Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 47 (Δεκέμβριος 2009)

Η ιδέα της απούσας πόλης είναι κάτι πολύ ζωντανό για μένα. Κάθε φορά που περπατώ στο Μπουένος Άιρες ανακαλύπτω κάποιο δρόμο, κάποιο μέρος όπου έχω ζήσει στο παρελθόν, που πια δεν είναι αυτό που ήταν, που συνεχίζει να υπάρχει εκεί, διαφορετικό απ’ αυτό που ήταν. Είναι μια πόλη που πια δεν υπάρχει αλλά συνεχίζει να είναι παρούσα ως μια χαμένη προσωπικότητα.

Ακόμα κι όταν απαντάει σε ερωτήσεις ο Ρικάρντο Πίγλια [Ricardo Piglia, γεν. 1940] ανάβει πολλαπλά φωτάκια σκέψης και συνείδησης, πόσο μάλλον όταν γράφει διηγήματα και μυθιστορήματα. Βέβαια είναι η μικρή φόρμα εκεί όπου έχει θαυματουργήσει αυτός ο υπέροχος Αργεντινός, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς εκείνου του Νότου και οποιουδήποτε Νότου. Στο Πλανόδιο τούτο Αφιέρωμα η Ελένη Κεφάλα συζητά μαζί του, μεταφράζει κείμενά του (όπως το εκπληκτικό Η τρελή και η ιστορία του εγκλήματος) και μας εισάγει στο έργο του, έναν κόσμο όπου δίνεται φωνή στις πιο ετερογενείς και ετερόκλητες παραδόσεις και αφηγήσεις.

Αν ο κάθε συγγραφέας δημιουργεί τους προδρόμους του, όπως είχε πει ο Μπόρχες, τότε αυτός ο Αργεντινός έχει πίσω του ολόκληρη παρέα: Κάφκα, Μεσεδόνιο, Αρλτ, Χέμινγουέι, Μπρεχτ, Ονέτι (Το Ναυπηγείο του οποίου σεναριακά μετέπλασε για ταινία) και πολλούς ακόμα. Με μια προσωπική αισθητική συγκρητιστική δυο αντίρροπων πόλων (Χόρχε Λουίς Μπόρχες – Ρομπέρτο Αρλτ) οι σύντομες φόρμες του ή αλλιώς κείμενα μικρού μήκους ή αλλιώς μικροαφηγήσεις εκφράζουν «τις εναλλακτικές φωνές που θέτουν σε αμφισβήτηση τις ολοκληρωτικές αφηγήσεις». Για τον Πίγλια η έμφυτη σε όλους τους ανθρώπους αφήγηση ιστοριών, η λανθάνουσα προφορικότητα του είδους (το διήγημα ως μια εφήμερη εκδοχή σε μια σειρά άπειρων δυνάμει παραλλαγών), η αφηγηματική οικονομία και η αριστοτελική αντίληψη περί αναγκαίου καθιστούν το διήγημα «ανώτερο» του μυθιστορήματος στον συλλογικό ψυχισμό. Και διατηρείται πάντα το ερεθιστικό ερώτημα: Μέχρι ποιό σημείο μπορεί να συμπυκνωθεί μια ιστορία;

Κατά τα άλλα, ο Σλοβάκος γείτονας Jan Zambor γίνεται πλέον και ψυχικός μας πλησιαστής χάρη στα εννέα ποιήματα που μεταφράζει ο Κάρολος Τσίζεκ και σε υπέροχες συνθέσεις όπως το «Μια γυναίκα απ’ τον ανώνυμο κόσμο» από την συλλογή Ένα άλογο στον οικισμό (1983), οι Τάσος Πορφύρης και Βασίλης Μανουσάκης καταθέτουν διηγήματα και όπως πάντα το κύριο σώμα βρίθει ποιημάτων (Γιάννης Δάλλας, Ιωάν. Σ. Ρώσσης, Αγγελική Σιδηρά, Γρηγορία Πούλιου κ.ά.). Ο Φώτης Τερζάκης περιδιαβαίνει Κένυα και Τανζανία στα κειμενο-φωτογραφικά Υποσαχάριά του και στο τέλος του διαδρόμου και πάντα στη θέση του ο Αρχιληξίαρχος. Αυτή τη φορά έχει εντοπίσει ένα κείμενο του Βασίλη Βασιλικού για τους μπίτνικς εν έτει 1962 και επ’ ευκαιρία ανασκοπεί τις πρώτες αντιδράσεις της ελληνικής περί αυτών κριτικής.

