Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 21 (άνοιξη 2009-2010)

Αφιέρωμα Η ζωή του συγγραφέα

Ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ δεν ζει πια, αλλά ο Ron Rosenbaum δημοσίευσε το 1997 ένα εξαιρετικό κείμενο με αφορμή την αιφνιδιαστική άδεια που συγγραφέα σ’ έναν μικρό εκδοτικό οίκο να εκδώσει την τελευταία δημοσιευμένη νουβέλα του (Hapworth 16, 1924, που είχε εμφανιστεί στο New Yorker το 1965 κι έκτοτε κυκλοφορούσε σε χιλιοτυπωμένα φωτοαντίγραφα). Ο Rosenbaum επιχειρεί να εισχωρήσει σε αυτή την ενσυνείδητη, εσκεμμένη σιωπή – πνευματική αυταπάρνηση με δυο τρόπους. Πρώτα την συνεξετάζει σε σχέση με όλη την Ομάδα της Σιωπής (Σάλιντζερ, Πίντσον, Ουάρτον, ΝτεΛίλο), αυτή την πανίσχυρη μειονότητα της αμερικανικής κουλτούρας που αντιστέκεται στην κουλτούρα της αυτοπροβολής που έχει σαρώσει το εκδοτικό τοπίο και έμπρακτα αποδοκιμάζει τον εκκωφαντικό «λευκό θόρυβο» που παράγεται από το δίπολο «βιομηχανία – διαφήμιση». Κατόπιν εστιάζει στην ειδική περίπτωση του αποτραβηγμένου συγγραφέα, μαζί μ’ ένα προσκύνημα στο Σπίτι και στον Τοίχο του, στο ορεινό χωριό – καταφύγιο του τα τελευταία 44 χρόνια, σ’ έναν υπέροχο συνδυασμό δοκιμίου και προσωπικού οδοιπορικού, προς τιμή του τελευταίου, ίσως, ιδιωτικού προσώπου της Αμερικής.

Σ’ ένα άλλο εξαιρετικά ενδιαφέρον δοκίμιο ο Peter Conrad γράφει για τον Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, τον Πορτογάλο μυθιστοριογράφο που ανακάλυψε την λογοτεχνική κλίση καθώς έφερνε στον κόσμο βρέφη και ανέτεμνε σώματα, κατά την υποχρεωτική στρατιωτική του θητεία στην Ανγκόλα των αρχών της δεκαετίας του ’70, Η απόφαση να γράψει για τους χαμένους της ζωής είχε παρθεί, ενώ η μάχη για τους ζωντανούς συνεχίστηκε αργότερα σε νοσοκομείο για παιδιά με καρκίνο. Ούτως ή άλλως η ρουτίνα της καθημερινής ιατρικής τον διαμόρφωσε ως συγγραφέα. Μέχρις εμμονής τοπικιστής της Πορτογαλίας, ο Λόμπο Αντούνες μίλησε για το Φάντο, τους στρατιώτες της Μοζαμβίκης, τους retornados της αποικιοκρατίας, μετακίνησε τα αγάλματα της Λισαβόνας σαν πιόνια σε σκακιέρα, χρησιμοποίησε τις λέξεις σαν ζώντες οργανισμούς, έγραψε μέχρι νοσηρότητας για τις αρρώστιες, έγραψε τον μονόλογο ενός τραβεστί σε νάιτ κλάμπ στο Τι μπορώ να κάνω όταν όλα καίγονται και μέχρι σήμερα καθρεφτίζει την εθνική συνείδηση της πατρίδας του αλλά και της υπενθυμίζει το ανεπιθύμητο αποικιοκρατικό και δικτατορικό παρελθόν της.

