Λογοτεχνείο, αρ. 24

 

Κάρσον ΜακΚάλερς, Ανταύγειες σε χρυσό μάτι, εκδ. Γράμματα, 1982, μτφ. Έφη Φρυδά, σελ.80 – 81 (Carson McCullers, Reflections in a golden eye, 1941).

Και τότε έχοντας πια παραιτηθεί από τη ζωή άρχισε ξαφνικά να ζει. Μια μεγάλη τρελή χαρά τον πλημμύρισε. Ήταν κάτι που ήρθε το ίδιο απροσδόκητα όσο και το αφήνιασμα του αλόγου, κάτι που ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει. Τα μισάνοιχτα μάτια του έμοιαζαν γυάλινα, λες και βρισκόταν σε παραλήρημα, κι όμως τώρα έβλεπε καθαρότερα από ποτέ. Ο κόσμος ήταν έναν καλειδοσκόπιο, και καθεμιά από τις πολλές εικόνες που έβλεπε αποτυπωνόταν στο νου του με μια πυρωμένη ένταση. Κάτω στη γη, μισοθαμμένο μέσα στα φύλλα ξεπρόβαλε ένα μικρό λουλούδι, ένα εκθαμβωτικά λευκό κι εξαίσια δουλεμένο λουλούδι. Ο αγκαθένιος κώνος ενός πεύκου, το πέταγμα ενός πουλιού στο γαλανό ανεμοδαρμένο ουρανό, μια φλογισμένη ηλιαχτίδα μες στην πράσινη σκοτεινιά – ήταν σα να τα ’βλεπε για πρώτη φορά όλα αυτά. Ένιωθε τον καθαρό, τσουχτερό αέρα, το θαύμα του ίδιου του γεμάτου ένταση κορμιού του, την καρδιά του που πάσχιζε, το αίμα, τους μυς, τα νεύρα, τα κόκαλά του.

Στον Σταύρο Ζουμπουλάκη

Λογοτεχνείο, αρ. 23

Τζούνα Μπαρνς, Το δάσος της νύχτας, Εκδ. Αλεξάνδρεια, 1992, μτφ. Παναγιώτης Ι. Χατζηδάκης, σ. 113 (Djuna Barnes, Nightwood, 1936).

Η γυναίκα που παρουσιάζεται στο θεατή σαν μια «εικόνα» τακτοποιημένη μια για πάντα είναι ο υπέρτατος κίνδυνος για το στοχαστικό νου. Κάποτε συναντά κανείς μια γυναίκα που είναι θηρίο μεταμορφωνόμενο σε άνθρωπο. Κάθε κίνηση μιας τέτοιας ύπαρξης θα αναχθεί στην εικόνα μιας λησμονημένης εμπειρίας∙ στην οφθαλμαπάτη ενός αιώνιου γάμου, τη χαραγμένη στη φυλετική μνήμη∙ μια χαρά τόσο αβάσταχτη όσο θα ήταν και τ’ όραμα της αντιλόπης που κατεβαίνει μια αλέα, στεφανωμένη με άνθη πορτοκαλιάς και πέπλο νυφικό και με τη μια οπλή υψωμένη σε λιτή χειρονομία φόβου, βαδίζοντας μέσα στην αναρρίγηση της σάρκας που ετοιμάζεται να γίνει μύθος∙ όπως ο μονόκερως δεν είναι ούτε άνθρωπος ούτε στερημένο ζώο, αλλά ανθρώπινη πείνα που πιέζει το στήθος πάνω στη λεία της.
Μια τέτοια γυναίκα είναι ο μολυσμένος φορέας του παρελθόντος. Μπροστά της το κρανίο μας και τα σαγόνια μας πονούν – νοιώθουμε πως θα μπορούσαμε να τη φάμε, αυτή που είναι θάνατος φαγωμένος που επιστρέφει…

Στην Τζένη Μαστοράκη