Το Δέντρο, τεύχος 207 – 208 (Μάρτιος 2016)

dentro

Τώρα που πλησιάζει το τέλος της ζωής μου, με γοητεύουν τα όρια όλης της αφήγησης. Ούτε ο Σέξπιρ ούτε ο Δάντης θα μπορούσα να επινοήσουν τον Στίβεν Χόκινγκ, το άτομο, το έργο του. Από το ελάχιστο άνοιγμα ενός βλεφάρου αυτός ο άνθρωπος βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος…

λέει ο Τζορτζ Στάινερ σε μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με τον Νίκολας Σέξπιρ. Ο «αταξινόμητος στοχαστής» θυμάται μεταξύ άλλων και την φράση που τον σημάδεψε για όλη του την ζωή: στην ηλικία των πέντε, παρατηρούσε από το παράθυρο στο Παρίσι τον όχλο που φώναζε «Θάνατος στους Εβραίους!». Αλλά ακολούθησε και η πολύτιμη φράση του πατέρα του: «Δεν πρέπει ποτέ να φοβηθείς. Αυτό που έχεις μπροστά στα μάτια σου ονομάζεται Ιστορία». Ο Στάινερ, που χαρακτηρίζεται στην αυτοβιογραφία του  ως «αναρχικός πλατωνιστής» παραδέχεται πως θα ήθελε να έχει γράψει αφήγηση υψηλοτάτου επιπέδου αλλά υπήρξε παθιασμένος με πάρα πολλά πράγματα για να το κάνει.

George-Steiner_

Σειρά στην θέση του συνομιλητή παίρνουμε εμείς, καθώς μας χαρίζει το κείμενό του Αγαπητοί αναγνώστες, τα βιβλία σάς χρειάζονται, κι ένα σύντομο δοκίμιο για τον Φέλιξ Κρουλ του Τόμας Μαν. Ο Μάριος Βάργκας Λιόσα διαβάζει προσεκτικά το πρόσφατο προκλητικό βιβλίο του Στάινερ Η ιδέα της Ευρώπης [The idea of Europe] και εστιάζει στην ιδιότητα του ευρωπαϊκού τοπίου που είναι προσβάσιμο με τα πόδια, μια γεωγραφία στα μέτρα των ποδιών. Αυτό το εκπολιτισμένο τοπίο δημιουργήθηκε ακριβώς επειδή εκεί η φύση δεν συνέθλιψε ποτέ την ανθρώπινη ύπαρξη.  Η Ευρώπη είχε πάντα ένα φυσικό περιβάλλον φιλικό προς τον άνθρωπο, που διευκόλυνε την επιβίωση και ευνόησε την επικοινωνία ανάμεσα σε διαφορετικούς λαούς και πολιτισμούς. Η Ευρώπη πλάστηκε και εξανθρωπίστηκε από την κίνηση του ανθρώπινου ποδιού. Δεν είναι υπερβολική η άποψή του Στάινερ ότι όλη η φιλοσοφία μας είναι βασισμένη στο βάδισμα, στην απλή πράξη του να βάλεις το ένα πόδι μπροστά στο άλλο, ενέργεια που χωρίς να το αντιληφθούμε μας πηγαίνει στον προορισμό μας.

calvino-wesley-large

Ο Αλμπέρτο Μανγκέλ διαβάζει ένα παλαιότερο βιβλίο του Στάινερ, Τα βιβλία που δεν έγραψα [My unwritten books], που δεν είναι μια επιτομή ευσεβών πόθων, αλλά περισσότερο ένας χάρτης τόπων την εξερεύνηση των οποίων ο Στάινερ αρνείται να ξεκινήσει. Μυστηριωδώς, η χαρτογραφία επαρκεί. Ένα δεύτερο μικρό αφιέρωμα αφορά τον Ίταλο Καλβίνο και περιλαμβάνει μια συναρπαστική Απολογία της εντιμότητας στη χώρα των διεφθαρμένων. Το ειρωνικό αυτό κείμενο, δημοσιευμένο στην La Repubblica το 1980, πυκνογραφεί σε τέσσερις σελίδες όλη την κωμικοτραγική παθογένεια των σύγχρονων διεφθαρμένων πολιτικών συστημάτων και ταιριάζει ιδανικά στα καθ’ ημάς. Ακόμα, ο Ουμπέρτο Έκο γράφει για τον Αναρριχώμενο βαρόνο, δυο Ιταλοί δημοσιογράφοι συνομιλούν για τον Καλβίνο «στον αστερισμό της Αθηνάς» και μια ακόμα παρουσιάζει συντομογραφικά τρία από τα έργα του Ιταλού συγγραφέα.

