Λογοτεχνείο, αρ. 16

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Η ιστορία της Σονέτσκα, εκδ. Νεφέλη, 1995, μτφ. Ράνια Τουτουντζή, σ. 131-132.

Κυριακή του Πάσχα. Αργά το βράδυ. Εκμηδενισμένη από την αδιαφορία των ανθρώπων και των φίλων, από το κενό του σπιτιού μου και το κενό της καρδιάς μου (η Σονέτσκα είχε εξαφανιστεί, ο Βολόντια δεν ερχόταν), είπα στην Άλια: -Άλια, αφού οι άνθρωποι έχουν όλοι εγκαταλειφθεί από τους ομοίους τους όπως κι εμείς οι δύο, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να πάμε να προσκυνήσουμε το Θεό όπως οι επαίτες. Τέτοιοι άνθρωποι – υπάρχουν αρκετοί και χωρίς εμάς! Δε θα πάμε πουθενά, σε καμία εκκλησία, και δε θα υπάρξει «Χριστός Ανέστη» – θα πάμε οι δυο μας να ξαπλώσουμε – σαν τα σκυλιά! […]
Συνεσταλμένοι ή όχι, σαν τα σκυλιά ή όχι – γρήγορα ξαπλώσαμε στο ίδιο κρεβάτι – το παλιό κρεβάτι της τροφού, γιατί τότε ζούσαμε μέσα στην κουζίνα…

Στον Γιώργο Τσακνιά

Λογοτεχνείο, αρ. 15

Νόρμαν Μέιλερ, Το Κατά Υιόν Ευαγγέλιον, εκδ. Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη, 1997, μτφ. Μαρία Αγγελίδου, σ. 334-335 (Norman Mailer, The Gospel According to the Son, 1997).

Αυτοί που ήρθαν ύστερα από μένα διάβασαν τα ευλαβικά κείμενα που έγραψαν όσοι με γνώρισαν. Ευαγγέλια γράφτηκαν από ανθρώπους που δε με είχαν γνωρίσει. (Κι ήταν ακόμα πιο ευλαβικά!) Αυτοί οι μεταγενέστεροι γραφείς – που λέγονταν πια χριστιανοί – είχαν ακούσει για τις περιπλανήσεις μου στην Ιουδαία και για τα κηρύγματά μου. Πρόσθεσαν πολλά. Μίλησαν για αγγέλους που κατέβηκαν από τα ουράνια την ώρα του θανάτου μου. Άλλοι περιέγραψαν το αστροπελέκι που έσκισε στα δύο το μεγάλο καταπέτασμα του Ναού την ημέρα εκείνη…
Γιατί πολλοί απ’ αυτούς που είχα κοντά μου αρέσκονταν στις υπερβολές. (…) Γι’ αυτό κι εγώ θα έπρεπε εδώ να σφραγίσω το ευαγγέλιό μου σαν τον Δανιήλ, με την ελπίδα ότι η αλήθεια είναι πράγματι αιώνια. Αλλά δεν μπορώ. Γιατί πρέπει να μιλήσω και για όσα ειπώθηκαν αφότου είχα φύγει…

Στον Γιώργο Ρωμανό