Εντευκτήριο, τεύχος 100 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2013, κυκλοφ. Ιούλιος 2013)

Layout 1Λέγαμε για τη στενοχώρια που μπορεί να νιώθει ένας εκδότης (άλλη κακόηχη λέξη, αλλά και οι λέξεις πλαστουργός ή δημιουργός θα ακούγονταν υπερφίαλες) περιοδικού. Την ώρα που τον επαινούν για ένα τεύχος που κρατάνε φρέσκο στα χέρια τους οι άλλοι ο ίδιος να μελαγχολεί κρυφά μέσα του γιατί ξέρει αυτό που δεν θα μάθει ποτέ κανείς: Πόσα κείμενα που τον ενθουσιάζουν όσο τα δημοσιευμένα δε κατόρθωσε να τα περιλάβει τελικά στις σελίδες του τεύχους που επαινείται. Τελικά, η έκδοση ενός περιοδικού, όπως όλα τα σημαντικά πράγματα σε αυτή τη ζωή, ενώ φαίνεται προϋπόθεση μιας κοινότητας ανθρώπων, καταλήγει σε μια προσωπική εχέμυθη, σχεδόν μυστική περιπέτεια…

…γράφει στην επιστολή του ο Θανάσης Θ. Νιάρχος [σ. 83] και ακόμα κι αν δεν γνωρίζει κανείς ποιον αφορά το κείμενο, μπορώ να φανταστώ αμέτρητους αναγνώστες να σκέφτονται τον Γιώργο Κορδομενίδη, το Εντευκτήριο του οποίου διανύει ήδη τον 26ο χρόνο ανελλιπούς παρουσίας και συμπλήρωσε τις 100 εκδόσεις. Ο εορτασμός δεν μπορεί παρά μια επετειακή έκδοση: μια συλλογή01-cover λογοτεχνικών και άλλων κειμένων που περιέχουν τη λέξη ή τον αριθμό εκατό, γραμμένων επί τούτου από τους διαχρονικούς, τακτικούς συνεργάτες του και άλλους νεότερους.

Έτσι το τεύχος είναι πλήρες ιστοριών όπου το Εκατό είναι αριθμός σε διεύθυνση (Νίκος Βατόπουλος, Γιώργος Μητάς), απόπειρες συγγραφής ενός κειμένου (Άρις Γεωργίου), σχεδιαζόμενα βιβλία για ανάγνωση (Θεόδωρος Γρηγοριάδης), οι φορές που διπλώνεται ένα μικρό ύφασμα από νεαρό κορίτσι (Σταύρος Ζαφειρίου), κομμάτια της ψυχής (Θωμάς Κοροβίνης για την Φλέρυ Νταντωνάκη), σωζώμενα κατάστιχα (Παναγιώτης Κουσαθανάς), στοιχεία ταυτότητος (Αχιλλέας Κυριακίδης), απόσταση σε μέτρα (Γιώργος Σκαμπαρδώνης) και βέβαια ηλικία, όπως τα χρόνια του Πάτρικ Λη Φέρμορ που αποχαιρετά στην Καρδαμύλη η Εβίτα Αράπογλου.

ent30Πεζά καταθέτουν και οι Βασίλης Αμανατίδης, Κατερίνα Δασκαλάκη, Άκης Δήμου, Γιάννης Επαμεινώνδας, Γιάννης Ευσταθιάδης, Σπύρος Καρυδάκης, Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, Μαρία Κουγιουμτζή, Κωνσταντίνος Ματσούκας, Σοφία Νικολαΐδου, Δημήτρης Νόλλας, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Μανόλης Ξεξάκης, Κωνσταντίνος Παπαχαράλαμπος, Θοδωρής Ρακόπουλος, Γιαν Χένρικ Σβαν, Σάκης Σερέφας, Μαρία Στασινοπούλου, Έρση Σωτηροπούλου, Γιώργος Τούλας κ.ά., ενώ ποίηματα οι Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Κική Δημουλά (το εκατό ως εχθρός του απροσμέτρητου), Νίκος Ειρηνάκης, Γιάννης Καράτζογλου, Χριστόφορος Λιοντάκης, Κώστας Μαυρουδής, Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Σαριφούρ Ραμάν, Μαρίνα Τσβετάγιεβα (μτφ. από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης) κ.ά.