Svetlana-Alexievich_03_

Η τρίτη διακριτικά τιμώμενη του τεύχους είναι η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς. Τα βιβλία της Αλεξίεβιτς αποκαλύπτουν, γράφει στο κείμενό της η Βαλζίνα Μορτ, ένα συγκλονιστικά φιλόδοξο σχέδιο, μια προσπάθεια να συνοψισθεί ολόκληρη η σοβιετική ιστορία – επανάσταση, γκουλάγκ, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Αφγανιστάν, Τσερνόμπιλ, πτώση του Κομουνισμού – σε ένα χρονικό, δημιουργημένο από τον λόγο των ανθρώπων τους οποίους σπάνια ρωτούν οι ιστορικοί. «Τι κρίμα να λέγονται, να ψιθυρίζονται, να ακούγονται στεντόρεια τόσα πολλά στο σκοτάδι…Λάμπουν για ένα λεπτό και σβήνουν, όσο για σήμερα, εξαφανίζονται αμέσως», είχε πει παλαιότερα η Αλεξίεβιτς. Η συγγραφέας επηρεάστηκε από την πολυφωνική μέθοδο του βιβλίου των Άλες Αντάμοβιτς, Γιάνκα Μπριλ και Βλαντιμίρ Κόλεσνικ Κατάγομαι από το χωριό της φωτιάς, ένα «συλλογικό μυθιστόρημα» που αποτελείται μόνο από τον λόγο αληθινών ανθρώπων. Εδώ δεν μπορώ να μην θυμηθώ στα καθ’ ημάς το εξαιρετικό συλλογικό έργο μαρτυριών Ο κοινός λόγος με αφηγήσεις από την Μικρασιατική Καταστροφή, την προσφυγιά, τον πόλεμο και άλλες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Svetlana Alexievich_

Ο συγγραφέας Ρομπέρτο Σαβιάνο θεωρεί πως το Νόμπελ στην Αλεξίεβιτς δεν είναι απλώς αναγνώριση σε μια διανοούμενη που υπέστη την καταπίεση του καθεστώτος Λουκασένκο αλλά και μια επιβράβευση της μη μυθοπλαστικής αφήγησης [non fiction]. Η ετικέτα της λογοτεχνίας μέχρι τώρα έμπαινε στα ράφια με τα έργα μυθοπλασίας, καθώς εκδότες και βιβλιοπώλες συμμετέχουν στην μεγάλη παρεξήγηση σύμφωνα με την οποία λογοτεχνία είναι μόνο ό,τι είναι καθαρή επινόηση. Η στενοκέφαλη διαίρεση μεταξύ μυθοπλασίας και ρεαλισμού έγινε νόμος. Όμως η μη μυθοπλαστική αφήγηση είναι ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος, το οποίο δεν έχει στόχο την πληροφορία αλλά την περιγραφή της πραγματικότητας. Ο συγγραφέας της εργάζεται πάνω σε μια πραγματικότητα η οποία μπορεί να ερευνηθεί με επιστημονικά κριτήρια, αλλά την αντιμετωπίζει με την ελευθερία της ποίησης. Γνωρίζει ότι η πραγματικότητα υπερβαίνει κατά πολύ την φαντασία και δέχεται να γίνει το φερέφωνό της, ο ενισχυτής της.

Το μεγαλείο της Αλεξίεβιτς, καταλήγει ο Σαβιάνο, βρίσκεται ακριβώς στο λογοτεχνικό της σθένος, στην απόφασή της να μην ακολουθήσει την νόρμα εργασίας που επιβάλλουν οι εφημερίδες.  Ο αναγνώστης ενδιαφέρεται για μιαν άλλη αλήθεια: την αποτύπωση γεγονότων φιλτραρισμένων μέσα από τη λογοτεχνική σκέψη, τη φροντίδα των λέξεων: τον ενδιαφέρει να μετατραπούν αυτές οι συνεντεύξεις σε δημιουργικό υλικό και όχι σε δημοσιογραφικό ρεπορτάζ. Το κείμενο που επιλέχτηκε από το έργο της ίδιας της Αλεξίεβιτς για να ολοκληρώσει τις σχετικές σελίδες προέρχεται από μια συλλογή με μαρτυρίες για αυτοκτονίες [Μαγεμένοι απ’ το θάνατο, 1994].

