Λογοτεχνείο, αρ. 32

Τζέιν Μπόουλς, Απλές απολαύσεις, εκδ. Απόπειρα, 1991, μτφ. Χριστίνα Μπάμπου – Παγκουρέλη, σ. 98-99 (Jane Bowles, Simple pleasures, 1946).

Μια βαθιά ψύχρα είχε σταθεί στα κόκαλά της, και ένιωθε σαν ναρκωμένη. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει με ακρίβεια πότε αυτή η αίσθηση είχε διαδεχθεί την προηγούμενη, ούτε της πέρασε από το μυαλό να το ερευνήσει, αλλά τώρα ένιωθε μία ανησυχία που βάραινε το στήθος της σαν πέτρα εκεί που πριν υπήρχε έντονο το συναίσθημα του ενθουσιασμού και της αναμονής. «Αισθάνομαι τόσο πεσμένη» είπε από μέσα της. «Σαν να παρακολουθώ την ίδια την κηδεία μου». Και δεν το είπε αυτό με πνεύμα υπερβολικής μελαγχολίας, όπως μερικοί άνθρωποι έχουν μάθει να κάνουν όταν δεν βρίσκονται σε καλή διάθεση, αλλά με απόλυτη σοβαρότητα και με τη συνηθισμένη της παθητικότητα. Στην πραγματικότητα είχε αυτή την ταπεινή έκφραση που καθρεφτίζεται πολύ συχνά στα πρόσωπα των αρρώστων. (…)
«Αυτή η νύχτα δεν είναι ούτε γι’ ανθρώπους ούτε για ζώα» φώναξε προς την Σάντη, με τρόπο που φαινόταν ότι ηχούσε ταυτόχρονα εγκάρδιος και επιτηδευμένος. Δεν το έκανε για να την εντυπωσιάσει, αλλά για να την κρατήσει σε κάποια ασφαλή απόσταση.

Στην Έλενα Χουζούρη

Λογοτεχνείο, αρ. 31

Blaise Cendrars [Μπλεζ Σαντράρ], Μοραβαζίν, βίος και πολιτεία, εκδ. Opera, 1993, μτφ. Γιώργος Σπανός, σ. 45 (Moravagine, 1926)

Τότε είναι που ερωτεύτηκα βίαια, παθιασμένα, τα αντικείμενα, τα άψυχα πράγματα. Δεν μιλώ για τα αντικείμενα, τα σκεύη, τα έπιπλα τέχνης που ξεχείλιζαν μες το παλάτι και που, μέσω ενός νοητικού ή αισθηματικού ερεθισμού, αναπολούν, υποβάλλουν, θυμίζουν έναν παλαιό πολιτισμό, μια περασμένη εποχή, μια οικογενειακή ή ιστορική στιγμή που έχει χάσει την πρώτη της χρυσή ανταύγεια, και που σας θέλγουν, σας γοητεύουν με τα στρεβλά τους σχήματα, τις αλλόκοτες γραμμές τους, την παλαιική τους εκλέπτυνση με ό,τι τέλος πάντων, τα προσδιορίζει, τα τοποθετεί χρονικά, ονομάζει και αποκαλύπτει, κατά τρόπο περίεργο, τη μόδα που τα διανοήθηκε. Όχι, ερωτεύτηκα αποκλειστικά αντικείμενα μη αισθητικά, ελάχιστα διαμορφωμένα, και συχνότατα ακατέργαστης ύλης, πρώτης ύλης. Μάζεψα γύρω μου τα πιο ετερόκλητα πράγματα. Ένα τενεκεδένιο κουτί μπισκότων, ένα αβγό στρουθοκαμήλου, μια ραπτομηχανή, ένα κομμάτι χαλαζία μια ράβδο μολύβδου, ένα τούμπο σόμπας. Περνούσα τις μέρες μου πιάνοντάς τα με τα χέρια μου, πασπατεύοντάς τα, μυρίζοντάς τα. Τους άλλαζα θέση χίλιες φορές τη μέρα. Είχαν χρέος να με διασκεδάζουν, να με απασχολούν, να με κάνουν να ξεχνώ τις συγκινησιακές εκείνες εμπειρίες, που τόσο πια με είχαν κουράσει.

Στον Δημήτρη Καλοκύρη