Το πρωτότυπο αφιέρωμα συμπληρώνουν, μεταξύ άλλων, ένα ιδιόχειρο σημείωμα του Ντίνου Χριστιανόπουλου, μια αφιέρωση κι ένα υστερόγραφο του Δ.Ν. Μαρωνίτη, ένα μικρό κομμάτι του Αυγούστου Στρίντμπεργκ (μτφ. Μαργαρίτα Μέλμπεργκ), κείμενα της Βάνας Χαραλαμπίδου και «λίγα λόγια» από τον Δημήτρη Δασκαλόπουλου, όπου, μ45εταξύ άλλων τονίζεται αυτό που όλοι έχουμε παρατηρήσει, ότι ακόμα και στα πολυσέλιδα αφιερώματα του περιοδικού δεν εξοβελίστηκαν οι τακτικές στήλες και η συνήθης ύλη.

Ένας πλήρης πίνακας συγγραφέων και συνεργατών των εκατό τευχών συμπληρώνει την σύναξη των κειμένων, στα οποία, όπως σημειώνει στο περιθώριο της δικής του ιστορίας του ο Γιώργος Αδαμίδης, κάθε ομοιότητα με υπαρκτά πρόσωπα και περιστατικά οφείλεται στην ανεξέλεγκτη τάση της ζωής να αντιγράφει την τέχνη. Στoν Σκοτεινό Θάλαμο, τα Ιστορικά Κολάζ της Ρένας Ηλιάδου θυμούνται το γνωστό διαχρονικό ερώτημα του Βίσμαρκ «Πώς να πιστέψει κανείς στην ιστορία, όταν για γεγονότα που έγιναν μόλις χθες, λέγονται τόσα ψεύδη;» και εκφράζουν ακριβώς αυτή την παραποίηση της ιστορικής πραγματικότητας.

ent39Στα ευπρόσδεκτα, όπως προαναφέρθηκε, εκτός αφιερώματος κείμενα, η Μαρία Τσαντσάνογλου γράφει για τον συλλέκτη Γιώργο Κωστάκη και τη Συλλογή Ρωσικής Πρωτοπορίας στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και ο Άκης Παπαντώνης για την «Ομιλούσα σιωπή στο έργο των Κέιτζ και Κάφκα» θυμίζοντας τον καφκικό αφορισμό πως η γλώσσα δεν είναι παρά μια κακή μετάφραση αλλά και μια παλαιότερη, μετεφηβική ημερολογιακή καταγραφή του συγγραφέα πως «οι λέξεις είναι κακοί αναρριχητές και κακοί ανθρακωρύχοι. Δεν μπορούν να κατεβάσουν το θησαυρό από τις κορυφές των βουνών ή να τον ανασύρουν από τα βάθη τους».

Οι πιο καλοί, βαθείς, απολαυστικοί οργασμοί είναι αυτοί που τους προκαλείς μόνη σου, μηχανικοί οργανισμοί, δε λέω, χωρίς τα φούμαρα, τα άνθη, τις μεταξωτές κορδέλες, του τάχαμ τάχαμ ταυτόχρονου οργασμού που, εντάξει, καλός κι αυτός, αν προκύψει, ως κατάληξη τρυφερότητας, συντροφικότητας, παιχνιδιού, άντε και πάθους, άμα λάχει, αλλά στον οργασμό πρέπει να συγκεντρώνεσαι, να εμβαθύνεις ολότελα στο σώμα σου, να μη σε απασχολεί τίποτε άλλο, και να κοντρολάρεις απόλυτα τους μυς σου, σα να σωφάρεις αυτοκίνητο, να το οδηγείς εσύ εκεί που σε πάει η σήραγγα. [ent152…]. ο οργασμός τι είναι; ένας σπασμός είναι, ένα βότσαλο στη λίμνη, αν η ριξιά είναι καλή, και καταφέρεις να σφίξεις τους μυς στο σωστό κλάσμα του δευτερολέπτου, οι κύκλοι στο νερό θα ανοίξουν, θα πλαταίνουν στο άπειρο, αν όχι ζούφιο αμύγδαλο, υποψία ηδονής, ρηχή, θαμπή κι ανούσια…