Mikhail Zoshchenko_

Ένας τέταρτος φάκελος εγκαινιάζει μια σειρά ολιγοσέλιδων αφιερωμάτων σε σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, κυρίως πεζογράφους. Πρώτοι «φακελωμένοι» οι Νίκος Χουλιαράς και Γιάννης Ευσταθιάδης, με κείμενα των ιδίων (ανέκδοτα στην περίπτωση του Ν.Χ.) και δοκίμια για το έργο τους. Παρακάτω σέρνει τα βήματά του Ένας ενοχλητικός γέρος δια χειρός του ανεπιθύμητου για το Σοβιετικό Καθεστώς Μιχαήλ Ζοστσένκο, ο Μαρσέλ Προυστ αναζητά την χαμένη σιωπή στο θορυβώδες διαμέρισμα όπου έμεινε από το 1906 έως το 1919, συντάσσοντας επιστολές προς την γειτόνισά του με θέμα την έλλειψη ησυχίας, η Βιρτζίνια Γουλφ παίζει με τα ανίψια της [1923 – 1927] συντάσσοντας μια καθημερινή οικογενειακή εφημερίδα, ο Φίλιπ Ροθ γράφει ένα κείμενο Στον δάσκαλό του (όλοι οι εκπαιδευτικοί ονειρευόμαστε μια τέτοια αφιέρωση από τον συγγραφέα πρώην μαθητή μας), ο Κουρτ Βόνεγκατ προβαίνει σε παραινέσεις, οι περίφημοι αδελφοί Γκονκούρ μας ανοίγουν λίγες από τις σελίδες των μοναδικών τους ημερολογίων.

Smultronstallet.1957.

Στις Αναγνώσεις συνυπάρχουν μια Ιφιγένεια από την Βόρειο Ιρλανδία, ο Επίκτητος και ο μέσος άνθρωπος, και στα Φύλλα ο Τάσος Γουδέλης σκέφτεται πάνω στην διαβόητη έννοια του κλασικού και στην γνωστή αγγλοσαξονική φράση «τα πνεύματα που ωριμάζουν νωρίτερα από τα άλλα, δεν έχουν πάντα μεγάλη εξέλιξη», ενώ ένας εμμονικός συντάσσει επιστολή στην αγαπημένη του Ζαν Μορώ σε επτά μέρη. Η Χλόη Κ. Μουρίκη, τέλος, θυμάται τις Άγριες φράουλες και τον εβδομηνταεξάχρονο διάσημο γιατρό Ίζακ Μπορκ, που ταξιδεύει προς το Λουντ για να παρασημοφορηθεί από το πανεπιστήμιο για τα πενήντα χρόνια της επαγγελματικής του προσφοράς. Πρόσωπο κουρασμένο και μοναχικό έως μισανθρωπίας, κάνει τον απολογισμό της ζωής του ανάμεσα σε εφιάλτες και ηθικά διλήμματα.

Η σκηνή του αποχαιρετισμού με ενδιέφερε πάντα το ίδιο με τις μείζονες εστιάσεις του έργου: τα ερείπια της προσωπικής ζωής, τη νοσταλγία του χαμένου. Οι οπισθοφυλακές του Ίζακ Μπορκ (η γενική εκτίμηση, η αναγνώριση) δείχνουν ηττημένες απ’ τη νεανική ζωντάνια, όσο κι αν ο σύντομος διάλογος μοιάζει με τρυφερή κατανόηση. Εκείνοι που χαιρετούν ίσως νοιώθουν το δέος του επιλόγου. Αυτό που ποτέ δεν θα μας ξανασυμβεί είναι η ύλη της ιστορίας μας.

[200 σελ.]

Στις εικόνες: George Steiner, Italo Calvino, Svetlana Alexievich, Mikhail Zoshchenko, Άγριες Φράουλες.