-Γράψε μας κάτι ακόμα, Ρικάρντο. –Ένα διήγημα πάντα διηγείται δυο ιστορίες. Η αλήθεια μιας ιστορίας εξαρτάται πάντα από ένα συμμετρικό επιχείρημα που αναπτύσσεται κρυφά. Το να τελειώνεις ένα διήγημα σημαίνει να ανακαλύπτεις το σημείο τομής που σου επιτρέπει να μπεις στην άλλη πλοκή.[238 σελ.]

Εκδότης: Γιάννης Πατίλης, planodion@otenet.gr

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 19 (φθινόπωρο 2009)

Αυτά έχει η ζωή, τιτλοφορείται το φθινοπωρινό «δέκα στα δέκα/τα» τεύχος καθώς το τραγικά απρόβλεπτο και απρόβλεπτα τραγικό της κυριαρχεί στα περισσότερα κείμενά του. Το διηγηματολόγιο των (δε)κάτων είναι πάντα γεμάτο από συνεργασίες με νέα ονόματα και μπορεί κανείς να πει πως εδώ κάθε φορά βράζει νέο λογοτεχνικό αίμα. Από τους «παλιούς» συμμετέχουν οι Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Κώστας Αρκουδέας κ.ά. Αφηγήματα από Κώστα Βούλγαρη και Ξενοφώντα Μπρουντζάκη, απόσπασμα από το φρέσκο μυθιστόρημα του Κώστα Καβανόζη, o Αλέξανδρος Ίσαρης στο μαγνητόφωνο. Ο J.M. Coetzee λογοτεχνεί Καθώς μια γυναίκα γερνάει και ο Περουβιανός Javier Silva Meinel εκθέτει 7 μαυρόασπρες υποβλητικές φωτογραφίες με θέμα Τελετές από τις Άνδεις. Ανταποκρίσεις από Περού και Νέα Υόρκη, γράμμα από το Μεξικό ή Πώς οι σαπουνόπερες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Το εν λόγω κείμενο είναι απίστευτο!

Ιδιαίτερο και συζητήσιμο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιστολή του Τζόναθαν Λίτελ στο περιοδικό και ο σχετικός σχολιασμός από την Guardian – αμφότερα δημοσιεύονται εδώ. Να θυμίσω πως ο Λίτελ ήταν ο βραβευμένος των (δε)κάτων για τις Ευμενίδες, το ογκώδες αμφιλεγόμενο βιβλίο με τον παραληρηματικό ήρωα – εγκληματία των SS. Αντιγράφω: Πάντα πίστευα ότι η λογοτεχνία είναι μία κατ’ εξοχήν ιδιωτική υπόθεση. Και το τι συμβαίνει ανάμεσα σε ένα συγγραφέα και το έργο του ανήκει σε μία σφαίρα εντελώς διαχωρισμένη από τη διάδραση αυτού του έργου με αυτούς που το διαβάζουν, το σχολιάζουν, το εγκωμιάζουν ή το καταδικάζουν. Η ιδιωτικότητα είναι για μένα μία θεμελιώδης προϋπόθεση για να δημιουργώ, για να εργάζομαι. Ήταν και πριν δημοσιευτεί το βιβλίο μου και παραμένει μέχρι σήμερα. Με αυτό το πνεύμα εκφράζω την ελπίδα μου ότι η αδυναμία μου να είμαι σήμερα μαζί σας θα εκληφθεί ως αυτό που είναι, μία εκδήλωση της κοινής αγάπης μας για τη λογοτεχνία. [192 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.