… διαβάζουμε στο ερωτικότερο «εκατοστιαίο» κείμενο (Εκατό οργασμοί και βάλε) δια χειρός Νόρας Πυλόρωφ – Προκοπίου, που «μεταγράφει» τη συζήτηση τριών συμμαθητριών, ετών πενήντα. Πέρα από την βαθιά αλήθεια του κειμένου, δε μπορώ να μη διακρίνω τις υπόγειες ομοιότητες των εκατό οργασμών με τους άλλους, τους πνευματικούς, που μας προκάλεσε το Εντευκτήριο όλα μας αυτά τα χρόνια. [σ. 216]

Εντευκτήριο, τεύχος 97 (Μάιος – Ιούνιος – Ιούλιος 2012)

Ο Ζαν Ζενέ πέθανε το 1986 από καρκίνο, μόνος στο δωμάτιο ενός φτηνού ξενοδοχείου του Παρισιού, ύστερα από μια ζωή εγκατάλειψης, καταδικών, εγκλεισμών σε αναμορφωτήρια και φυλακές, περιπλανήσεων στα λιμάνια και τα καταγώγια. Βίωσε την εγκατάλειψη από τη μητέρα του, που δεν γνώρισε ποτέ, γεγονός που τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή και σημάδεψε και το έργο του· την ίδια την φανταζόταν σαν κλέφτρα, είτε για να δικαιολογήσει τη δική του αδυναμία είτε για να την νιώσει πιο κοντά του. Η Καμίλ Ζενέ είχε διαδοχικά εμπιστευτεί τα δύο αγόρια της στην Υπηρεσία Κοινωνικής Πρόνοιας και από τον Φεβρουάριο 1911 μέχρι και τον Αύγουστο 1913 είχε αποστείλει τέσσερις επιστολές της προς τον διευθυντή της Υπηρεσίας με τις οποίες ζητούσε παρακλητικά να μάθει τα νέα τους. Ο Ζενέ δεν γνώρισε ποτέ τη μητέρα του και πληροφορήθηκε την ύπαρξη αυτών των επιστολών (που ανακαλύφθηκαν πριν από λίγα χρόνια στα κρατικά αρχεία και δημοσιεύονται στο τεύχος) όταν πια ήταν περίπου εξήντα ετών και δήλωσε πως ήταν πια πολύ αργά…

Μια άλλη ιστορία, που κάλλιστα θα μπορούσε να έχει γράψει ο Ζενέ αφορά ένα πραγματικά μυθιστορηματικό ζεύγος, και πάλι στη Γαλλία της δεκαετίας του ’20. Ο εργάτης Πολ Γκραπ και η εργάτρια Λουίζ Λαντί παντρεύονται το 1911 και ένα χρόνο ο Πολ στρατεύεται, παίρνει μέρος σε μάχες, λιποτακτεί κι επιστρέφει κρυφά στο Παρίσι, όπου για να περάσει απαρατήρητος μεταμφιέζεται ζει ως γυναίκα με τη γυναίκα του, κυκλοφορεί και εργάζεται ως γυναίκα αλλά και συνάπτει ερωτικές σχέσεις με άντρες και με γυναίκες. Το κείμενο εδώ αποτελεί προδημοσίευση από το βιβλίο «Η γκαρσόν και ο δολοφόνος» [υπό έκδοση από τις Εκδόσεις του 21ου].