Εμβόλιμον, τεύχος 77 – 78 (Φθινόπωρο 22015 – Χειμώνας 2016). Αφιέρωμα στον Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου

Εμβόλιμον ΝΑΑ_

Νομίζω το κυριότερο χαρακτηριστικό είναι η αδυναμία να ολοκληρωθεί κανείς σε μια ανθρώπινη σχέση. Περισσότερο ακόμα, μια δυσκολία να χαρεί κανείς τη ζωή. Ένα αίσθημα θανάτου και ανημποριάς πλανάται μέσα σε μια τελείως μοντέρνα και τεχνική κοινωνία. Γι’ αυτό στα ποιήματα πολύ συχνά υπάρχουν στοιχεία μηχανικά δεμένα με μια βαθύτερη δίψα για ζωή….

…απαντούσε ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου σε ερώτηση του Δημήτρη Καλοκύρη στο περιοδικό Τραμ, το 1979. Πρόκειται για την τελευταία εν Θεσσαλονίκη συνέντευξη που συστηματοποιεί και δημοσιεύει ο Θανάσης Μαρκόπουλος στο σχετικό του κείμενο εδώ· η σειρά των συνομιλιών ξεκινάει από την εφημερίδα Δράσις το 1965 (και αργότερα 1967 και 1968), συνεχίζεται στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη το 1966 και στον Νίκο Μπακόλα αλλά και στο περιοδικό Ausblicke το 1970.

Ένας νέος Ν.Α.Α.

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πτυχή του ποιητή (και κατ’ εμέ την γοητευτικότερη) εξετάζει ο Παναγιώτης Γούτας: «την ποίηση των ερειπίων», προφανώς και τα ερείπια στην ποίησή του. Επηρεάστηκε άραγε από τις προγενέστερες μνημειακές και …ερειπιακές ποιητικές γραφές του Καβάφη, του Σεφέρη, του Εγγονόπουλου ή του ελάσσονα ποιητή Αριστομένη Προβελέγγιου; Εδώ τίθεται κι ένα ευρύτερο ερώτημα, καθώς οι αρχαιολογικοί χώροι και τα σχετικά ευρήματα αποτελούν προσφιλή λογοτεχνικά και ιδίως ποιητικά θέματα. Μπορεί η αναφορά και μόνο σε αυτά να συνιστά επίδραση και επιρροή;

Μια άλλου είδους αφιερωματική κατάθεση που μου φαίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα στα αφιερώματα είναι η (συνήθως επί τούτου) γραφή ποιήματος ή πεζού που συνομιλεί με έργο του «τιμώμενου» συγγραφέα ή και αφιερώνεται σε αυτόν, όπως εδώ το ποίημα του Γιώργου Χ. Θεοχάρη με τον παρηχητικό τίτλο Λίγο μύρο μυρώνει τον Μύρωνα, ένα ποίημα του Κώστα Ριζάκη κι ένα μικρό πεζό της Έφης Καλογεροπούλου. Σε παράπλευρα δελτία, ο Δημήτρης Κονιδάρης εν πλήρη συντομία διηγείται μια παρ’ ολίγον γνωριμία. Το κείμενο του Βασίλης Ιωαννίδης αφορά την σχέση / σύνδεση του ποιητή με το περιοδικό Διαγώνιος και περιλαμβάνει πίνακα με όλες τις δημοσιεύσεις του στο περιοδικό.

Ταξιδεύοντας

Είπες, κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ / θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι. / Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη / θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις. / Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν / ή θα ταφούν σε ανήλιαγα σπουδαστήρια – κι είπες πάλι / ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει [Υστεροφημία]

Με ένα από τα «παραλειπόμενα» ποιήματα του Ασλάνογλου ολοκληρώνει το κείμενό της η Άννα Αφεντουλίδου, καταγράφοντας την «αυτιστική πορεία της παράφρονης ομορφιάς» στην ποίησή του. Ανάμεσα στα «ποιητικά χαρακτηριστικά και τα ποιητολογικά του παρεπόμενα» γράφει πως ο ποιητής παραβίασε τα διλήμματα τα δηλωτικά των ορίων της ποιητικής: του ρομαντισμού και του συμβολισμού, του ρεαλισμού και του υπερρεαλισμού, του παραδοσιακού και του μοντερνιστικού. Δεν διστάζω να χρησιμοποιήσω λεξιλόγιο πιο ρομαντικό και παλαιό και λεξιλόγιο σύγχρονο και τεχνολογικό – έτσι ώστε να βρίσκονται σε αμηχανία οι κριτική μου, δήλωνε.