Ο Ισμαήλ Κανταρέ διηγείται την ιστορία της Ένωσης Συγγραφέων της Αλβανίας (ιδίως μεταξύ 1962 και 1967) ως ιστορία μιας κοινής γυναίκας, η οποία άλλωστε ζούσε σε παράπλευρο δρομάκι στο ίδιο ύψος με την έδρα της Ένωσης και ο Louis Menand κειμενογραφεί σχετικά με το αν πρέπει να διδάσκεται ή όχι η δημιουργική γραφή, με εκατέρωθεν εξουθενωτικά επιχειρήματα και αλλά και ενδιαφέροντα ονόματα να έχουν δημιουργήσει, περάσει, διδάξει αλλά και εκ των έσω απορρίψει ή απλώς βιοπορισθεί από τα σχετικά εργαστήρια: Τζον Μπαρθ, Τζόυς Κάρολ Όουτς, Ρέιμοντ Κάρβερ, Τόμας Γουλφ, Φίλιπ Ροθ, Τζον Ίρβινγκ, Τομπάιας Γουλφ, Ε.Α. Ντόκτοροου, Κουρτ Βόνεγκατ, Νέλσον Άλγκρεν, Μάλκολμ Μπράντμπερι, Άνγκους Γουίλσον, Τζον Γκάρντνερ. Ακόμα: εκτενής παρουσίαση του Truman Capote, διηγήματα των Peter Handke και Roberto Bolano, ένα μνημόνιο του Erneste Hemingway, μια συνομιλία του Mario Vargas Liosa, αλληλογραφία Virginia – προτού γίνει Wolf – με τον κύριο Wolf, δοκίμιο του Γιώργου Μπλάνα για τον E.A. Poe κ.ά.

Από τις εγχώριες συγγραφικές δυνάμεις, 9 έλληνες συγγραφείς ημερολογιογραφούν μια ημέρα από τη ζωή τους και οι Νίκη Χατζηδημητρίου και Σοφία Νικολαΐδου προσθέτουν όψεις του αβαθούς θέματος. Στο διηγηματικό μέρος, Ο Παράδεισος των Λευκών Σελίδων της Μαρίας Ευσταθιάδη (που ως τίτλος που μου φέρνει στο μυαλό τον Νόμο των Λευκών Διαστημάτων και είναι εξίσου νοσηρό) μέσα από έναν «α-τελή» λαχανιαστό μονόλογο παρουσιάζει την απωθητική αλλά τραγικά σύγχρονη εικόνα ενός ανθρώπου – γουρουνιού, που τυγχάνει συγγραφέας εμπνεόμενος από αυτές τις ιδιότητες. Τέλος η Ζυράνα Ζατέλη έχοντας για άλλη μια φορά τηρήσει το επτάχρονό της χρονοδιάγραμμα, αφοσιώνεται στο παιχνίδι των ερωτοαπαντήσεων, την στιγμή που η παλαίμαχη Olympia γραφομηχανή της έχει αφεθεί σε Ολύμπια σιωπή, προτού ξαναρχίσει το ταπ ταπ της, «σαν το ταμπούρλο της ερήμου».

Στις εικόνες: Ο Λογοτέχνης Ιατρός, ο Αποτραβηγμένος Συγγραφέας και…Εσύ Είσαι Τζ.Ντ.Σ.; (ή, αλλιώς, δεν εντοπίσαμε εμείς τον Σάλιντζερ, αυτός μας εντόπισε…)

Γαλέρα για τις ακυβέρνητες πολιτείες, τεύχος 42 (Μάρτιος 2009)

 

Να δείτε που στο τέλος θα το κάνουν οικόπεδα… Πιθανόν να μείνει κι η ονομασία «Σκοπευτήριο», ουδέτερα όμως, χωρίς καμία ειδική σημασία, αλά πλατεία Συντάγματος, θα φέρνει στα μυαλά των ανθρώπων τους αργόσχολους που κάναν βόλτα σε χάρτινους στόχους, σε πιατάκια πήλινα και σε περιστέρα. Σε ανθρώπους, ποτέ. Κατά τη γερμανικη κατοχή; Μα συνέβηκε ποτέ τέτοιο πράγμα; έγραφε ο Μάριος Χάκκας στο Σκοπευτήριο Καισαριανής το 1972 και είχε προφητικό δίκιο.

Ο κόσμος μας είναι ούτως ή άλλως γεμάτος θλιβερούς χακκικούς χαρακτήρες. Άλλοι επαληθεύουν την πρόβλεψή του, άλλοι μετατρέπουν μια αρχαία λίμνη στην Ελευσίνα σε δεξαμενή πετρελαιοειδών και απαγορεύουν την φωτογράφηση της απειλούμενης πανίδας, κάποιοι τρίτοι πηγαίνουν τα βράδια και ξεριζώνουν φρεσκοφυτεμένα δεντράκια ενός παραλιακού κτήματος στο Αλιβέρι (κρίνοντας προτιμότερο τον λιθανθρακικό θάνατο από οιονδήποτε άλλο), κάποιοι τέταρτοι σκάρωσαν ένα ταιριαστό εξάμβλωμα στην παραλία της Θεσσαλονίκης, κάποιοι τελευταίοι δημιουργούν χαμό για την αντίδραση στη μετατροπή των πάρκων (ενώ τι θα αλλάξει; 2 γράμματα μόνο: πάρκ-ο – πάρκ-ιν).