στο Δάσος της Βουλόνης, όπου τόσο της άρεσε να συχνάζει, ήταν πια «η βασίλισσα των γκαρσόν», ολοένα και πιο άπληστη για νέες γνωριμίες και πρωτάκουστες εμπειρίες. Της άρεσε ιδιαίτερα να πηγαίνει «στις Ακακίες», αλέα που είχε γίνει γνωστή το 19ο αιώνα ως τόπος κοσμικών ραντεβού και που είχε μεταμορφωθεί σταδιακά σε περιοχή πορνείας. […] Τον Απρίλη του 1923, έβαλε μια μικρή αγγελία στο Mon flirt. […] Παρουσιαζόταν ως «ηδονίστρια, βίαιη και διεστραμμένη» και αναζητούσε «κυρίες ή δεσποινίδες» για να μοιραστούν ατέλειωτα χάδια και μελετημένες τρυφερότητες. […] Παρατούσε όλο και πιο συχνά τη δουλειά της για να περάσει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της στο Δάσος της Βουλόνης όπου συναντούσε γυναίκες και άντρες ελεύθερων ηθών….

Εσένα θα σε κηδέψουν οι ήρωές σου, αυτοί που είναι απέθαντοι, μην ανησυχείς, είπε κάποτε ο Αργύρης Χιόνης στην Ζυράννα Ζατέλη για να της καταλαγιάσει το παράπονο ποιος θα μείνει να την κηδέψει έτσι όπως φεύγουν τόσοι, κι η συγγραφέας θυμάται τα μύρια όσα από τον συγγραφέα με αφορμή το πολυσέλιδο αφιέρωμα του τεύχους. Ανέκδοτα κείμενα του ίδιου, αφηγηματικά κείμενα του Δημήτρη Νόλλα, των Γιαν-Χένρικ Σβαν και Μαργαρίτας Μέλμπεργκ, καθώς και μελετήματα του Αλέξη Ζήρα, της Ντάντης Σιδέρη-Σπεκ, του Σταύρου Ζαφειρίου, της Μαρίας Στασινοπούλου και του Σωτήρη Γάκου ολοκληρώνουν την 37σέλιδη σπονδή.

Πεζά του Γιάννη Τσίρμπα, του Δημήτρη Μίγγα, του Γιάννη Παλαβού, της Μαρλένας Πολιτοπούλου, του Δημήτρη Τανούδη, του Κυριάκου Γιαλένιου, ποιήματα της Μαρίας Λαϊνά, της Άννυς Κουτροκόη, της Ντίνας Καραβίτη, της Μαρίας Ταταράκη, του Χρήστου Τσιάμη, του Κώστα Νησιώτη, της Βικτωρίας Καπλάνη, του (Κύπριου) Κυριάκου Ευθυμίου, δοκίμιο της Κικής Δημουλά για ένα πεζογραφικό βιβλίο του ζωγράφου Παναγιώτη Τέτση και κείμενο του Πάνου Θεοδωρίδη για τα διαχρονικά αίτια της ελληνικής κρίσης και ειδικό τετράχρωμο ένθετο 16 σελίδων με φωτογραφίες του Αχιλλέα Τηλέγραφου και σχέδια της Γεωργίας Τρούλη συμπληρώνουν το τεύχος. Σταχυολογώ από τον πάντα απολαυστικό Θεοδωρίδη:

Αλλά ακόμη και η έννοια της πατρίδας είναι σκοτεινή, επειδή τη χειριζόμαστε για να κρύβουμε τις διαφορές μας, επειδή τις θεωρούμε βλακωδώς αντεθνικές. Η Ελλάδα, κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε να έχει αποκεντρωθεί εδώ και δεκαετίες. Ο Θεσσαλός, ο Θρακιώτης ή ο νησιώτης έχουν διακριτές διαφορές. Μόνον μετά το 1832 και τον Λόρδο Πάλμερστον, που ξέχασε να ρωτήσει, στη μικρή μας χώρα η διαφορά θεωρείται ένοχη. Το ότι υπάρχουν περιοχές γεμάτες από μουσικές ιδέες και άλλες περιοχές όπου τα τραγούδια ακούγονται μονότονα και λίγα δεν σημαίνει πως οφείλεται στο ότι είχαν τούρκους δυνάστες. [σ. 42]

[176 σελ.]

Στις φωτογραφίες: Ζαν Ζενέ, Αργύρης Χιόνης, Μιτσούκο.