Ωδές

Ο εύκολος έρωτας κι ο δύσκολος θάνατος δια χειρός Κώστα Κρεμμύδα δηλώνει εξαρχής την πρόθεση μιας μικρής αποκαθήλωσης έναντι των συνήθων αγιοποιήσεων που εκτοξεύονται αφειδώς, μετά θάνατον, εις βάρος πολλών ποιητών και της κεκτημένης αίγλης που τους συνοδεύει. Ο Στέλιος Λουκάς αναδημοσιεύει μια τηλεοπτική συνέντευξη με τον συγγραφέα. Σε μια ερώτηση περί μνήμης διαβάζω: Η μνήμη λειτουργεί κάπως σαν άσπρο χαρτί. Δηλαδή, ξαφνικά, καθώς ζω κάπου σ’ έναν άλλο χώρο, όχι Θεσσαλονικιώτικο – Ανθηναϊκό ή εκτός Ελλλάδος – ξαφνικά είναι το άσπρο χαρτί. Είμαι μέσα σ’ αυτό το χώρο που είμαι, το παρελθόν αποχρωματίζεται, χάνει το νόημά του, εφόσον οι αισθήσεις και τα αισθήματα δε λειτουργούν στο νέο χώρο με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούν όταν επιστρέφουν στον παλιό χώρο και τόπο…[σ. 87]

Αθήνα, Δράμα, Κόρινθος, Βέροια, Ελασσόνα, Μασσαλία, Κέρκυρα, το αεροδρόμιο της Μίκρας στην Θεσσαλονίκη, η λεωφόρος της Άνοιξης στην ίδια πόλη, η Τεργέστη, η θάλασσα της Ελσινόρης στη Δανία, η Ελ Μίνα, ελληνόφωνο χωριό του Λιβάνου. Ο ίδιος ο Ασλάνογλου μίλησε για την «τοπολατρία» του αλλά και για το γεγονός ότι ελάχιστες χώρες περνούσε μέσα στο σπίτι του. Όπως γράφει η Δήμητρα Μίττα στο δικό της κείμενο, ο ποιητής προτιμούσε τον έξω χώρο, τους δρόμους, εκεί «πολλαπλασιαζόταν», ένοιωθε «ασφάλεια»· το μέσα, τα γνώριμα κλειστά τοπία, ήταν για εκείνο απειλή.

Ο δύσκολος_

Ο Τάσος Πορφύρης συντάσσει ένα τελικό σημείωμα αποτίμησης του ποιητή, ο  Βασίλης Βασιλικός ανασύρει πρώιμες μνήμες από την γνωριμία τους και ομολογεί πως περιμένει το εν λόγω αφιέρωμα για να συμπληρώσει τα βιογραφικά κενά που του δημιουργήθηκαν από την απουσία δεκαετιών, ο Διονύσης Στεργιούλας ανασύρει ένα νεανικό κριτικό του κείμενο. Άλλοι ενδεικτικοί τίτλοι μεταξύ πολλών κειμένων: Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου: Η πυκνοκατοικημένη εξορία του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, Βάσω Οικονομοπούλου: Η ιδέα της όρασης και η ιδέα ως όραση στην ποίηση του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, Χρίστος Παπαγεωργίου: Ωδές στον Πρίγκιπα ή Η απώλεια του ερωτικού αντικειμένου, Μαρία Πολίτου: Πόσο σ’ αγάπησα σκόρπισμα μιας ζωής βαθύ, ατελείωτο» Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (1931 – 1996). Το τεύχος κοσμείται με την ζωγραφική του Γιάννη Παπανελόπουλου.

[160 σελ.]

Η φωτογραφία από την παράσταση «Ωδές στον πρίγκιπα» της ομάδας Nova Melancholia [χώρος Μπαγκλαντές, 2016] «μια ιδιότυπη ποιητική βραδιά για τον Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου», υπό την σκηνοθεσία του Βασίλη Νούλα.