα θα απλώνεται σαν το κοροϊδευτικό φιλί του θανάτου. Και η μεγάλη νύχτα θα έρθει και όλοι οι οδηγοί μου, που τους παράτησα μες στην ονειρική βιαιότητα της εφηβείας μου, θα χύνουν απ’ τη στεριά γλυκά λάδια για να εξευμενίσουν την τρικυμία του μυαλού μου. Θα συγχωρεθώ γι’ αυτό όπως και για άλλα μου σφάλματα, ακόμα και τη Βέρα Ρίβκεν, ακόμη και για το αδιάκοπο φτερούγισμα του Βολταίρου στη σκέψη μου, γιατί σταμάτησα, κάποια στιγμή, για ν’ ακούσω αυτό το γοητευτικό πουλί να κελαηδάει. Όλα αυτά θα μου συγχωρεθούν αν ξαναγυρίσω εκεί που ανήκω, στη θάλασσα.

Στον Κοσμά Χαρπαντίδη