Λογοτεχνείο, αρ. 12

Τζων Φώουλς, Ο Μάγος, εκδ. Εστία, 2003, μτφ. Φαίδων Ταμβακάκης, σ. 153-154 (John Fowles, The Magus, 1966).

Ένιωθα ακριβώς το αντίθετο απ’ αυτό που οι Γερμανοί και οι Γάλλοι μεταφυσικοί του αιώνα μας μάς διαβεβαίωσαν πως είναι η αλήθεια: πως ό,τι είναι «άλλο» είναι εχθρικό για το άτομο. Σ’ εμένα αυτό το «άλλο» φαινόταν θαυμάσιο. Ακόμα και το πτώμα, ακόμα και οι αρουραίοι που τσίριζαν. Η ικανότητα να νοιώθεις, άσχετα με το κρύο, την πείνα και την ναυτία, ήταν ένα θαύμα. Προσπάθησε να φανταστείς πως μια μέρα αποκτάς μια έκτη, ως τώρα ασύλληπτη αίσθηση, κάτι που δεν γίνεται αντιληπτό από την αφή, την όραση, τις συνηθισμένες πέντε. Αλλά μια πολύ βαθύτερη αίσθηση, την πηγή απ’ όπου αναβλύζουν οι άλλες. Η λέξη «ύπαρξη» όχι πια ποιητική και περιγραφική, αλλά ενεργητική…Σχεδόν επιτακτική.

 Στον Τάσο Γουδέλη

Λογοτεχνείο, αρ. 11

Διαμαντής Αξιώτης, Ο οργισμένος Βαλκάνιος στα τενάγη των Φιλίππων, (από την συλλογή διηγημάτων Ξόβεργα με μέλι), εκδ. Νεφέλη, 1994, σ. 56-57.

Τα νερά, αριστερά, θα σηκώνουν σκόνες κι η άσπρη πάχνη θα είναι παχιά, καθισμένη στο σκυρόστρωμα. Ανάμεσα Μικρής Βόλβης και Μεγάλης, στη στροφή της γέφυρας, θα σφίξεις τα δάχτυλα σα μέγκενη και θα κολλήσεις τα μπούτια στα πλευρά της γκόμενας, α ρίξεις το σώμα μπροστά, να τη σκεπάσεις και να σε κρύψει στον κόρφο της, γιατί θα έχετε πάρει δυο στροφές τρελές και τρεις, θα πετάτε πάνω απ’ το χώμα και τα καλάμια, ντουγρού για τα μαδέρια και τις σιδερόβεργες, όπως θα χαράζετε, μαζί, μιαν ασημένια λάμψη. (…)

Ξέχασα να σου πω πως, γύρω σου, ανθεκτικά έντομα θα συζούν, με μυθολογικά κεφάλια και σάλιο κολλογόνο, λεβιάθαν και γήταυρος, έτοιμα να κληρονομήσουν τον πλανήτη. Εσύ, βέβαια, έφυγες ένα ταξίδι. Μη σε νοιάζει αν δε θα έχει χάρτες και πυξίδες στο περίπτερο. Εκεί θα βρεθείς χωρίς διευθύνσεις και τηλέφωνα στην κωλότσεπη και δε θα θυμάσαι κανένα όνομα δρόμου. Στο σταθμό δε θα σε περιμένει κανείς κι απ’ το λιμάνι θα έχουν φύγει οι φωτογράφοι. Κανείς δε θα ρωτήσει ηλικία και επάγγελμα. Κι αν ακούσεις πίσω σου λαλιά, μη γυρίσεις να δεις. Δε θα ’ναι για σένα η φωνή. Δραπέτευσα απ’ τη σκιά μου, να πεις· κι όποιος σε πιστέψει.

Στον Θεόδωρο Γρηγοριάδη