Μα κι έξω από το χωριό μας συμβαίνουν όμορφα πράγματα. Στην Ινδία δεν υποφέρουν μόνο οι παροικούντες τις χίλιες αποικίες λεπρών, αλλά και οι θεραπευμένοι, εφόσον ο νόμος ορίζει την ασθένεια ως ανίατη. Συνεπώς δεν δικαιούνται ούτε να οδηγούν, διώκονται ακόμα και από τα καφέ, τους επιτρέπεται όμως να κάνουν ελεημοσύνη – ευτυχώς! Δυτικότερα, σ’ ένα πλοίο μέσα στο βρετανικό λιμάνι του Lincolnhsire, Ιταλοί και Πορτογάλοι εργάτες βρίσκονται αποκλεισμένοι από Βρετανούς συναδέλφους που φωνάζουν: «Κλέβετε δουλειά από τους ντόπιους που την έχουν ανάγκη»! Ιδού μια πρώτη εκδήλωση μιας κρίσης που κατασκευάζει εχθρούς: η ενδοταξιακή πάλη. Το ίδιο κι εδώ: μέχρι σήμερα θεωρούσαμε τους μετανάστες ως πρόβλημα δημόσιας τάξης (ενώ η παραγωγή ευημερούσε χάρη στη φθηνή και ανασφάλιστη εργασία), ενώ τώρα μετατρέπονται ως ασφαλιστική απειλή κι ως ανταγωνιστές κλέφτες στην αγορά εργασίας.

Οι ιστορίες δεν τελειώνουν ποτέ και το ένα κείμενο είναι πιο ενδιαφέρον από το άλλο. Ο ακτιβιστής πολιτικός γελοιογράφος από τη Νότια Αφρική Τζόναθαν Σαπίρο (ή σκέτο Ζαπίρο), σ’ ένα διάλειμμα από τις πλείστες διώξεις που υφίσταται για τις δημοσιεύσεις του, μας δίνει μια πλήρη εικόνα του Νότιου Άκρου, ο κομαντάντε Ούγκο Τσάβες ντοκυμαντερογραφεί την δονκιχωτική του ιστορία, η Θεωρία της Αποανάπτυξης νικά κατά κράτος την αναπτυξιολαγνεία, ο Robin Rimbaud εντάσσει στην ηλεκτρονική του μουσική πλήθος τηλεφωνικών διαλόγων, ο Soloup γελοιογραφεί ένα περίφημο γνωστό ανέκδοτο.

Ακόμη: ανταπόκριση από τη Βηρυτό, από το καλλιτεχνικό νεκροτομείο των Bodies, μια εξασέλιδη εικαστική βουτιά στον υπέροχο Μ.Ε.Έσερ, η δωδεκάλογη Πικαντύλη του Νίκου Κουνενή, τα 100 πρώτα της Γαλέρας (στο 45 ο Γαβράς: Εγώ δεν πιστεύω πια στον Θεό, πιστεύω μόνο στους ανθρώπους, στο 62 το μνημειώδες Αγαμόθυτο Του οχτάωρου οι πεσόντες νανουρίζονται με τσόντες), δύο έργα σεξ, διήγημα του παρισινού περιθωρίου, η Γαζέτα (δισέλιδη διαγαλαξιακή εφημερίδα του 3009), κόμικς και άλλα. Αυτές οι παρά-έξι-100 καλογυαλισμένες σελίδες μεγάλου μεγέθους, πλείστων χρωμάτων, επιμορφωτικών πλανητικών ταξιδίων και βαθύτατων προβληματισμών κυκλοφορούν την πρώτη Τετάρτη κάθε μήνα και είναι, λένε, απλώς ένα «μηνιαίο πολιτικό και σατιρικό έντυπο».

Επισκεπτήριο: http://www.galera.gr/. Στην φωτογραφία: Ο φιλοξενούμενος του σαλονιού της Γαλέρας M.E.Escher και το Belvedere του. Πρώτη δημοσίευση: εδώ.